Ηταν τέτοιες μέρες περίπου που ο Νεκτάριος Σαντορινιός παρέδωσε το τελευταίο του γράμμα προς όλους αυτούς με τους οποίους συμπορεύτηκε, αγάπησε, αγαπήθηκε και μοιράστηκε τα 50 του χρόνια. Με την ίδια ειλικρίνεια που πάντα μιλούσε και με το ίδιο θάρρος που πάντα έπραττε, αποχαιρέτησε τα αγαπημένα του νησιά, τους συνοδοιπόρους του, τους ανθρώπους του, τη ζωή. Με το κεφάλι ψηλά απέναντι στη μάχη που έδινε. Με το βλέμμα στο μέλλον. Με την ελπίδα πως τίποτα από όσα πίστεψε, πάλεψε και προσπάθησε, δεν θα χαθεί στη λήθη.
«[…] Εδώ και καιρό η χώρα μας βιώνει μια συστηματική θεσμική εκτροπή. Η Κυβέρνηση Μητσοτάκη απειλεί την Δημοκρατία, ζει παρασιτικά από τα δημόσια ταμεία και αυξάνει τις κοινωνικές ανισότητες. […] Είμαστε μπροστά σε έναν αγώνα διαρκείας ενάντια στην ανηθικότητα, την παρακμή, την φτωχοποίηση, τον εκμαυλισμό του πολιτεύματός μας», έγραφε.
Τρία χρόνια μετά το φευγιό του, εκείνες οι λέξεις παραμένουν επίκαιρες, υπογραμμίζοντας ακόμα την ανάγκη για ανάληψη δράσεων που θα βασίζονται στην ενότητα. Θα δείχνουν ένα μέλλον ουσιαστικής αλλαγής και θα στοχεύουν, όχι στο μέσα μας και στο εγώ μας, αλλά σε λύσεις για τα βαθιά κοινωνικά και πολιτικά αδιέξοδα που μεγεθύνονται, μέρα τη μέρα.
«[…] Προσωπικά, δίνοντας μια παράλληλη και δύσκολη μάχη με τον καρκίνο, δηλώνω παρών στον αγώνα να αναπνεύσει και πάλι η χώρα και να σταθεί όρθια η κοινωνία. Παρών στην προσπάθεια να ανατραπεί το καθεστώς που μαυρίζει τις ζωές μας. Παρών πάντα για τις ανάγκες των νησιών και των νησιωτών μας. Οποιο και αν είναι το προσωπικό μας άχθος, έχουμε χρέος απέναντι στην Ιστορία και τις επόμενες γενιές να σταθούμε στη σωστή πλευρά του ποταμού και να παλέψουμε», σημείωνε χαρακτηριστικά.
Το «παρών» ο Νεκτάριος δεν το είπε λίγο πριν το τέλος. Το έλεγε κάθε μέρα μέσα από το έργο που άφησε στο υπουργείο Νησιωτικής Πολιτικής. Το έλεγε μέσα από τα κινήματα και τους αγώνες, με τα οποία συνδεόταν, όχι μόνο ιδεολογικά, αλλά και βαθιά ανθρώπινα. Το έλεγε μέσα από τη στάση του στη Βουλή, υπερασπιζόμενος, όπως πίστευε, την τιμή που του είχαν κάνει οι νησιώτες να τους εκπροσωπεί. Και το έκανε κάθε μέρα, για κάθε ζήτημα, με πάθος και ένταση, χωρίς κούραση ή δισταγμό. Γιατί για αυτόν, η νησιωτική Ελλάδα που λάτρευε, ήταν τόπος γεμάτος από ανθρώπους που έφτιαξαν μόνοι τους το παρόν και το μέλλον τους, με σκληρή δουλειά, παρά τις αντιξοότητες, ενάντια στον καιρό και τις βαριές σελίδες της Ιστορίας που πέρασαν από πάνω τους.
Ο Νεκτάριος δεν ήταν ο άνθρωπος των κλειστών αιθουσών και των διαδρόμων. Ηταν αυτός που ονειρευόταν ανοιχτές θάλασσες, ενωμένους ανθρώπους, κοινές προοπτικές, ουσιαστικές αλλαγές. Μπορούσε να δει πέρα από το τώρα και το προσωπικό του ανάστημα. Γι’ αυτό, ακόμα και σήμερα η απουσία του, για μας που τον γνωρίσαμε και τον ζήσαμε, είναι τόσο εκκωφαντική.
ΥΓ. Λένε πως όταν χάνεις έναν άνθρωπο που σε έκανε να γελάς, να εμπνέεσαι, να ελπίζεις, να θαυμάζεις, να αισθάνεσαι σιγουριά. Που σε έκανε να πιστεύεις πως κάθε μέρα μπορεί μια μικρή κίνηση να επηρεάσει τη ζωή πολλών και πως αυτός είναι ο μόνος ρόλος της Αριστεράς. Τότε το κενό είναι δυσαναπλήρωτο. Η αλήθεια είναι πως παρά τα χρόνια που περνούν, το πιο δύσκολο είναι να χάνεις έναν Σύντροφο. Οταν δεν μπορείς πια να τον κοιτάξεις στα δύσκολα και όταν δεν μπορείς πια να μοιραστείς τη χαρά σου. Οταν σου λείπει όχι μόνο ο ίσκιος του, αλλά η πίστη του στα σημαντικά και τα μεγάλα, που θα σε έβγαζε, ακόμα μια φορά, στο ξέφωτο, μακριά από τα μικρά, τα κοντόφθαλμα και τα ημέτερα.
Αγγελίνα Χατζοπούλου
Συνεργάτης Ν. Σαντορινιού 2015-2023
