«Μπορεί να είμαι φτωχός, μα είμαι Κάποιος. Μπορεί να είμαι στην πρόνοια, μα είμαι Κάποιος. Μπορεί να είμαι αμόρφωτος, μα είμαι Κάποιος». Ο Αφροαμερικανός αγωνιστής για την πολιτική και φυλετική ισότητα Τζέσε Τζάκσον απήγγειλε για πρώτη φορά αυτό το ποίημα σε δημόσια ομιλία του κάπου στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Το επανέλαβε αρκετές φορές στη συνέχεια – έγινε κάτι σαν το σήμα κατατεθέν του, κάτι σαν μάντρα εμψύχωσης.
Ο Τζέσε Τζάκσον, που έφυγε χθες από τη ζωή σε ηλικία 84 ετών ύστερα από μακρά πάλη με τη νόσο του Πάρκινσον, ήταν Κάποιος με κάπα κεφαλαίο. Ξεκίνησε σαν «προστατευόμενος» του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, ύψωσε το ανάστημά του σε δύσκολους καιρούς, ενέπνευσε με το παράδειγμά του εκατομμύρια ανθρώπους και έγινε ο πρώτος μαύρος που στόχευσε δύο φορές τον Λευκό Οίκο, ανοίγοντας έναν δρόμο που χρόνια αργότερα θα διάβαινε με επιτυχία ο Μπαράκ Ομπάμα.
Πολλοί, κρίνοντάς τον από το ταπεινό ξεκίνημα της ζωής του, θα περίμεναν πως θα γινόταν ο «κανένας». Γεννήθηκε το 1941 σε μια μικρή πόλη της Νότιας Καρολίνας ως καρπός της σχέσης μιας 16χρονης μαθήτριας με έναν πολύ μεγαλύτερό της παντρεμένο άντρα. Η μητέρα του εκδιώχθηκε από την Εκκλησία των Βαπτιστών στην οποία ανήκε και δυο χρόνια αργότερα παντρεύτηκε έναν άλλον άντρα, τον Τσαρλς Τζάκσον, που υιοθέτησε το παιδί της και του έδωσε το επίθετό του.
Ο νεαρός Τζέσε ήταν ταλέντο στο ποδόσφαιρο. Κέρδισε υποτροφία για το Πανεπιστήμιο του Ιλινόις, αλλά, αφού αντιμετώπισε ρατσιστική συμπεριφορά στην ποδοσφαιρική ομάδα του Πανεπιστημίου, μεταγράφηκε στο Πανεπιστήμιο του Γκρίνσμπορο της Βόρειας Καρολίνας, ακριβώς την εποχή που οι μαύροι φοιτητές ξεκινούσαν τις πρώτες καθιστικές διαμαρτυρίες.
Το 1965 πήρε μέρος στη μεγάλη πορεία από τη Σέλμα στο Μοντγκόμερι της Αλαμπάμα που διοργάνωσε ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Ο θρυλικός αγωνιστής ξεχώρισε τον νεαρό Τζέσε για τις επικοινωνιακές και ρητορικές του ικανότητες και τον έστειλε στο Σικάγο για να οργανώσει το εκεί κίνημα των μαύρων.
Ο Τζάκσον βρισκόταν δίπλα στον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ όταν δολοφονήθηκε το 1968. Τρία χρόνια αργότερα και ενώ είχε πια χειροτονηθεί πάστορας, ίδρυσε τη δική του οργάνωση για τα πολιτικά δικαιώματα, την PUSH, η οποία αγωνιζόταν ειρηνικά υπέρ της ταξικής και όχι μόνο της φυλετικής ισότητας.
Το 1984, ο Τζέσε Τζάκσον διεκδίκησε το αδιανόητο ώς τότε για έναν μαύρο: το χρίσμα του Δημοκρατικού Κόμματος για τις προεδρικές εκλογές. Παρόλο που έχασε, η εκστρατεία του –και η πρώτη και η δεύτερη το 1988– αποτέλεσε πολιτικό και πολιτιστικό φαινόμενο και άνοιξε δρόμους για τους επόμενους Αφροαμερικανούς πολιτικούς.
Στα χρόνια που ακολούθησαν ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο, συνάντησε ξένους ηγέτες, συμμετείχε σε διαπραγματεύσεις για την απελευθέρωση Αμερικανών ομήρων, κάλεσε σε μποϊκοτάζ κατά του νοτιοαφρικανικού απαρτχάιντ, τάχθηκε υπέρ της ανεξάρτητης Παλαιστίνης.
Σκιές και απολογισμός
Επειδή όμως κανείς δεν είναι τέλειος, είχε κι αυτός τις σκιές του. Κάποιοι μαύροι ακτιβιστές τον κατηγόρησαν ότι υπερέβαλλε όταν είπε ότι ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ πέθανε στα χέρια του. Αλλοι τον χαρακτήρισαν εγωπαθή που επιδιώκει τη δημοσιότητα με κάθε κόστος. Το 2001 έγινε γνωστό ότι είχε αποκτήσει μια κόρη εκτός γάμου (είχε ήδη πέντε παιδιά με τη σύζυγό του) με μια γυναίκα από το επιτελείο του. Το 2013 ο γιος του, ο Τζέσε Τζάκσον ο νεότερος, που είχε εκλεγεί στη Βουλή των Αντιπροσώπων, κατηγορήθηκε για κατάχρηση κονδυλίων της προεκλογικής του εκστρατείας και καταδικάστηκε σε 30 χρόνια φυλακή.
Βέβαια, η πλάστιγγα γέρνει υπέρ του θετικού αποτυπώματος που άφησε. Σε μια μάλιστα από τις σπάνιες δημόσιες εμφανίσεις του τα τελευταία χρόνια φάνηκε ιδιαίτερα προφητικός. Ηταν στη Μινεάπολη, εν αναμονή της απόφασης για τον αστυνομικό που σκότωσε τον Τζορτζ Φλόιντ πατώντας στον λαιμό του. «Ακόμα κι αν νικήσουμε», είπε ενώ βρισκόταν δίπλα στην οικογένεια του Φλόιντ, «θα είναι μια ανακούφιση, όχι νίκη. Συνεχίζουν να σκοτώνουν τους ανθρώπους μας. Σταματήστε τη βία, σώστε τα παιδιά. Διατηρήστε την ελπίδα ζωντανή».
