Σε ναρκοθετημένο πεδίο αναζητεί συγκλίσεις η κυβέρνηση, καθώς θέλει να προωθήσει τη συνταγματική αναθεώρηση και την επέκταση της επιστολικής ψήφου στις εθνικές εκλογές για τους αποδήμους, αλλά και να βρει συναίνεση για τις Ανεξάρτητες Αρχές και το Εθνικό Απολυτήριο. Αν και όλο το προηγούμενο διάστημα έχει πλαγιοκοπήσει εντατικά το ΠΑΣΟΚ, φέρνοντας στον δημόσιο διάλογο ζητήματα που και το ίδιο έχει θίξει για τις απαιτούμενες αλλαγές στο Σύνταγμα, προκειμένου να το στριμώξει, τα δεδομένα καθιστούν δύσκολη την εξίσωση.
Τα βέλη Βενιζέλου
Οι αιχμηρές παρεμβάσεις του Ευάγγελου Βενιζέλου, που κατήγγειλε «συνταγματικό λαϊκισμό» και τόνισε πως «πρέπει να ελεγχθούν στην επόμενη βουλευτική περίοδο πολύ συγκεκριμένες ευθύνες της παρούσας κυβέρνησης», έχουν οξύνει την κόντρα με την κυβέρνηση και δημιουργούν ανάχωμα στη διείσδυση της Ν.Δ. προς τον κεντρώο χώρο, καθώς φαίνεται να λειτουργεί ως άτυπος καθοδηγητής, διευκολύνοντας ταυτόχρονα το ΠΑΣΟΚ στη στάση που θα κρατήσει στα επίμαχα ζητήματα. Μοιραία έτσι θολώνει το πολιτικό φλερτ κυβερνητικών στελεχών που έχουν υποδείξει μόνο το ΠΑΣΟΚ ως πιθανό κυβερνητικό εταίρο σε περίπτωση μη αυτοδυναμίας.
«Χωρίς σεβασμό του Συντάγματος δεν υπάρχει αναθεώρηση», τόνισε προχθές ο Ευάγγελος Βενιζέλος από τον Βόλο, επισημαίνοντας ότι η διαδικασία δεν μπορεί να εξελίσσεται με λογικές ψήφου εν λευκώ. Εξάλλου, ανέφερε πως δεν διαμορφώθηκε κουλτούρα συνεργασιών ούτε την περίοδο της κρίσης και επανέλαβε πως η χώρα είναι μη διακυβερνήσιμη όχι μόνο γιατί δεν βλέπει προοπτική αυτοδύναμης κυβέρνησης στις επόμενες εκλογές, αλλά γιατί ακόμα και στη λογική των συμμαχικών κυβερνήσεων, που δεν είναι παράδοξες όπως είπε, ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας νιώθει ότι δεν θα αντιπροσωπεύεται.
Πέρα από τον Ευ. Βενιζέλο που υψώνει εμπόδια στο σχέδιο πλαγιοκόπησης του ΠΑΣΟΚ από την κυβέρνηση, οι δύο πρώην πρωθυπουργοί Κώστας Καραμανλής και Αντώνης Σαμαράς, με την έντονη κριτική τους σε σειρά ζητημάτων τόσο για τους θεσμούς και το κράτος δικαίου όσο και για την εξωτερική πολιτική, έχουν συντελέσει καθοριστικά στη διαμόρφωση μιας εικόνας απομόνωσης του Κυριάκου Μητσοτάκη εντός των στενών κομματικών ορίων που ο ίδιος έχει διαμορφώσει.
