ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Θανάσης Βασιλείου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το πολύ σου νάζι άρχισε και με κουράζει… Χίλια μου ’κανες τερτίπια και πολλά φαρμάκια ήπια.
Στράτος Παγιουμτζής «Πίστεψέ με παιχνιδιάρα», (1940)

Για κάθε θέμα, η κυβέρνηση κρίνεται με διαφορετικούς βαθμούς επιτυχίας (ή και αποτυχίας), που σημαίνουν διαφορετικές ποιότητες για την εν γένει κοινωνική ζωή. Είναι κακό μαντάτο που η μελλοντική διακυβέρνηση κρίνεται από δημοσκοπικούς χρησμούς – κι ακόμα πιο κακό, που αντιμετωπίζεται σαν κλήρωση ματαιώσεων. Δυστυχώς, όμως, «Ανθρωποι τύχης είδωλον επλάσαντο, πρόφασιν ιδίης αβουλίης» («Οι άνθρωποι επινόησαν τη θεά της τύχης για να δικαιολογήσουν τη δική τους έλλειψη βούλησης», Δημόκριτος).

Η αλλαγή της πολιτικής ατζέντας εγκαινιάστηκε με τη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος. Ολα τα άλλα θα περάσουν σε δεύτερη μοίρα. Βεβαίως, τη συζήτηση ανοίγει η κυβέρνηση που έχει κακομεταχειριστεί το Σύνταγμα, που έχει χαμηλώσει το κράτος δικαίου και το κράτος ευημερίας και, τελευταία, νιώθει αμφίθυμη απέναντι στο Διεθνές Δίκαιο. Από την πλευρά του, ο Κυριάκος Μητσοτάκης προσβλέπει σε αυτοδυναμία και γι’ αυτό δεν έχει πειράξει τον εκλογικό νόμο. Το ζήτημα όμως δεν τελειώνει εδώ. Η κυβέρνηση έχει επιδείξει μια ικανότητα να επιβάλλει διλήμματα στους αντιπάλους της και κοινωνική μηχανική στο εκλογικό σώμα, αναγκάζοντάς τους να αντιδρούν εντός πλαισίων που ελάχιστα ελέγχουν. Ετσι, στο φαντασιακό της αντιπολίτευσης ο ορίζοντας του Κυριάκου Μητσοτάκη κρίνεται με το ζεϊμπέκικο του Μάρκου «Δεν τονε θέλω μάνα μου, ό,τι και να μου κάνεις», ενώ η αντίδρασή της εξαντλείται στα 9/8 των Μητσάκη-Καζαντζίδη: «Γιατί δε με θες κυρά μου, επειδή είμαι ψαράς… και θαρρείς ότι με μένα δεν θα την περνάς καλά».

Η πραγματικότητα δείχνει αδυναμία αλλαγής πολιτικού παραδείγματος μέσω ενός δοκιμασμένου συνδυασμού διλημμάτων, εξαναγκασμών και ομηρίας ομάδων και -κυρίως- διαχείρισης των προσδοκιών. Το όλον πολιτικό σύστημα παίζει καθυστερήσεις και κάνει ασκήσεις ερμηνευτικής σε πυκνό πλέον χρόνο που δεν είναι γραμμικός, αλλά κυκλικός και μοιραίος. Ας απαντηθεί το ερώτημα: «Ακόμα κι αν η αντιπολίτευση ξεπερνούσε τις αδυναμίες ή την πολυδιάσπασή της, θα υλοποιούσε αλλαγή πολιτικού παραδείγματος;» Πιο απλά: «Θα ξήλωνε το πουλόβερ;»

Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Εάν πράγματι μιλούσε η εμπειρία των 200 χρόνων της ελληνικής μοναξιάς, θα βλέπαμε καθαρότερα τις «παθολογίες» μας και τις θεραπευτικές τους. Κάθε ανακοίνωση αλλαγής, μεταρρύθμισης, εκσυγχρονισμού με το σταγονόμετρο ανοίγει έναν φεγγίτη προσδοκίας που σπάνια μεταφράζεται σε πραγματική (actual) αλλαγή. Η προσδοκία της αλλαγής υποκαθιστά την αλλαγή· τη μεταμορφώνει σε πασαρέλα πολιτικής μνήμης· σ’ «ένα πουκάμισο αδειανό». Η διαλείπουσα συμμετοχή καταργεί την εμπειρία ιεράρχησης σκοπών και μέσων, αρχών και προοπτικών που αξίζουν θυσίες. Και κάθε μάχη για ένα «είδωλο» είναι χαμένη, δίχως καν να έχει δοθεί. Επιβεβαιώνει, απλώς, το δόγμα Λαμπεντούζα στον «Γατόπαρδο»: «Να τα αλλάξουμε όλα, για να μην αλλάξει τίποτα».

Μιλάμε, άραγε, για συλλογική ανημπόρια να πάμε μπροστά; Οχι. Μιλάμε για έναν συγκεκριμένο τρόπο διαχείρισης της προσδοκίας. Η αναθεώρηση του Συντάγματος -όποτε γίνει- θα δώσει αποτελέσματα; Προφανώς και θα δώσει. Αλλά το 99,9% του πληθυσμού δεν είναι συνταγματολόγοι, ούτε πολιτικοί επιστήμονες, αλλά άνθρωποι που αύριο θέλουν να πληρώσουν ρεύμα και δόσεις. Και πριν καν συμβεί, η αναθεώρηση έχει ήδη απολέσει τον ρόλο της ως μέσο μετασχηματισμού της πραγματικότητας. Θα αναδιοργανώσει συναισθήματα, θα ανακατανείμει ευχέρειες, δίχως να μεταβάλει τις θεμελιώδεις σχέσεις που στηρίζουν το σύστημα. Το πουλόβερ δεν θα ξηλωθεί. Θα περιμένουμε το νέο πουλόβερ.

Αυτή η δυναμική συχνά ερμηνεύεται ως συνωμοσία ή απλώς ως πολιτική ανικανότητα. Δεν είναι. Η ταλάντωση μεταξύ ελπίδας και ματαίωσης δεν είναι τυχαία. Είναι τεχνική που παράγει συνέπειες. Διατηρεί την κοινωνία σε κίνηση χωρίς να της επιτρέπει να προχωρήσει. Παράγει την ψευδαίσθηση της αλλαγής χωρίς να επωμίζεται το κόστος της καλής κοινωνίας. Και η επανάληψη των υποσχέσεων ροκανίζει τόσο την αξιοπιστία των πολιτικών δρώντων, όσο και τη συλλογική ικανότητα διάκρισης προόδου και προσποίησης. Οι συνεπείς υποκριτές πιστεύουν τα ψέματά τους και «ο λαός μαθαίνει να ξεχνά». Και όλοι αριστεύουν στον μετριασμό του ενθουσιασμού, επειδή από τη γέννηση της νεωτερικότητας «ο λαός» άκουσε πως είναι κυρίαρχος δίχως ποτέ να το πιστέψει.

Οι ματαιώσεις των προσδοκιών γίνονται genre διδακτέας ύλης, επαναλαμβάνονται, επιβεβαιώνονται, γίνονται τέχνη, αρθρογραφία, κατάσταση, τραγούδι: «Κάντε υπομονή κι ο ουρανός θα γίνει…». Με όρους Σάμιουελ Μπέκετ, ασκούν ακαταμάχητη γοητεία στο έθνος που λιγοστεύει και μαραζώνει. Η αναμονή του Γκοντό γίνεται σημαντικότερη από την έλευσή του. Ο Βλαδίμηρος και ο Εστραγκόν (οι βασικοί χαρακτήρες) δεν κινούνται, δεν αποφασίζουν, γιατί… περιμένουν τον Γκοντό. Η απουσία του Γκοντό μετασχηματίζει την προσδοκία της έλευσής του σε αριστουργηματικό πύργωμα της αδράνειας. «– Θα ’πρεπε να βρίσκεται εδώ. – Κι αν δεν έρθει; – Θα ξανάρθουμε αύριο. – Και, ύστερα, μεθαύριο».