Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Δύο επεισόδια «σημάδεψαν» την αποθεωτική, παλλαϊκή υποδοχή του Ιωάννη Καποδίστρια στην Αίγινα και έριξαν τις πρώτες «σκιές» στις σχέσεις του με ορισμένους προκρίτους.

«H νυξ της 11 Ιανουαρίου [1828] απέρασεν με ευφροσύνη όλου του λαού και μελαγχολίαν μόνον μερικών προκρίτων αριστοκρατών», έγραψε, χαρακτηριστικά, ο αγωνιστής και ιστορικός της Επανάστασης του 1821, Νικόλαος Κασομούλης.

Τα δύο «ξεχασμένα» επεισόδια εκτυλίχθηκαν στην Αίγινα, το πρώτο κατά την τελετή της υποδοχής και το δεύτερο, σοβαρότερο, το απόγευμα της ίδιας ημέρας, όταν ο Καποδίστριας αρνήθηκε να δεχτεί αντιπροσωπεία προκρίτων που επιδίωξε μια επιδεικτική, ομαδική εμφάνιση.

Ομως, αυτά επισκιάστηκαν από τον ενθουσιασμό του λαού για την άφιξη του Καποδίστρια. Σε αυτόν είχαν εναποτεθεί οι ελπίδες για να κατοχυρωθεί η ανεξαρτησία του ελληνικού κράτους -αφού από την αρχή του 1827 η Επανάσταση φυλλορροούσε-, αλλά και για τον τερματισμό των εμφύλιων συγκρούσεων και του φατριασμού.

Περιγραφή του ταξιδιού και της υποδοχής του Καποδίστρια σε Ναύπλιο και Αίγινα, Γενική Εφημερίδα, φ.14.1.1828
Περιγραφή του ταξιδιού και της υποδοχής του Καποδίστρια σε Ναύπλιο και Αίγινα, Γενική Εφημερίδα, φ.14.1.1828

Η κατάσταση ήταν πράγματι δραματική!

«Στη στεριά επικρατούσε το δίκαιο της αρπακτικότητας του τοπάρχη κοτζαμπάση και στη θάλασσα η πειρατεία. Ο Μοριάς ήταν ρημαδιό. Κάθε μεγαλοκαπετάνιος που κρατούσε ένα κάστρο (…) τυραννούσε σαν κατακτητής τον γυμνό και άστεγο πληθυσμό», έγραψε ο ιστορικός Τάσος Βουρνάς («Ιστορία της Νεώτερης και Σύγχρονης Ελλάδας», τόμος Α’, Εκδόσεις Πατάκη 1997, σελ. 211).

Σε κυβερνητικό επίπεδο, όπως γράφει ο Κασομούλης στα «Ενθυμήματα Στρατιωτικά» (Τόμος Β’, Αθήνα 1941, σελ. 674 ), τα μέλη του Βουλευτικού ήταν χωρισμένα σε τρεις «φατρίες»: εκείνη των Κουντουριώτη-Μαυροκορδάτου, «με την οποίαν ήσαν όλοι οι αριστοκράται της Πελοποννήσου σύμφωνοι», μία του Κωλέττη και η τρίτη του Κολοκοτρώνη.

Από την πλευρά της, η τριμελής Αντικυβερνητική Επιτροπή (Γεώργιος Μαυρομιχάλης, Ιωάν. Μ. Μιλαήτης, Ιωάννης Νάκος) εκμεταλλευόταν τον φατριασμό και «κινούσεν την μίαν (φατρία) κατά της άλλης κατά τους στοχασμούς της, και εγκολπώνετο, με την περίστασιν, την μίαν ή τας δύο κατά της άλλης».

