Η παράσταση «Π.Ο.Π.: Προστατευόμενη Ονομασία Προέλευσης» στο Θέατρο Αμαλία επιχειρεί κάτι που σπανίζει τόσο στο ελληνικό θέατρο όσο και στον ευρύτερο δημόσιο λόγο: να μιλήσει για την εργατική τάξη έξω από δυϊσμούς και χωρίς να την εξιδανικεύει. Οχι ως ηθικά ανώτερη συλλογικότητα, όχι ως θύμα με αυτόματο δίκιο σε ένα δίπολο καλού-κακού, αλλά ως κοινωνικό υποκείμενο γεμάτο αντιφάσεις, εσωτερικές ρήξεις, αδιέξοδα και –κυρίως– ευθύνη. Και ακριβώς εδώ εντοπίζεται η ουσιαστική πολιτική και αισθητική της αξία.
Με όρους μαρξικής διάκρισης, η παράσταση κατορθώνει να κινηθεί ανάμεσα στην εργατική τάξη καθεαυτή και στην εργατική τάξη δι’ εαυτή. Οι χαρακτήρες που παρελαύνουν στη σκηνή –μέσα από πραγματικές συνεντεύξεις, μεταπλασμένες θεατρικά– δεν συγκροτούν σε καμία περίπτωση μια ενιαία, συνειδητοποιημένη τάξη με κοινό όραμα, φαντασιακό και στόχους. Αντίθετα, αποτελούν ένα μωσαϊκό υποκειμένων που βιώνουν την εκμετάλλευση, αλλά δεν την αρθρώνουν απαραίτητα πολιτικά· που υφίστανται την κοινωνική πίεση, αλλά συχνά την αναπαράγουν· που θυμώνουν, γελοιοποιούνται, αυτοϋπονομεύονται.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο η «Π.Ο.Π.» διαφοροποιείται ριζικά από μια ανθρωπιστική, σχεδόν παρηγορητική, καλλιτεχνική απεικόνιση της εργατικής τάξης τύπου Κεν Λόουτς.
Εδώ δεν υπάρχει η σιωπηλή ηθική ανωτερότητα του «καλού εργάτη» απέναντι σε ένα απρόσωπο σύστημα. Υπάρχουν άνθρωποι που μιλούν πολύ, συχνά αντιφατικά, άλλοτε οξυδερκώς και άλλοτε βαθιά αντιδραστικά. Σε κάθε περίπτωση όμως, αντιφατικά! Ανθρωποι που έχουν εσωτερικεύσει τον κοινωνικό κανιβαλισμό και τον αναπαράγουν στις μεταξύ τους σχέσεις.

Η σκηνική φόρμα –μεταδραματική, γιορτινή και ταυτόχρονα βίαιη– λειτουργεί καταλυτικά. Το ελληνικό τραπέζι-γλέντι δεν είναι απλώς σκηνικό εύρημα, αλλά κοινωνική αλληγορία: ένας τόπος υποτιθέμενης κοινότητας, όπου όμως αναδύονται όλες οι ρωγμές. Το γέλιο, συχνά δηκτικό και σχεδόν ενοχλητικό, δεν λειτουργεί ως εκτόνωση αλλά ως μηχανισμός αποτύπωσης της βαλκανικής ρωγμής και υποκρισίας. Γελάμε και ταυτόχρονα αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας – όχι στην πιο κολακευτική του εκδοχή.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι η παράσταση δεν επιχειρεί να «ανεβάσει» την εργατική τάξη στο επίπεδο ενός πολιτικού υποκειμένου. Δεν προσφέρει λύσεις, ελπίδα, δεν χαράσσει δρόμους, δεν υποδεικνύει επαναστατικά προτσές. Αντίθετα, αποτυπώνει με σπάνια ειλικρίνεια το μετέωρο στάδιο: μια τάξη που υπάρχει αντικειμενικά, αλλά αδυνατεί να συγκροτηθεί συλλογικά και συνειδητά. Και αυτό ακριβώς το μετέωρο είναι που καθιστά την παράσταση έντιμη.
Ακόμη και οι αδυναμίες της –η αίσθηση ότι το κείμενο διαδραματίζεται περιεχομενικά στην Ελλάδα πριν από το 2020, μια και αποτυπώνεται ένα προπανδημικό συλλογικό φαντασιακό, ακόμα και η γραμμική ακαμψία ορισμένων συμπερασμάτων– δεν αναιρούν τον πυρήνα της κατάκτησης.
Η «Π.Ο.Π.» δεν μας ζητά να αγαπήσουμε την εργατική τάξη. Μας ζητά να τη δούμε. Και αυτό, στο σημερινό πολιτιστικό τοπίο, είναι ίσως η πιο όμορφα αντιθεαματική πράξη.
ℹ️ «Π.Ο.Π.: Προστατευόμενη Ονομασία Προέλευσης», του Θανάση Κριτσάκη, Θέατρο Αμαλία, Αμαλίας 71, Θεσσαλονίκη
* Δικηγόρος, μεταδιδάκτωρ Διοικητικού Δικαίου
