«Εχει φτωχύνει η ανθρώπινη ζωή». Αυτή ήταν η απάντηση του Σ., ενός εργαζόμενου στην πόλη των Τρικάλων (τα στοιχεία του είναι στη διάθεση της εφημερίδας), όταν στην κουβέντα μας αναφέρθηκε η έκρηξη στη «Βιολάντα». «Μία με τα Τέμπη, μία τώρα. Φτωχύναμε», είπε, και προσπάθησε με όλους τους τρόπους να εξηγήσει πως ο κόσμος φοβάται ακόμα και τώρα όχι μόνο να αντιδράσει αλλά και να μιλήσει για τα όσα συμβαίνουν ή συνέβαιναν μέσα στους χώρους εργασίας, καθώς το κλίμα τρομοκρατίας που επικρατεί στην περιοχή επικαλύπτει τα πάντα. Ακόμα και σήμερα, εργαζόμενοι της «Βιολάντα» φοβούνται να καταγγείλουν τις συνθήκες με το όνομά τους και περιορίζονται σε ανώνυμες τηλεφωνικές καταγγελίες.
«Καλώς ή κακώς, για να βρεις δουλειά σε αυτές τις επιχειρήσεις έπρεπε να πας σε πολιτικό μέσο. Τις έχουν μοιράσει. Την επομένη της έκρηξης το “μέσο” έπαιρνε τηλέφωνο τους εργαζόμενους και έλεγε “σε έβαλα, μη βγεις να μιλήσεις, θα με εκθέσεις”. Ολοι φοβούνται, καταλαβαίνω ότι υπάρχει το θέμα του βιοπορισμού, αλλά δεν είναι μόνο αυτό», σημείωσε ο συνομιλητής μας, εξηγώντας πως ακόμα και όταν κάποιος βρίσκει το κουράγιο να απευθυνθεί στην Επιθεώρηση Εργασίας, οι άνθρωποι εκεί τον αποθαρρύνουν να προχωρήσει.
«Πήγαν με την Επιθεώρηση Εργασίας, μετά από καταγγελίες για τις συνθήκες δουλειάς στον καύσωνα, και οι άνθρωποι περπατούσαν και ίδρωναν, πόσο μάλλον να δουλεύεις 12 ώρες εκεί. Ενας εργαζόμενος στο εργοστάσιο μας είπε, αν τους βάλεις όλους τους εργάτες στη σειρά να δείξουν τα δάχτυλά τους, όλο και κάτι τους λείπει. Στο νοσοκομείο δεν τα δηλώνουν ως εργατικά ατυχήματα, λένε ότι χτύπησαν σπίτι».
Ο ίδιος, κάτοικος της περιοχής, αναφέρθηκε σε δύο κόσμους. Αυτόν της ζωής και αυτόν των κερδών. «Το πρωί που το εργοστάσιο ακόμα καιγόταν, έβγαιναν εδώ στην περιοχή αλλά και στα ΜΜΕ και έλεγαν “το καλό μας το εργοστάσιο κάηκε”, ενώ χάθηκαν πέντε ζωές! Ξεκίνησε η σπέκουλα ότι δημιουργείται πρόβλημα στην επιχειρηματικότητα του τόπου. Ελεγαν “κρίμα τα αγαπημένα μας μπισκοτάκια” ή “πόσο κρίμα, είναι ελληνική επιχείρηση”, την ώρα που πέντε ζωές χάθηκαν».

Εντονη μυρωδιά
Εκτός όμως από το κλίμα τρομοκρατίας στην πλειονότητα των εργαζομένων, οι μαρτυρίες που βλέπουν το φως της δημοσιότητας καταδεικνύουν ένα περιβάλλον διαρκούς επικινδυνότητας στη «Βιολάντα» πριν από τη φονική έκρηξη. Εργαζόμενοι καταθέτουν ότι για εβδομάδες (σε ορισμένες περιπτώσεις ήδη από τον περασμένο Οκτώβριο) υπήρχε έντονη και επαναλαμβανόμενη οσμή στους χώρους του εργοστασίου, κυρίως στη λάντζα και στις τουαλέτες, η οποία σε αρκετές βάρδιες γινόταν πιο έντονη όσο πλησίαζε η ημέρα της τραγωδίας.
