Στη συνάντηση της Τετάρτης με τον Ταγίπ Ερντογάν στην Αγκυρα στρέφει για αυτή την εβδομάδα το βλέμμα του ο πρωθυπουργός, στοχεύοντας -όπως δήλωσε- σε εποικοδομητική συζήτηση και σε ειλικρινή σχέση με τον Τούρκο πρόεδρο. Κι αν στο πεδίο των ελληνοτουρκικών ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν βλέπει κάποιον λόγο κλιμάκωσης που θα τον κάνει να ανησυχήσει, δεν συμβαίνει το ίδιο με τα μηνύματα που φτάνουν στο πρωθυπουργικό γραφείο από τα ποικίλα εγχώρια ανοιχτά κοινωνικά και πολιτικά μέτωπα για τη Ν.Δ.
Εκείνο που προς το παρόν διασώζει επικοινωνιακά το κυβερνών κόμμα από μια γενικότερη κρίση στο εσωτερικό του είναι η πρωτιά που εξακολουθεί να καταγράφει στις δημοσκοπήσεις έπειτα από εφτά χρόνια στο πηδάλιο της εξουσίας. Ενα προβάδισμα έναντι του ΠΑΣΟΚ φαινομενικά άνετο, αλλά με «κομμένα φτερά» και εντυπωσιακά ψαλιδισμένες δυνάμεις, που φέρνουν τη Ν.Δ. στην πρόθεση ψήφου σε όλες σχεδόν τις μετρήσεις κάτω και από το όριο του 25%, το οποίο είναι η ελάχιστη βάση για να επωφεληθεί του μπόνους των εδρών που δίνει ο εκλογικός νόμος σε περίπτωση πρώτης θέσης.
Αυτή η καθίζηση, που πλησιάζει τις 20 μονάδες από το 41% των εκλογών του 2023, και τα ποσοστά που είναι μικρότερα ακόμη και από το 28% των ευρωεκλογών, καθιστούν τον διακηρυγμένο στόχο της αυτοδυναμίας απλησίαστο με τα σημερινά δεδομένα και μάλλον οδηγούν τον Κυριάκο Μητσοτάκη σε δεύτερες σκέψεις και αλλαγή προσανατολισμών.
Ως τέτοια ένδειξη ερμηνεύεται η αναφορά του στην πρόσφατη τηλεοπτική συνέντευξη που παραχώρησε, όπου για πρώτη φορά το τελευταίο διάστημα αποφεύγει να είναι απόλυτος στην άμεση προκήρυξη δεύτερων εκλογών σε περίπτωση που η Ν.Δ. αποτύχει να εξασφαλίσει την αυτοδυναμία. Αντιθέτως, παραπέμποντας στο «απολύτως σαφές Σύνταγμα», δήλωσε ότι εάν δεν υπάρχει πλειοψηφία, το πρώτο κόμμα οφείλει να διερευνήσει τη δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης. «Δεν μπορώ να σας πω τίποτα παραπάνω από αυτό. Θα σεβαστώ το Σύνταγμα», απάντησε ο πρωθυπουργός, ανοίγοντας έστω προσχηματικά τα σενάρια για αναζήτηση κυβέρνησης συνεργασίας.
Στην πραγματικότητα όμως, εκτός από παραδοχή αδυναμίας που θα έθετε σε κίνδυνο και τη διατήρηση της πρωθυπουργίας, αφού στα συνεργατικά σχήματα επιλέγονται συχνά και τρίτα πρόσωπα για επικεφαλής, πρόκειται για τακτικισμό με σκοπό την άσκηση πίεσης στο ΠΑΣΟΚ για να χρεωθεί εκείνο το αδιέξοδο και στις νέες κάλπες που θα στηθούν να εγκαλείται για πρόκληση αστάθειας.
Με δεδομένο από την άλλη ότι η Χαριλάου Τρικούπη και ο Νίκος Ανδρουλάκης αρνούνται κατηγορηματικά τη συγκυβέρνηση με τη Ν.Δ., κάτι που γνωρίζει και ο κ. Μητσοτάκης, η στόχευση αφορά το κοινό των κεντρώων ψηφοφόρων, που πολιορκεί και το ΠΑΣΟΚ, αλλά και όσους προκρίνουν τη σταθερότητα από την Κυριακή των πρώτων εκλογών.
Η παγίδα της συναίνεσης
Η σπουδή της κυβέρνησης για να μην υποστεί απώλειες στη δεξαμενή του Κέντρου φανερώνεται άλλωστε και από την πρωτοβουλία για τη συνταγματική αναθεώρηση, όπου το μπαλάκι της συναίνεσης πετάχτηκε και πάλι στοχευμένα στην αξιωματική αντιπολίτευση, η οποία όμως διείδε την παγίδα και ανακοίνωσε για να την αποφύγει ότι θα συναινέσει μεν αλλά στη δεύτερη αναθεωρητική Βουλή. Ταυτόχρονα, καθότι δεξιότερα της Ν.Δ. υπάρχει ένα ακόμη πιο ζωτικό ακροατήριο που είτε καταφεύγει στην γκρίζα ζώνη των αναποφάσιστων είτε σε κόμματα τύπου Βελόπουλου, Λατινοπούλου κτλ, στο πρωθυπουργικό μέγαρο συνειδητά υποχρεώνονται να πατήσουν σε δύο βάρκες και να στρίψουν το τιμόνι τους σε δεξιά κατεύθυνση. Εύγλωττη αποτύπωση αυτής της στρατηγικής είναι η στάση και η ρητορική της κυβέρνησης στο μεταναστευτικό και πιο ειδικά στο θέμα της τραγωδίας με τους νεκρούς πρόσφυγες στα παγωμένα νερά της Χίου.