Οι πολίτες που δεν σχετίζονταν με κάποια φατρία, «βλέποντες μάλλον την ιδιοτέλειαν προχωρημένην εις τας καρδίαις των Βουλευτών παρά το γενικόν καλόν, εδυσαρεστούντο». Μέσα σε αυτό το κλίμα, στα τέλη Νοεμβρίου του 1827, και αφού έγινε γνωστό ότι ο Καποδίστριας αναχώρησε από το Λονδίνο για να έρθει στην Ελλάδα, άρχισαν στην Αίγινα, έδρα της κυβέρνησης και της Βουλής, οι προετοιμασίες για την υποδοχή του.

Προετοιμασίες για την υποδοχή

Από έγγραφα των Γενικών Αρχείων του Κράτους (Κεντρική Υπηρεσία, Γραμματεία των Εσωτερικών, φ. 117-118) και τις περιγραφές του Κασομούλη έχουμε σαφή εικόνα των προετοιμασιών.

Υπεύθυνος ορίστηκε, εγγράφως, από τις 29 Νοεμβρίου 1827, ο Γεώργιος Σισίνης, ενώ ιδιαίτερο ρόλο είχε η Επιτροπή των Ψαριανών, η κοινότητα των προσφύγων που συγκροτήθηκε στο νησί μετά την καταστροφή των Ψαρών (1824). Σε αυτούς ανατέθηκε η φύλαξη του κυβερνήτη και η επιλογή της κατοικίας του.

Καθαρίστηκαν δρόμοι, προετοιμάστηκαν τα φανάρια για τον νυχτερινό φωτισμό, στολίστηκαν τα σπίτια, δόθηκαν οδηγίες στο ταχυδρομείο για άμεση εξυπηρέτηση της αλληλογραφίας του κυβερνήτη και διαμορφώθηκε ο χώρος έξω από τον μητροπολιτικό ναό, όπου θα γινόταν η τελετή υποδοχής.

Στις 23 Δεκεμβρίου έφτασε στην Αίγινα, μαζί με την οικοσκευή του κυβερνήτη, ο έμπιστος του Καποδίστρια, Νικολέττος Ροδόσταμος, ο οποίος παρακολούθησε τις εργασίες διαμόρφωσης της οικίας του κυβερνήτη.

Ωστόσο, η άφιξή του καθυστερούσε, αφού υποχρεώθηκε να παραμείνει 7 εβδομάδες στην Ανκόνα περιμένοντας να στείλουν οι Αγγλοι πλοίο για να τον παραλάβει και μετά έκανε εξαήμερη στάση στη Μάλτα για να έχει συζητήσεις με τον Αγγλο ναύαρχο Εντουαρντ Κόδριγκτον.

Τελικά, στις 8 Ιανουαρίου 1828, ήρθε η χαρμόσυνη είδηση: ο κυβερνήτης είχε φτάσει δύο μέρες νωρίτερα στο Ναύπλιο. Ο Κασομούλης περιγράφει ζωντανά τη χαρά του κόσμου (ο.π., σελ. 688):

«Θεέ μου, τι να ενθυμηθή κανένας και να γράψη… Πώς να ζωγραφίση το ηθικόν της ώρας εκείνης…. Αλλος εδώ έτρεχεν, άλλος εκεί, άλλος πηδούσεν, άλλος χόρευεν. Οι δρόμοι ταράττοντο. Ολοι πλέον, από την χαράν, αλησμόνησαν την θέσιν των, άνδρες και γυναίκες, μικροί και μεγάλοι», και προσθέτει: «μόνον από τους εν τοις πράγμασι (σ.σ. «στα πράγματα», στην εξουσία) οι περισσότεροι εμαραίνοντο».

Η προσέγγιση του αγγλικού πολεμικού ιστιοφόρου «Warspite», υπό τον πλοίαρχο Πάρκερ, έγινε αναγκαστικά λόγω ισχυρών βοριάδων. Παρά το γεγονός ότι ο κυβερνήτης έφτασε απροειδοποίητα, μόλις αποβιβάστηκε, γνώρισε θερμή υποδοχή. Κατάφερε μάλιστα να σταματήσει τη σύγκρουση ανάμεσα στις φρουρές του Παλαμηδίου και της Ακροναυπλίας.