Η ΔΑΚΕ και η ΓΣΕΕ
Την ίδια ώρα, η υπόθεση Παναγόπουλου με τα προγράμματα κατάρτισης όχι μόνο έχει φέρει σε δύσκολη θέση την κυβέρνηση λόγω των καταγγελιών σε βάρος τριών υπουργών μέσα από δημοσιεύματα, αλλά έχει αναδείξει και τις εσωτερικές κόντρες και διαφορετικές γραμμές. Πέρα, λοιπόν, από τις κατηγορίες που καλείται να αντικρούσει η κυβέρνηση για την υλοποίηση των προγραμμάτων, έχει να αντιμετωπίσει και τον πονοκέφαλο που της προκαλεί η ΔΑΚΕ, η «γαλάζια» συνδικαλιστική παράταξη. «Η πραγματικότητα είναι σκληρή. Τυπικά ο πρόεδρος ήταν στο ΠΑΣΟΚ. Ουσιαστικά ήταν στη Νέα Δημοκρατία» αναφέρει μεταξύ άλλων η ανακοίνωση, επισημαίνοντας ότι «η Νέα Δημοκρατία και οι υπουργοί της είχαν άριστη και διαρκή συνεργασία με τον πρόεδρο Παναγόπουλο και από κοινού καθόρισαν την πολιτική του Υπουργείου Εργασίας και τη στάση της ΓΣΕΕ». Και αυτή ήταν μόνο η τελευταία αιχμηρή παρέμβαση της ΔΑΚΕ, καθώς πρόσφατα προηγήθηκε εκείνη για το πολύνεκρο εργατικό ατύχημα στη «Βιολάντα», αλλά και τα «καρφιά» κατά της βουλεύτριας Χριστίνας Αλεξοπούλου για τη δήλωση «Το τζάμπα πέθανε».
Για το θέμα Παναγόπουλου είναι αξιοσημείωτη η ήπια κυβερνητική αντίδραση, που μέχρι τώρα επιμένει στο «τεκμήριο της αθωότητας» και δηλώνει πως δεν πρόκειται να κατηγορήσει συνολικά το ΠΑΣΟΚ, φέρνοντας σε αντιδιαστολή τις αντιδράσεις που έχει αντιμετωπίσει στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Η Ν. Κεραμέως εξήρε την προσφορά των κοινωνικών εταίρων στην υπογραφή ΣΣΕ, δηλαδή του Γ. Παναγόπουλου, έστω και χωρίς να αναφερθεί σε αυτόν ονομαστικά, καθώς μόνο η ΓΣΣΕ συμμετείχε από τις ενώσεις εργαζομένων, ο δε Αδ. Γεωργιάδης όχι μόνο υπερασπίστηκε το τεκμήριο αθωότητας του προέδρου της ΓΣΕΕ, αλλά έριξε τα βέλη του στον Ν. Ανδρουλάκη που τον διέγραψε από το κόμμα. «Ο κ. Ανδρουλάκης μισεί τον κ. Παναγόπουλο και νομίζει προφανώς ότι βρήκε ευκαιρία να τον φάει», είπε μεταξύ άλλων, σχολιάζοντας πως «είναι εσωκομματικοί αντίπαλοι εδώ και χρόνια».
Επιστολική ψήφος
Μέσα σε αυτό το κλίμα φαντάζει δύσκολο να βρει –και μάλιστα στο αμέσως επόμενο διάστημα– εύφορο πεδίο συγκλίσεων η κυβέρνηση. Παρ’ όλα αυτά, χθες ο πρωθυπουργός, κατά τη συνάντησή του στο μέγαρο Μαξίμου με τον Αρχιεπίσκοπο Αυστραλίας κ.κ. Μακάριο, αναφέρθηκε εκ νέου σε ένα από τα ζητήματα που επιδιώκει ευρύτερες συναινέσεις – και συγκεκριμένα στο θέμα της επιστολικής ψήφου.
Με αφορμή το ταξίδι του στην Αυστραλία για την εθνική επέτειο της 25ης Μαρτίου, εξέφρασε την αισιοδοξία να έχει ψηφιστεί μέχρι τότε η σχετική διάταξη, απευθύνοντας το μήνυμα κυρίως στο ΠΑΣΟΚ. «Πιστεύω ότι μέχρι τότε θα μπορούμε να κομίσουμε και πολύ καλά νέα, καθώς θα έχουμε, ελπίζω, ψηφίσει με αυξημένη πλειοψηφία, η οποία φαίνεται να διαμορφώνεται στη Βουλή, και τη διάταξη η οποία θα δίνει τη δυνατότητα στους εγγεγραμμένους στους εκλογικούς καταλόγους κατοικούντες εν Αυστραλία συμπολίτες μας να ψηφίζουν επιστολικά στις επόμενες εθνικές εκλογές. Θεωρώ ότι θα είναι μία πολύ μεγάλη κατάκτηση ιστορικά για τον Ελληνισμό και προσβλέπω σε μία δυναμική συμμετοχή, η οποία θα καταδείξει και το έμπρακτο ενδιαφέρον του παγκόσμιου Ελληνισμού, και ειδικά του Ελληνισμού της Αυστραλίας, για τις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα».
