Η νοητική δημιουργικότητα είναι μια από τις πλέον αινιγματικές βιοψυχολογικές ικανότητες του ανθρώπινου είδους, που, τα τελευταία χρόνια, έχει αναδειχτεί σε βασικό ερευνητικό αντικείμενο διαφορετικών επιστημών: όχι μόνο της Γνωσιακής Ψυχολογίας και των Νευροεπιστημών, αλλά και της Οικονομίας, της Παιδαγωγικής, της Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, της Γλωσσολογίας και της Τεχνητής Νοημοσύνης. Η πολυεπιστημονική προσέγγισή της οφείλεται τόσο στην εγγενή πολυπλοκότητα των παραγόντων που διαμορφώνουν τη δημιουργική συμπεριφορά μας όσο και στην αποφασιστική επίδρασή της σε όλους τους τομείς της ατομικής και συλλογικής μας ζωής.
Κατά το παρελθόν, η πρωτότυπη σκέψη και συμπεριφορά, η δημιουργική αναζήτηση αντισυμβατικών λύσεων δημιουργούσαν πρωτίστως κοινωνική καχυποψία και ανασφάλεια.
Στις μέρες μας, αντίθετα, η ατομική ανάπτυξη και έκφραση της δημιουργικότητας αναγνωρίζεται ως κοινωνικά επωφελής συμπεριφορά και καλλιεργείται (επιλεκτικά) περισσότερο απ’ ό,τι στο παρελθόν επειδή θεωρείται αναγκαία συνθήκη για τη βελτίωση της παραγωγής και την ανανέωση των δυσλειτουργικών ή υπερβολικά περιοριστικών εργασιακών-κοινωνικών σχέσεων. Γι’ αυτό, στις σύγχρονες κοινωνίες, οι τυπικές εκδηλώσεις της δημιουργικότητας, όπως π.χ. η διανοητική πρωτοτυπία, η προσαρμοστικότητα στις αλλαγές και η ευελιξία στη διαχείριση νέων προβλημάτων έχουν αναβαθμιστεί σε ύψιστες κοινωνικές προτεραιότητες ή «αξίες», οι οποίες, ολοένα και περισσότερο, παίζουν αποφασιστικό ρόλο ως κριτήρια αξιολόγησης ενός ατόμου στον χώρο της εκπαίδευσης και της εργασίας.
Εν τούτοις, τη «δημιουργικότητα», όπως εξάλλου και την ευφυΐα, είναι εξαιρετικά δύσκολο να την ορίσουμε μονοσήμαντα και να την οριοθετήσουμε επιστημονικά, μολονότι την αναγνωρίζουμε σχετικά εύκολα όποτε τη συναντάμε. Και ακόμη πιο δύσκολο, βέβαια, είναι να αποκαλύψουμε τα δομικά συστατικά της στοιχεία και την προέλευσή τους: δηλαδή τις βιοψυχολογικές προϋποθέσεις και τις κοινωνικές, πολιτισμικές και ιστορικές συνθήκες για την εμφάνισή της.
Παρ’ όλα αυτά, οι «Μηχανές του Νου» επέλεξαν να ανοίξουν έναν νέο κύκλο διερευνητικών άρθρων, που θα επιχειρήσουν να παρουσιάσουν ό,τι γνωρίζουμε και ό,τι αγνοούμε, μέχρι σήμερα, για τους αδιαφανείς φυσικούς μηχανισμούς και τις περίπλοκες εκδηλώσεις της ανθρώπινης δημιουργικής σκέψης και δράσης.
Οι δυσκολίες ορισμού της δημιουργικότητας
Αραγε, οι σύγχρονες επιστήμες του εγκεφάλου και του νου είναι σε θέση να αναγνωρίζουν εγκαίρως και να μετρούν επακριβώς τις ανοίκειες και καινοφανείς εκδηλώσεις της δημιουργικότητας του ανθρώπινου νου; Στη Γνωσιακή Ψυχολογία και τις Νευροεπιστήμες υπάρχουν τόσα τεστ για τη μέτρηση της δημιουργικότητας και της νοημοσύνης όσοι και οι ειδικοί ερευνητές που επινοούν αυτά τα τεστ. Και μολονότι αρκετές επιστημονικές μελέτες αμφισβητούν την αξιοπιστία των τεστ μαζικής κατανάλωσης, όλο και περισσότεροι άνθρωποι υποβάλλονται -με ή παρά τη θέλησή τους- σε κάποια ψυχομετρική δοκιμασία και, ενδεχομένως, έχουν ήδη «μετρήσει» τις ψυχονοητικές τους δεξιότητες μέσω κάποιων αμφίβολης σοβαρότητας τεστ, από αυτά που κυκλοφορούν είτε στο διαδίκτυο είτε σε περιοδικά ευρείας κυκλοφορίας.