Την επόμενη μέρα κόπασε ο άνεμος και το αγγλικό πολεμικό, συνοδευόμενο από το γαλλικό «Ηρα» και το ρωσικό «Ελένη», κατευθύνθηκε στην Αίγινα, όπου κατέπλευσαν στις 11 Ιανουαρίου, «περί λύχνων αφάς», δηλαδή την ώρα που άναβαν οι φωτιστικοί λύχνοι, το σούρουπο.

Στις 7 το πρωί της 12ης Ιανουαρίου 1828, ο Καποδίστριας αποβιβάστηκε από το «Warspite» και συνοδευόμενος από μέλη της κυβέρνησης, τους βουλευτές και ιερείς κατευθύνθηκε προς την εκκλησία, όπου συνεδρίαζε το Βουλευτήριο.

Σε όλη τη διαδρομή πλήθος κόσμου, ανάμεσα σε χήρες, ορφανά και ανάπηρους πολέμου, τον επευφημούσε και παράλληλα σπάραζε.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας συγκλονίστηκε από τις εικόνες αυτές και -όπως μετέφερε ο Γεώργιος Τερτσέτης στα «Απόλογα για τον Καποδίστρια»- είπε: «…είδα πολλά εις την ζωήν μου, αλλά σαν το θέαμα όταν έφθασα εδώ εις την Αίγιναν, δεν είδα τι παρόμοιο ποτέ, και άλλος να μην το ιδεί… Ζήτω ο Κυβερνήτης, ο σωτήρας μας, ο ελευθερωτής μας, εφώναζαν γυναίκες αναμαλλιάρες, άνδρες με λαβωματιές πολέμου, ορφανά γδυτά κατεβασμένα από τες σπηλιές. Δεν ήτο το συναπάντημά μου φωνή χαράς, αλλά θρήνος. (…) ανατρίχιαζα, μου έτρεμαν τα γόνατα, η φωνή του λαού έσχιζε την καρδιά μου».

Η είδηση της άφιξης του Καποδίστρια στο Ναύπλιο στη Γενική Εφημερίδα της Ελλάδας, φ.11.1.1828.
Η είδηση της άφιξης του Καποδίστρια στο Ναύπλιο στη Γενική Εφημερίδα της Ελλάδας, φ.11.1.1828.

Τα δύο επεισόδια

Μόλις η πομπή έφτασε στην εκκλησία, τα μέλη της Αντικυβερνητικής Επιτροπής οδήγησαν τον Καποδίστρια να καθίσει σε έναν μικρό θρόνο που είχαν ετοιμάσει. Εκείνος, όμως, αρνήθηκε και παρέμεινε όρθιος για να παρακολουθήσει τη λειτουργία.

Μετά τη δοξολογία ο Θεόφιλος Καΐρης, ιεροδιάκονος και ένας από τους κορυφαίους νεοέλληνες Διαφωτιστές, ανέβηκε σε έναν εξώστη και εκφώνησε ομιλία, με τον χαρακτηριστικό καταιγιστικό λόγο του, γεμάτη συμβουλές προς τον κυβερνήτη.

Καθώς περνούσε η ώρα και συνεχιζόταν η ομιλία, όπως περιγράφει ο Κασομούλης («Ενθυμήματα Στρατιωτικά», τ. Γ’, σελ. 11-14), άρχισε να γίνεται εμφανής η δυσαρέσκεια όλων. Τότε ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης, είτε αυτοβούλως είτε σε συνεννόηση και με τα άλλα δύο μέλη της Αντικυβερνητικής Επιτροπής, έφυγε από τη θέση του, τράβηξε από το μανίκι τον ομιλητή και του είπε «να παύση». Ο Καΐρης διέκοψε προσωρινά τον λόγο του, αλλά παρενέβη ο Καποδίστριας και ζήτησε να συνεχιστεί, όπως και έγινε.

