Θετική αποτίμηση της συνάντησης του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν κάνει η κυβέρνηση, θεωρώντας ότι το τετ α τετ στην Αγκυρα και συνολικά η 6η Σύνοδος του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας επιβεβαίωσαν τη στρατηγική επιλογή της Αθήνας για διατήρηση ανοιχτών διαύλων και ενός δομημένου διαλόγου, ακόμη και σε μια περίοδο έντονης γεωπολιτικής ρευστότητας.
Στη χθεσινή ενημέρωση των πολιτικών συντακτών, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης εμφανίστηκε να «σηκώνει το γάντι» απέναντι στα πυρά της αντιπολίτευσης, αλλά και προς τον πρώην πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά, ο οποίος είχε χαρακτηρίσει λάθος το ταξίδι του πρωθυπουργού «κάτω από αυτές τις συνθήκες». Οπως είπε, επιβεβαιώθηκε «η στρατηγική επιλογή της κυβέρνησης» για «μια ουσιαστικά υπερήφανη, χωρίς ψευτοπατριωτικές “κορόνες” εξωτερική πολιτική», προσθέτοντας ότι η παρουσία του πρωθυπουργού στην Τουρκία ήταν «η καλύτερη δυνατή απάντηση» σε όσους μιλούσαν για ενδοτικότητα και υποχωρητικότητα.
Στην κυβερνητική ανάγνωση, το βασικό μήνυμα της χθεσινής ημέρας είναι ότι οι ελληνοτουρκικές σχέσεις βρίσκονται σήμερα σε ένα ικανοποιητικό και λειτουργικό επίπεδο, το οποίο αφ’ ενός επιτρέπει την αποτροπή ή τη διαχείριση εντάσεων και αφ’ ετέρου καλλιεργεί τις αναγκαίες συνθήκες ώστε, σε βάθος χρόνου, να εξεταστούν πιο δύσκολα ζητήματα. Κυβερνητικές πηγές επισημαίνουν ότι οι δίαυλοι επικοινωνίας όχι μόνο διατηρούνται αλλά και επεκτείνονται, υπογράφονται αμοιβαία επωφελείς συμφωνίες και, μέσα από την εμπέδωση αυτής της ατμόσφαιρας, υπάρχει συγκρατημένη αισιοδοξία ότι δεν θα παράγονται κρίσεις.
Την ίδια στιγμή, ξεκαθαρίζεται ότι αυτή η προσέγγιση δεν συνεπάγεται υποχώρηση από τις βασικές ελληνικές θέσεις. Αντιθέτως, στις κοινές δηλώσεις με τον Τούρκο πρόεδρο, ο πρωθυπουργός διατύπωσε με αυτοπεποίθηση τα ελληνικά επιχειρήματα, ζητώντας την άρση κάθε απειλής προς την κυριαρχία της χώρας, με αιχμή το casus belli και συνολικά την απειλή πολέμου.
«Δομημένος διάλογος»
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η συνέντευξη του υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Γεραπετρίτη στην ΕΡΤ, λίγες ώρες μετά την επιστροφή του στην Αθήνα. Ο κ. Γεραπετρίτης περιέγραψε έναν «κύκλο στρατηγικής της ελληνικής διπλωματίας» με στόχο «να υπάρχουν ανοιχτοί δίαυλοι, κανόνες και ένας δομημένος διάλογος με την Τουρκία», σημειώνοντας ότι ακόμη και το να συζητάς διαφωνώντας, χωρίς να παράγονται κρίσεις, αποτελεί κατάκτηση.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη διάκριση ανάμεσα στη χαμηλή και την υψηλή πολιτική. Στο επίπεδο της χαμηλής πολιτικής –πολιτικός διάλογος, θετική ατζέντα και Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης– έχουν υπάρξει απτά αποτελέσματα που καθιστούν τη σχέση «λειτουργική» και «καλής γειτονίας». Στο επίπεδο της υψηλής πολιτικής, επανέλαβε ότι η Ελλάδα αναγνωρίζει μία και μόνη διαφορά με την Τουρκία που μπορεί να τεθεί ενώπιον διεθνούς δικαιοδοσίας: την οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας. Οτιδήποτε πέραν αυτού αφορά ζητήματα κυριαρχίας και είναι εκτός διαλόγου.