Η πρωτοτυπία στην προσέγγιση και οι απρόσμενα υψηλές συνδυαστικές νοητικές ικανότητες κατά την επεξεργασία ενός προβλήματος αποτελούν αναμφίβολα τα πιο αξιοθαύμαστα, αν και ασαφώς προσδιορισμένα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης δημιουργικότητας. Ισως γι’ αυτό οι σύγχρονες επιστήμες του εγκεφάλου και νου (Γνωσιακή Ψυχολογία και Νευροεπιστήμες) θέτουν ως απαραίτητη προϋπόθεση της επιστημονικότητας των σχετικών μελετών το να μπορούν οι ερευνητές να διακρίνουν επακριβώς και άρα να μετρούν τις διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα στις διάφορες, ιδιαίτερα αναπτυγμένες νοητικές ικανότητες του ανθρώπινου είδους. Πάντως, η δυνατότητα ή όχι μιας επιστήμης να καταμετρά είτε την ευφυΐα είτε τη δημιουργικότητα ενός προσώπου εξαρτάται από το αν γνωρίζει τι ακριβώς είναι αυτό που μετρά.

Και εδώ αρχίζουν οι δυσκολίες, διότι παρά τις σημαντικές προόδους που έχουν συντελεστεί τις τελευταίες δεκαετίες, δεν διαθέτουμε έναν κοινά αποδεκτό επιστημονικό ορισμό της υψηλής δημιουργικότητας ορισμένων ανθρώπων ή των πολύ εντυπωσιακών επιμέρους «χαρισμάτων» που εκδηλώνουν, πόσο μάλλον μια κοινά αποδεκτή μέθοδο για τη μέτρησή τους. Επομένως, το ποια θεωρούνται, κάθε εποχή, τα τυπικά γνωρίσματα της δημιουργικότητας, δηλαδή το τι επιλέγεται τελικά ως πάγια εκδήλωση ενός ιδιαίτερου «ταλέντου», καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό τόσο από τις επιστημονικές (και τις μεταφυσικές!) προκαταλήψεις των ερευνητών όσο και από τα κυρίαρχα κάθε εποχή κοινωνικά-ιστορικά κριτήρια αξιολόγησης των χαρισματικών ατόμων.
Το δημιουργικό «χάρισμα» ως πνευματική επιφοίτηση
Οι αρχαίοι Ελληνες ταύτιζαν ή συνέδεαν αιτιακά τη δημιουργικότητα με την ποιητική ικανότητα των ανθρώπων και θεωρούσαν ότι οι πιο δημιουργικοί καλλιτέχνες και στοχαστές εμπνέονταν από τις Μούσες, οι οποίες ευθύνονταν για τη δημιουργική μανία και τα μεγάλα αισθητικά πάθη. Η ιδέα της θεόπνευστης δημιουργικής μας ικανότητας ως θεϊκού δώρου (χάρισμα), στην εβραϊκή θεολογική και θρησκευτική παράδοση και ειδικότερα στη χριστιανική της μετεξέλιξη εξηγείται εξίσου μυθολογικά με το θαύμα της επιφοίτησης του Αγίου Πνεύματος, του αγαθού υπερφυσικού φορέα κάθε υψηλής δημιουργικής μας έμπνευσης και γνώσης. Και η έλευση, μετά την Ανάσταση, του Αγίου Πνεύματος -με τη μορφή πύρινων γλωσσών- προσέφερε υποτίθεται -δι’ επιφοιτήσεως- στους Αποστόλους τα μοναδικά δημιουργικά τους χαρίσματα (γνωστικά, ηθικά, θεραπευτικά, γλωσσικά).