«Μύριζε για μεγάλο διάστημα. Το συζητούσαμε μεταξύ μας και κάποιοι το είπαν και στους ανωτέρους μας», αναφέρει εργαζόμενος, σημειώνοντας ότι ειδικά τις τελευταίες ημέρες η οσμή ήταν ιδιαίτερα έντονη. Αλλη εργαζόμενη κατέθεσε πως η μυρωδιά «δεν έμοιαζε με αποχέτευση, αλλά με κάτι βαρύ, σαν αέριο», προσθέτοντας ότι γνώριζε πως είχαν γίνει σχετικές αναφορές προς τους υπεύθυνους. Υπεύθυνος νυχτερινής βάρδιας ανέφερε ότι είχε δεχθεί παράπονα για «περίεργη μυρωδιά» και ότι ο ίδιος την είχε αντιληφθεί παροδικά, ενημερώνοντας τα στελέχη της επιχείρησης.
Ιδιαίτερης βαρύτητας είναι η μαρτυρία εργαζόμενης που σώθηκε από την έκρηξη, η οποία κατέθεσε ότι «4 με 5 φορές τον τελευταίο μήνα στη βραδινή βάρδια μύριζε έντονη οσμή που έμοιαζε με αέριο», περιγράφοντας στη συνέχεια τον εκκωφαντικό κρότο, το σκοτάδι και την προσπάθεια διαφυγής μέσα από συντρίμμια, μαζί με συναδέλφισσές της που δεν κατάφεραν όλες να σωθούν.
Οι μαρτυρίες αυτές φαίνεται να επιβεβαιώνονται από τα ευρήματα της Πυροσβεστικής και της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Εγκλημάτων Εμπρησμού, καθώς η αυτοψία έδειξε εκτεταμένη διάβρωση και τρύπες στους σωλήνες προπανίου που διέρχονταν από το υπέδαφος, γεγονός που παραπέμπει σε πολύμηνη διαρροή. Το προπάνιο, βαρύτερο από τον αέρα, εκτιμάται ότι συσσωρεύτηκε στο υπόγειο του εργοστασίου (που δεν αποτυπωνόταν στη μελέτη πυρασφάλειας και δεν διέθετε ανιχνευτές αερίου), δημιουργώντας τις συνθήκες για την έκρηξη.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, το εργοστάσιο στερούνταν βασικών αυτόματων συστημάτων πυρανίχνευσης, ανίχνευσης εκρηκτικών μιγμάτων και πυρόσβεσης, ενώ κρίσιμες πτέρυγες δεν καλύπτονταν επαρκώς από τα προβλεπόμενα μέτρα. Οι Αρχές συνεχίζουν την έρευνα, εστιάζοντας πλέον στις ποινικές ευθύνες που απορρέουν από τις σοβαρές παραλείψεις και την αγνόηση προειδοποιήσεων που, όπως προκύπτει, είχαν διατυπωθεί έγκαιρα από τους ίδιους τους εργαζόμενους.

Η δημοκρατία σταματούσε στην πύλη του εργοστασίου
«Εμείς, σαν Εργατικό Κέντρο Τρικάλων, έχουμε αναλάβει εδώ και δύο χρόνια τη διοίκηση. Από την πρώτη στιγμή θέσαμε πολύ ψηλά στην ατζέντα των προτεραιοτήτων τα θέματα των ελέγχων στους χώρους δουλειάς ως προς τα μέτρα.
Κάναμε τον Απρίλιο του 2025 μια ειδική εκδήλωση εδώ στο Εργατικό Κέντρο με εκπροσώπους των σωματείων, με τεχνικό σύμβουλο, με παρουσία της Διεύθυνσης της Επιθεώρησης Εργασίας από το Τμήμα Υγείας και Ασφάλειας, και αναδείξαμε μια σειρά ζητήματα που έχουν σχέση με τα εργατικά ατυχήματα, γιατί το 2024, με επίσημα στοιχεία, είχαμε καταγράψει στην περιοχή μας 172 ατυχήματα, εκ των οποίων τα 44 στον χώρο των τροφίμων και τα περισσότερα από τα υπόλοιπα ήταν στους χώρους των κατασκευών και του εμπορίου. Αυτοί οι τρεις χώροι είναι σε ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια στην περιοχή μας. Εχουμε εργοστάσια, βιομηχανίες, ειδικά στον χώρο του γάλακτος· στα Τρίκαλα έχουμε πολύ μεγάλη ανάπτυξη.
Η όποια ανάπτυξη αυτών των επιχειρήσεων συνοδευόταν με αύξηση εργατικών ατυχημάτων. Και γι’ αυτό, στο πλαίσιο αυτής της εκδήλωσης, θέλαμε και επιχειρήσαμε την επαφή με την Επιθεώρηση Εργασίας για να επισκεφθούμε εργασιακούς χώρους, σαν Εργατικό Κέντρο, με μικτά κλιμάκια, και να ελέγξουν τι ισχύει και τι δεν ισχύει.
