Mέσα στον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο του 2026, 246 δημόσια και ιδιωτικά Γυμνάσια σε ολόκληρη τη χώρα θα συμμετάσχουν στην κύρια φάση της διεθνούς έρευνας Teaching and Learning International Survey (TALIS) του ΟΟΣΑ. Τη διεξαγωγή της έρευνας στην Ελλάδα αναλαμβάνει το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής, σε συνεργασία με το υπουργείο Παιδείας, με τη συμμετοχή διευθυντών και εκπαιδευτικών να είναι υποχρεωτική και να πραγματοποιείται μέσω ηλεκτρονικού ερωτηματολογίου διάρκειας 45-60 λεπτών.
Η Ελλάδα θα συμμετάσχει για πρώτη φορά το 2026 στον συμπληρωματικό κύκλο TALIS+, προσθέτοντας τη φωνή της σε μια παγκόσμια συζήτηση. Με συγκρίσιμα δεδομένα που θα ενταχθούν στον κύκλο του 2024, η χώρα εντάσσεται σε ένα ερευνητικό δίκτυο που καλύπτει έξι ηπείρους και δεκάδες εκπαιδευτικά συστήματα.
Η καταγραφή
Η TALIS, που διεξάγεται από το 2008 σε περισσότερες από 60 χώρες, παρουσιάζεται ως η μεγαλύτερη διεθνής έρευνα για τις συνθήκες εργασίας των εκπαιδευτικών, τον ρόλο της σχολικής ηγεσίας και τα μαθησιακά περιβάλλοντα. Και πράγματι, σε επίπεδο πρόθεσης, φιλοδοξεί να «ακούσει» τη φωνή εκείνων που ζουν καθημερινά την τάξη και το σχολείο. Το ερώτημα, όμως, δεν είναι μόνο ποιος μιλά. Είναι και τι επιτρέπεται να ειπωθεί.
Σύμφωνα με την επίσημη περιγραφή, μέσα από την TALIS οι εκπαιδευτικοί και οι διευθυντές μοιράζονται τις εμπειρίες τους, αναδεικνύουν τι λειτουργεί και ποιες δυσκολίες αντιμετωπίζουν. Κάθε απάντηση θεωρείται πολύτιμη γνώση για τη βελτίωση της εκπαιδευτικής πολιτικής.
Ωστόσο, μια προσεκτική ματιά στο περιεχόμενο του ερωτηματολογίου αποκαλύπτει ένα κρίσιμο κενό: η εκπαιδευτική διαδικασία παρουσιάζεται σχεδόν αποκομμένη από το κοινωνικό και υλικό της πλαίσιο. Ποια δεδομένα συλλέγει η TALIS; Η έρευνα περιλαμβάνει περίπου 50 ερωτήσεις που αγγίζουν ευρύ φάσμα θεμάτων, όπως:
● Διδακτική προετοιμασία και καθημερινές πρακτικές στην τάξη
● Επαγγελματική επιμόρφωση και εμπόδια στην πρόσβασή της
● Σχέσεις μεταξύ διευθυντών και εκπαιδευτικών
● Θέματα όπως η τεχνητή νοημοσύνη, η περιβαλλοντική ευαισθησία και η ηγεσία σχολείου
● Πτυχές της σχολικής κουλτούρας (όπως ο εκφοβισμός και το κλίμα στο σχολείο)
Παρά τη φαινομενική πληρότητα των θεματικών, παραμένει ερώτημα το κατά πόσο απεικονίζονται οι πραγματικές κοινωνικές και θεσμικές συνθήκες της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Τι απουσιάζει από το ερωτηματολόγιο; Δεν υπάρχει καμία αναφορά στις υποδομές, στον αριθμό μαθητών ανά τάξη ή στο επίπεδο κρατικής χρηματοδότησης.
Δεν τίθενται ερωτήματα για τη φτώχεια, τις κοινωνικές ανισότητες ή τις οικογενειακές δυσκολίες που επηρεάζουν άμεσα τη μάθηση. Απουσιάζει κάθε αποτύπωση της θεσμικής στήριξης –ή της απουσίας της– προς τον εκπαιδευτικό. Ετσι, ενώ η TALIS δηλώνει ότι εξετάζει τις «συνθήκες εργασίας», αποφεύγει να αγγίξει τις υλικές και κοινωνικές συνθήκες που τις διαμορφώνουν. Και αυτή η αποσιώπηση δεν είναι ουδέτερη.