Πρόκειται ασφαλώς για μια πλήρη θεολογικά «εξήγηση» του μυστηρίου της ανθρώπινης δημιουργικότητας που, δυστυχώς, δεν μας μαθαίνει τίποτα ούτε για τους πραγματικούς μηχανισμούς ούτε για τις λειτουργίες ή τις δυσλειτουργίες των δημιουργικών μας ικανοτήτων, εκτός βέβαια ότι πρόκειται για… θαύματα, δηλαδή για προϊόντα θεϊκού σχεδιασμού ή εναλλακτικά για εωσφορικές ή και δαιμονικές παρεμβάσεις όταν πρόκειται για τις κακόβουλες δημιουργικές πρακτικές μας.

Από ό,τι φαίνεται, λοιπόν, τα ακανθώδη και δυσεπίλυτα επιστημονικά ερωτήματα «από πού προήλθε;» και «πώς παράγεται;» η εκπληκτική δημιουργική δύναμη που επιδεικνύουν ορισμένα χαρισματικά ανθρώπινα όντα απασχολούσαν ανέκαθεν την ανθρώπινη σκέψη. Ωστόσο, μόνο σχετικά πρόσφατα άρχισε να διαφαίνεται η δυνατότητα να βρεθούν, επιτέλους, κάποιες επιστημονικά έγκυρες απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα· και οι απαντήσεις αυτές ελπίζουμε να αποδειχτούν περισσότερο αυστηρές και λιγότερο ιδεοληπτικές από εκείνες που δόθηκαν κατά το παρελθόν.
Στο επόμενο άρθρο μας θα εξετάσουμε το πώς η μελέτη της φυσιολογικής και κυρίως της παθολογικής λειτουργίας του ανθρώπινου εγκεφάλου οδήγησε στην πρόσφατη ανακάλυψη ότι ορισμένες νευροεκφυλιστικές παθήσεις μπορεί να συμβάλλουν αποφασιστικά στην εμφάνιση της ανθρώπινης δημιουργικότητας.
Oliver Sacks
Ενας ανθρωπολόγος στον Αρη
Επτά παράδοξες ιστορίες

Μια εκπληκτική παρουσίαση των δημιουργικών και αυτο-θεραπευτικών δυνάμεων του ανθρώπινου εγκεφάλου μάς προσφέρει τo βιβλίο «Ενας ανθρωπολόγος στον Αρη» του διάσημου Βρετανού νευρολόγου και συγγραφέα Oliver Sacks, που κυκλοφορεί πολύ καλά μεταφρασμένο από τις Εκδόσεις Αγρα.
Πρόκειται για επτά πολύ παράξενες ιστορίες ασθενών με σπάνια νευρολογικά νοσήματα, όπως π.χ. η ιστορία του ζωγράφου που χάνει την αντίληψη των χρωμάτων έπειτα από ένα ατύχημα ή του χειρουργού που υποφέρει από το σύνδρομο Τουρέτ (σύνδρομο Gilles de la Tourette), πάσχει από τικ, εκτός από την ώρα που χειρουργεί· μια αυτιστική γυναίκα, για την οποία ο κόσμος των ανθρώπων είναι ακατανόητος, ειδικεύεται στη μελέτη των ζώων· ο άνδρας που ενώ έπασχε από πυκνό καταρράκτη από τα παιδικά του χρόνια «βρήκε» την όρασή του στα πενήντα του χρόνια.
Πρόκειται για διαφορετικές ιστορίες εγκεφαλικής μεταμόρφωσης και ανάπλασης, που μεταφέρουν ένα πολύ αισιόδοξο ανθρώπινο μήνυμα: οι ιστορίες που αφηγείται ο συγγραφέας φαντάζουν παράδοξες γιατί οι δημιουργικές και αναπλαστικές ικανότητες του πάσχοντος εγκεφάλου δημιουργούν νέους κόσμους, αλλόκοτους για τη φυσιολογική εμπειρία. Ωστόσο, μας αποκαλύπτουν τις νοητικές ικανότητες που βρίσκονται σε λανθάνουσα κατάσταση στον εγκέφαλο των φυσιολογικών ανθρώπων.