Στο πλαίσιο αυτών των ελέγχων είχαμε πάει τότε και στη «Βιολάντα». Είχαμε πάει με αφορμή τη θερμική καταπόνηση λόγω καύσωνα, μήνα Ιούλιο του ’25, με εκπρόσωπό μας και με την Επιθεώρηση Εργασίας. Εκεί έγινε μια σειρά επισημάνσεων σε σχέση με τη θερμοκρασία, για τις συνθήκες, σε σχέση με τις διεξόδους διαφυγής και μια σειρά άλλων παρατηρήσεων. Ηταν η μόνη επαφή που είχαμε με τον συγκεκριμένο χώρο και όχι στη συγκεκριμένη πτέρυγα που έγινε η έκρηξη.
Οσες φορές επιχειρήσαμε από μόνοι μας, σαν Εργατικό Κέντρο ή σαν Συνδικάτο Γάλακτος, Τροφίμων και Ποτών, δεν μας άφηνε να μπούμε μέσα η διοίκηση. Πηγαίναμε μέχρι την πύλη του εργοστασίου, έβγαιναν οι εκπρόσωποι της εργοδοσίας και μας έλεγαν να φύγουμε. Εμείς θέλαμε να μοιράσουμε φυλλάδια ενημερωτικά, να συζητήσουμε με τους εργαζόμενους· δεν μας άφηναν. Ακόμα και στις εκλογές που είχαμε τον περασμένο Νοέμβρη, δύο μήνες πριν από αυτό το εργοδοτικό έγκλημα, μας έφεραν την αστυνομία. Εκ των υστέρων μάθαμε ότι όσες φορές προσπαθούσαμε να μπούμε μέσα και να μοιράσουμε φυλλάδια, όσα φυλλάδια μοιράζαμε, τους τα έπαιρναν όταν έμπαιναν μέσα και τα έσκιζαν, έλεγαν στους εργαζόμενους «μακριά εσείς από αυτά».
Στις εκλογές, που είχαμε ζητήσει να στήσουμε κάλπες, μας επέτρεψαν τελικά να πάμε στο προαύλιο· ωστόσο πριν είχαν φροντίσει και είχαν απειλήσει τους εργαζόμενους ότι όποιος τολμήσει να ψηφίσει, την επόμενη μέρα δεν θα έρθει για δουλειά. Το αποτέλεσμα ποιο ήταν; Να μην έρθει ούτε ένας να ψηφίσει στην κάλπη που στήσαμε έξω στο προαύλιο. Ενώ σε άλλα αντίστοιχα εργοστάσια είχαμε συμμετοχή, εκεί δεν είχαμε κανέναν. Αυτό είναι ενδεικτικό του κλίματος τρομοκρατίας που υπάρχει στον χώρο, αλλά και σε άλλους χώρους, γιατί το ζήτημα της τρομοκράτησης των εργαζομένων είναι κυρίαρχο θέμα.
Δυστυχώς, τα περί ελευθερίας και δημοκρατίας για τους εργάτες σταματούν στις πύλες του εργοστασίου. Από κει και μέσα ισχύουν οι νόμοι των αφεντικών. Οι εργοδότες αυτό που επιδιώκουν είναι το μέγιστο κέρδος, εκείνο που επιδιώκουν είναι το πώς θα είναι πιο ανταγωνιστικοί, πώς θα αναπτύξουν περαιτέρω την επιχείρησή τους, και όλα αυτά αποδεικνύεται εκ των πραγμάτων και των αποτελεσμάτων ότι γίνονται σε βάρος των δικαιωμάτων των εργαζομέ
Ενδεικτικό της τρομοκρατίας που επικρατεί είναι το γεγονός ότι μετά από όλα αυτά προσπαθήσαμε να έρθουμε σε επαφή με αυτούς τους εργαζόμενους και στις εκδηλώσεις που κάναμε το συζητήσαμε: αν θέλει κάποιος να έρθει, να δώσει το «παρών», να εκφράσει την οργή του, την αγανάκτηση, να μας πουν τι γίνεται. Και δεν ήρθε κανένας, δεν βρήκαμε ανταπόκριση. Ακόμα και τώρα, όσο περνάνε οι μέρες, τα στόματα κλείνουν αντί να ανοίγουν.
Ποιο είναι το πρώτο πρόβλημα; Οτι επλήγη η εικόνα της επιχειρηματικότητας στα Τρίκαλα ή ότι έκλεισαν σπίτια επειδή σκοτώθηκαν μανάδες που πήγαιναν νύχτα να βγάλουν ένα μεροκάματο και δεν γύρισαν σπίτι τους στα παιδιά τους; Εδώ βλέπετε τη σύγκρουση δύο κόσμων.»
Δημήτρης Αρμάγος, πρόεδρος Εργατικού Κέντρου Τρικάλων
