Το αντιπολιτευτικό πεδίο θυμίζει όλο και περισσότερο μια παρτίδα Tetris που παίζεται σε αυξημένη ταχύτητα. Τα κομμάτια πέφτουν, αλλάζουν σχήμα, μετατοπίζονται, ακουμπούν το ένα πάνω στο άλλο, χωρίς να είναι ποτέ βέβαιο αν θα «κουμπώσουν» τελικά ή αν με την επόμενη κίνηση θα ανοίξει ένα νέο κενό. Σε αυτό το ρευστό τοπίο η ταχύτητα των εξελίξεων δεν επιτρέπει ασφαλείς προβλέψεις. Το μόνο σχεδόν βέβαιο είναι ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια διαδικασία ανασύνθεσης, όπου το ζητούμενο δεν είναι απλώς οι συμμαχίες, αλλά η ίδια η διαμόρφωση μιας νέας ανθρωπογεωγραφίας στην ευρύτερη Κεντροαριστερά και Αριστερά.
Στο κέντρο αυτής της αβεβαιότητας βρίσκεται το ενδεχόμενο δημιουργίας νέου κόμματος από τον Αλέξη Τσίπρα. Ενα ενδεχόμενο που λειτουργεί σαν μαγνήτης προσδοκιών αλλά και σαν καταλύτης εσωτερικών διεργασιών. Στον ΣΥΡΙΖΑ έχει διαμορφωθεί ένα κλίμα αναμονής, σχεδόν αναστολής, καθώς αρκετά στελέχη και ομάδες επιχειρούν να διαβάσουν τα σημάδια και να προετοιμαστούν για κάθε σενάριο. Την ίδια ώρα στη Νέα Αριστερά το ερώτημα για το πώς πρέπει να τοποθετηθεί απέναντι σε μια πιθανή πρωτοβουλία Τσίπρα δεν είναι απλώς τακτικό, αλλά βαθιά στρατηγικό.
Nέα Αριστερά
Το πρόσφατο συνέδριο της Νέας Αριστεράς απέφυγε τη διάσπαση, όμως δεν έλυσε το πρόβλημα. Αντίθετα, το μετέθεσε χρονικά. Οι διαφορετικές γραμμές παραμένουν υπαρκτές και σε αρκετά σημεία ασύμβατες. Από τη μία πλευρά ο Ευκλείδης Τσακαλώτος και ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης υποστηρίζουν μια καθαρότερη στροφή προς τα αριστερά με αναφορά στο ΜέΡΑ25 και γενικότερα στον χώρο της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Μια επιλογή που, εάν προχωρήσει, μετακινεί συνολικά τον άξονα του κόμματος και επανακαθορίζει το ακροατήριό του.
Από την άλλη πλευρά στελέχη της ηγετικής ομάδας, όπως ο Αλέξης Χαρίτσης, η Εφη Αχτσιόγλου και ο Δημήτρης Τζανακόπουλος, δείχνουν να αντιλαμβάνονται ότι μια τέτοια μετατόπιση θα συρρικνώσει τις δυνατότητες ευρύτερης απεύθυνσης. Η δική τους ανάγνωση εστιάζει περισσότερο στην ανάγκη ενός προγραμματικού και πολιτικού ανοίγματος προς Κέντρο – Αριστερά χωρίς απώλεια του προοδευτικού στίγματος. Το αποτέλεσμα είναι ένα κόμμα που ισορροπεί σε τεντωμένο σχοινί, με τον κίνδυνο είτε να παραμείνει μετέωρο, είτε να αναγκαστεί σύντομα να πάρει πιο καθαρές αποφάσεις.
Μέσα σε αυτή τη συνθήκη το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να διαβάσει τις ρωγμές και να κινηθεί ανάλογα.
Οι εξελίξεις στη Νέα Αριστερά αλλά και οι εσωτερικές πιέσεις στο ίδιο το κόμμα ωθούν την ηγεσία του σε προσεκτικούς ελιγμούς. Ο Νίκος Ανδρουλάκης βρίσκεται εδώ και καιρό σε μια ιδιότυπη διελκυστίνδα: από τη μία πλευρά οι παρεμβάσεις του Παύλου Γερουλάνου και του Χάρη Δούκα που πιέζουν για καθαρότερη στροφή προς τα αριστερά, από την άλλη οι φωνές, όπως αυτή της Αννας Διαμαντοπούλου, που υπογραμμίζουν την ανάγκη διατήρησης ισχυρών δεσμών με τον κεντρώο χώρο.
Σε αυτό το πλαίσιο το άνοιγμα του ΠΑΣΟΚ προς τη Νέα Αριστερά αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Δεν πρόκειται απλώς για μια κίνηση καλής θέλησης, αλλά για μια απόπειρα να διαμορφωθεί ένας ευρύτερος προοδευτικός πόλος πριν άλλοι προλάβουν να καλύψουν το κενό. Ομως αυτή ακριβώς η μετατόπιση του ΠΑΣΟΚ αριστερότερα αφήνει περισσότερο ελεύθερο χώρο στο Κέντρο.
Και εδώ αρχίζει ένα δεύτερο, εξίσου κρίσιμο παιχνίδι. Το Κέντρο, ιστορικά ρευστό και εκλογικά καθοριστικό, μοιάζει να γίνεται το νέο πεδίο ανταγωνισμού ανάμεσα στον Τσίπρα και τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Ο πρώην πρωθυπουργός επιχειρεί να επανασυστήσει τον εαυτό του μέσα από μια μεταρρυθμιστική αφήγηση, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την πρόταση για τη «Νέα Διαύγεια». Πρόκειται για μια κίνηση που δεν απευθύνεται μόνο στο αριστερό ακροατήριο, αλλά κυρίως σε πολίτες που αυτοπροσδιορίζονται ως προοδευτικοί κεντρώοι και αναζητούν θεσμικές τομές.
Η αναθεώρηση
Από την άλλη πλευρά ο Μητσοτάκης ανοίγει τη συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση, επενδύοντας στο προφίλ του ηγέτη που μπορεί να εγγυηθεί σταθερότητα και θεσμικό εκσυγχρονισμό.
Ταυτόχρονα όμως το Μαξίμου γνωρίζει ότι ένα τμήμα του Κέντρου παραμένει επιφυλακτικό απέναντι στην πρόσφατη ρητορική σκλήρυνση και σε στοιχεία πολιτικού λόγου που θυμίζουν περισσότερο τραμπικού τύπου προσεγγίσεις παρά κλασικό ευρωπαϊκό φιλελευθερισμό. Σε αυτό το περιβάλλον η μάχη για το ποιος θα πείσει ότι εκφράζει τον «λογικό μεταρρυθμισμό» και όχι τον ευκαιριακό τακτικισμό αποκτά κεντρική σημασία. Το διακύβευμα δεν είναι μόνο εκλογικό, αλλά βαθιά πολιτικό: αφορά το ποιος θα μπορέσει να ορίσει την ατζέντα της επόμενης περιόδου και να δώσει το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθούν και οι υπόλοιποι παίκτες.
Ετσι το πολιτικό σκηνικό διαμορφώνεται ως μια σύνθετη εξίσωση πολλών αγνώστων. Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει με βεβαιότητα ποια κομμάτια θα «κάτσουν» τελικά στη θέση τους και ποια θα συνεχίσουν να αιωρούνται.
Το μόνο σίγουρο είναι ότι το παιχνίδι βρίσκεται ακόμη στην αρχή – και ότι, όπως και στο Tetris, μία μόνο κίνηση μπορεί να αλλάξει ολόκληρη την εικόνα.