Μετατόπιση ευθύνης
Το κενό αυτό οδηγεί σε μια θεμελιώδη μονομέρεια: η ευθύνη για τη λειτουργία του σχολείου και τα μαθησιακά αποτελέσματα εστιάζεται σχεδόν αποκλειστικά στον εκπαιδευτικό και στη σχολική μονάδα. Το κράτος εμφανίζεται ως εξωτερικός παρατηρητής, όχι ως συνδιαμορφωτής των συνθηκών. Από τις ίδιες τις ερωτήσεις, μάλιστα, μπορεί να «διαβαστεί» το σχολικό μοντέλο που προωθείται. Ενας εκπαιδευτικός ευέλικτος, με ελαστικές σχέσεις εργασίας και πιθανή πολυσχολική απασχόληση. Μια επαγγελματική εξέλιξη που παρουσιάζεται ως ατομική ευθύνη και όχι ως συλλογική επένδυση. Πίεση για υψηλή απόδοση, με τον εκπαιδευτικό να θεωρείται υπόλογος για τα μαθησιακά αποτελέσματα, ακόμη και όταν δεν ελέγχει τις συνθήκες μέσα στις οποίες εργάζεται.
«Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η έμφαση της TALIS στην “επαγγελματική αποχώρηση”. Η έρευνα μελετά συστηματικά το ενδεχόμενο εξόδου από το επάγγελμα, είτε λόγω συνταξιοδότησης είτε λόγω εργασιακής εξουθένωσης ή αναζήτησης καριέρας εκτός εκπαίδευσης»
Παράλληλα, ενισχύεται ο ρόλος του διευθυντή ως επόπτη και αξιολογητή, με αυξημένες διαχειριστικές και αξιολογικές αρμοδιότητες, αλλά χωρίς αντίστοιχη διοικητική στήριξη. Η γραφειοκρατία διογκώνεται, η έλλειψη προσωπικού κανονικοποιείται και η επιβάρυνση μεταφέρεται στους ήδη εργαζόμενους. Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η έμφαση της TALIS στην «επαγγελματική αποχώρηση». Η έρευνα διερευνά συστηματικά το ενδεχόμενο εξόδου από το επάγγελμα, είτε λόγω συνταξιοδότησης είτε λόγω εργασιακής εξουθένωσης ή αναζήτησης καριέρας εκτός εκπαίδευσης. Η επαναλαμβανόμενη αυτή αναφορά δεν είναι τυχαία.
Η «αποχώρηση»
Αντί να διερευνά πώς το επάγγελμα μπορεί να γίνει ελκυστικότερο, πιο σταθερό και ουσιαστικά υποστηριζόμενο, η TALIS μοιάζει να καταγράφει –και να αποδέχεται σιωπηρά– μια παγκόσμια τάση υποβάθμισης του ρόλου του εκπαιδευτικού. Η επαγγελματική αβεβαιότητα δεν παρουσιάζεται ως πρόβλημα προς επίλυση, αλλά ως δεδομένο προς διαχείριση.
Το υπουργείο Παιδείας χαρακτήρισε τη συμμετοχή της Ελλάδας στην TALIS «σημαντική στιγμή», που επιτρέπει να ακουστεί οργανωμένα η φωνή των εκπαιδευτικών και να διαμορφωθούν πολιτικές βασισμένες στη γνώση και την εμπειρία τους. Η δήλωση αυτή αποτυπώνει μια θετική πρόθεση.
Ομως η αξιοπιστία της θα κριθεί εκ των υστέρων: από το αν τα δεδομένα θα χρησιμοποιηθούν για στήριξη ή για επιπλέον πίεση. Γιατί το κρίσιμο ερώτημα παραμένει: θα ακουστεί ο εκπαιδευτικός ως άνθρωπος μέσα σε συγκεκριμένες συνθήκες ή ως μονάδα απόδοσης μέσα σε δείκτες;