Γιατί, όμως, παρενέβη ο Μαυρομιχάλης;

Κατά τον Κασομούλη, είτε διότι «εστοχάσθη ότι το απότομον του λόγου [του Καΐρη] ενοχλούσεν τον Κυβερνήτην» είτε ενόχλησε τον ίδιο η προτροπή του ομιλητή προς τον Καποδίστρια να «μη συγχωρήσης εις κανένα να πράξη μηδέ το παραμικρόν από όσα έκαμαν να κινδυνεύη να σπαραχθή η Ελλάς».

Ο Γ. Βλαχογιάννης, που έχει επιμεληθεί το έργο του Κασομούλη, σχολιάζει ότι «οι απότομες συμβουλευτικές φράσεις προς τον Καποδίστρια εμπρός στο κοινό και ο δημόσιος στιγματισμός της τελευταίας Συνέλευσης της Τροιζήνας και γενικά της κυβερνητικής ανικανότητας κατά τα επαναστατικά χρόνια δεν μπορούσανε παρά να γεννήσουνε σκάνδαλο».

Εικόνες από την υποδοχή του κυβερνήτη σε Ναύπλιο και Αίγινα. Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, φ.14.1.1828
Εικόνες από την υποδοχή του κυβερνήτη σε Ναύπλιο και Αίγινα. Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, φ.14.1.1828

Πολλά χρόνια αργότερα, ο Κερκυραίος πολιτικός Γεράσιμος Ζωχιός (1811-1881), σε ομιλία του στη Βουλή (Εφ. Συζητήσεων, συνεδρίαση 28.2.1874), αναφέρθηκε στο περιστατικό και απέδωσε την παρέμβαση σε προσβλητικά λόγια του Καΐρη.

Το απόγευμα της ίδιας μέρας συνέβη το δεύτερο, ίσως σοβαρότερο επεισόδιο. Περίπου 30-40 πρόκριτοι, με επικεφαλής τον Πέτρο Μαυρομιχάλη και τον Ανδρέα Ζαΐμη, ξεκίνησαν από το σπίτι του Ζαΐμη, πέρασαν επιδεικτικά από την πλατεία όπου μαζευόταν ο κόσμος και κατευθύνθηκαν στο σπίτι του κυβερνήτη.

Κατά τον Κασομούλη η επίσκεψη προκρίτων και βουλευτών από τη μερίδα των φιλορώσων είχε σχεδιαστεί ως μια επιβλητική κίνηση. Ωστόσο, φτάνοντας στο σπίτι του Καποδίστρια, τους περίμενε μια έκπληξη: ο κυβερνήτης αρνήθηκε να τους δεχτεί εκείνη την ώρα ομαδικά, ζητώντας τους να πάνε την επομένη, αλλά ένας ένας ή το πολύ έως τρεις μαζί.

Η στάση αυτή θεωρήθηκε προσβλητική από τους προκρίτους, αλλά προκάλεσε ικανοποίηση στον λαό. Ο Γ. Βλαχογιάννης σημειώνει ότι «η ομαδική επίσκεψη ήταν πολιτική διαδήλωση άκαιρη και είχε σκοπό να κάμη επιβλητική την παρουσία τους».

Προφανώς, ο Καποδίστριας καταλάβαινε το πολιτικό μήνυμα της επίσκεψης και έχοντας, όπως φάνηκε σύντομα, δεσποτικές αντιλήψεις, πιθανότατα ήθελε να δείξει ότι δεν θα μοιραζόταν την εξουσία του με κανέναν. Κατά τον Κασομούλη, η στάση αυτή ήταν λανθασμένη και προσβλητική.

Το σίγουρο είναι ότι από εκείνη τη στιγμή κάποιοι πρόκριτοι άρχισαν να… ψιθυρίζουν σε φίλους τους ότι «ο κυβερνήτης δεν είναι τοιούτος καθώς ο λαός της Ελλάδος τον ήλπιζεν».

Οι πρώτες… σκιές είχαν ήδη εμφανιστεί!