Ο υπουργός Εξωτερικών στάθηκε επίσης στη σημασία της αναφοράς του Τούρκου προέδρου ότι η επίλυση των διαφορών πρέπει να γίνεται με βάση το διεθνές δίκαιο, υπενθυμίζοντας ότι με τη Διακήρυξη των Αθηνών του 2023 οι δύο χώρες συμφώνησαν πως οι διαφορές τους επιλύονται σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και ιδίως το Δίκαιο της Θάλασσας.
Την ίδια ώρα, κυβερνητικές πηγές αναγνωρίζουν ότι δεν υπάρχει ακόμη το επίπεδο ωριμότητας ώστε να γίνει το επόμενο μεγάλο βήμα: να ανακληθεί το casus belli, που χρονολογείται από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, και να ξεκινήσει ουσιαστική συζήτηση για τη μοναδική διαφορά, τις θαλάσσιες ζώνες στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Επιμένουν όμως ότι υπάρχει το επίπεδο κατανόησης και η πολιτική βούληση της παρούσας ηγεσίας ώστε, υπό προϋποθέσεις και με καθορισμένο εύρος συζήτησης, να γίνει αυτή η συζήτηση.
Απαντώντας στο επιχείρημα ότι η Αθήνα δεν θα έπρεπε να συνομιλεί με την Αγκυρα όσο η τουρκική πλευρά δεν αποσύρεται από τις βασικές της θέσεις, κυβερνητικά στελέχη τονίζουν ότι ούτε η Ελλάδα υποχωρεί από τις δικές της. Μέσω του διαλόγου, σημειώνουν, μπορεί να αναπτυχθεί μια λειτουργική συνεργασία και να διερευνηθεί αν μπορεί να γίνει «ένα βήμα παραπάνω».
«Καθαρή θέση»
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο γραμματέας Διεθνών Σχέσεων και Ε.Ε. της Νέας Δημοκρατίας, Τάσος Χατζηβασιλείου, ο οποίος τόνισε ότι «δεν θυμάμαι στη Μεταπολίτευση Ελληνα πρωθυπουργό να ζητά τόσο καθαρά, μέσα στην Τουρκία και ενώπιον Τούρκου ηγέτη, την άρση αυτής της απαράδεκτης απειλής». Υπογράμμισε, μάλιστα, ότι «δεν υπήρξε ουσιαστική αντίδραση από την άλλη πλευρά», διερωτώμενος «πού είδαν ραγιαδισμό, πού είδαν υποχωρητικότητα και πού είδαν ενδοτισμό όσοι επιτίθενται στη χθεσινή συνάντηση».
Τα θετικά αποτελέσματα της κυβερνητικής πολιτικής αποτυπώνονται, σύμφωνα με την ίδια ανάγνωση, στο μεταναστευτικό και στη μείωση των παραβιάσεων του εθνικού εναέριου χώρου. Το 2015 είχαν έρθει από την Τουρκία περίπου 860.000 μετανάστες και πρόσφυγες, ενώ το 2025 οι αφίξεις περιορίστηκαν σε περίπου 21.000, αριθμός μειωμένος κατά 60% σε σχέση με το 2024. Παράλληλα, από τις περίπου 11.000 παραβιάσεις ετησίως που καταγράφονταν στο παρελθόν, πλέον γίνεται λόγος για ελάχιστες.
Οπως σημειώνουν κυβερνητικές πηγές, ουδέποτε ισχυρίστηκε η κυβέρνηση ότι τα μεγάλα και ακανθώδη ζητήματα θα εξαφανιστούν. Ωστόσο, το γεγονός ότι ακόμη και οι διαφωνίες μπορούν να αναδεικνύονται χωρίς να προκαλούνται εντάσεις συνιστά πρόοδο, η οποία δεν είναι αυτονόητη αλλά αποτέλεσμα μιας συντεταγμένης και συστηματικής προσπάθειας τα τελευταία 2,5 χρόνια για επανενεργοποίηση των διαύλων επικοινωνίας και για δομημένο διάλογο σε τρεις άξονες –πολιτικός διάλογος, θετική ατζέντα και Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης– υπό τον συντονισμό των υπουργών Εξωτερικών Ελλάδας Γιώργου Γεραπετρίτη και Τουρκίας Χακάν Φιντάν.