Επειδή όμως παράλληλα το αφήγημα «Μητσοτάκης ή χάος» που διακινούσε ως εκφοβιστικό δίλημμα το μέγαρο Μαξίμου αποδεικνύεται ένα όχι ιδιαίτερα πειστικό φόβητρο για την πλειονότητα της κοινωνίας, τροποποιείται και αυτό καταλλήλως, ώστε να τρομάζει λιγότερο και να βάζει τη σύγκριση μεταξύ του πρωθυπουργού και των δυνητικών του πολιτικών αντιπάλων. «Το σωστό δίλημμα δεν είναι Μητσοτάκης ή χάος. Είναι Μητσοτάκης ή Ανδρουλάκης ή Κωνσταντοπούλου ή Βελόπουλος. Δεν συγκρίνομαι με το χάος. Συγκρίνομαι με τους πολιτικούς αντιπάλους μου», υποστήριξε στην ίδια παρέμβασή του, γνωρίζοντας ότι στην καταλληλότητα για την πρωθυπουργία υπερτερεί (τον κερδίζει μόνο ο Κανένας). Το γενικό συμπέρασμα όμως δεν αλλάζει: Μόνο εκείνος και η Ν.Δ. διαθέτουν ρεαλιστική πρόταση διακυβέρνησης.
Σαμαράς και Καραμανλής
Την ίδια στιγμή, το επιχείρημα αυτό δεν αμφισβητεί μόνο το ΠΑΣΟΚ, που για λογαριασμό του διεκδικεί την πρωτιά, προβάλλοντας ως η προοδευτική εναλλακτική κυβερνητική δύναμη. Η αμφισβήτηση, και μάλιστα άκρως επιθετική, έρχεται και εξ δεξιών, από τον πρώην πρόεδρο της Ν.Δ. και πρώην πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά, που αποκάλεσε «χάος» τον κ. Μητσοτάκη, και δεύτερον, θέλοντας να παρουσιάσει τη Ν.Δ. αλαζονική και αποξενωμένη από τη βάση της, ισχυρίστηκε ότι «έχει πεθάνει η λαϊκή ψυχή της». Αλλά και ο Κώστας Καραμανλής, που βρίσκεται σε απόσταση από τη Ν.Δ. του Κυριάκου Μητσοτάκη, αν και σε ηπιότερους τόνους, συνεχίζει να «πυροβολεί», χτυπώντας στο μαλακό υπογάστριο του νεοδημοκρατικού κόσμου.
Η ενόχληση για τους δύο πρώην πρωθυπουργούς καταγράφεται σε διαφορετικά επίπεδα από το Μαξίμου, υψηλά για τον κ. Σαμαρά, χαμηλότερα για τον κ. Καραμανλή, συγκεντρωτικά όμως αυτό που αξιολογείται είναι τα πλήγματα που προκαλούν στους γαλάζιους ψηφοφόρους. Γι’ αυτό και οι αιχμές δεν μένουν πλέον αναπάντητες… Στον κ. Σαμαρά και όσα είπε περί «χάους» ανέλαβαν να απαντήσουν ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, αλλά και ο Μάκης Βορίδης στη γραμμή της ισοπεδωτικής κριτικής που στερείται αξιοπιστίας.
Για τη χαμένη λαϊκότητα της Ν.Δ. μίλησε εμμέσως ο ίδιος ο πρωθυπουργός από το προσυνέδριο των Ιωαννίνων, απαριθμώντας δράσεις στους τομείς του κοινωνικού κράτους, της Υγείας και της Παιδείας. «Το μέλημα της κυβέρνησής μας και κυρίως της μεγάλης παράταξης που παραμένει στην καρδιά και την ψυχή της, μια βαθιά κοινωνική λαϊκή παράταξη, είναι η φροντίδα των συμπολιτών μας που έχουν περισσότερη ανάγκη», τόνισε ο κ. Μητσοτάκης εν είδει απάντησης στα «καρφιά» του κ. Σαμαρά. Τέλος, δεν περνά απαρατήρητη η επιστράτευση του άλλοτε «καραμανλικού» Θόδωρου Ρουσόπουλου, ο οποίος ανέλαβε πρόεδρος της Οργανωτικής Επιτροπής του συνεδρίου της Ν.Δ. και στις πρώτες του επισημάνσεις υπερασπίστηκε την επταετία Μητσοτάκη, αποδομώντας ουσιαστικά τον αρνητικό καταλογισμό πεπραγμένων των δύο προκατόχων του πρωθυπουργών.
