Το παράδοξο της ελληνικής αγοράς είναι πως ενώ ο ρυθμός του πληθωρισμού πέφτει, το κόστος ζωής δεν ακολουθεί, διατηρώντας μια «ακριβή καθημερινότητα», με το 80% των πολιτών να έχει αλλάξει τον οικογενειακό του προϋπολογισμό και τις επιχειρήσεις να διαμαρτύρονται.
Αυτά αναφέρονται στην ανάλυση του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιά (ΕΒΕΠ) για την εξέλιξη του πληθωρισμού στην Ελλάδα και την ευρωζώνη, εστιάζοντας στις επιπτώσεις για την ελληνική επιχειρηματικότητα. Στην ανάλυση του Επιμελητηρίου τονίζεται ακόμα ότι, πέραν των συσσωρευμένων ανατιμήσεων της πενταετίας 2021-2025, και οι ετήσιες αυξήσεις σε τρόφιμα και ποτά κατά 7%, στις υπηρεσίες επίσης κατά 7%, στα ενοίκια κατά 8% και στην ενέργεια κατά 6% δυσκολεύουν το αποτέλεσμα των μέτρων αντιμετώπισης της ακρίβειας.
Τα μέχρι σήμερα μέτρα, όπως επισημαίνεται στην ανάλυση του ΕΒΕΠ, περιλαμβάνουν φορολογικές ελαφρύνσεις με μείωση φόρων, μηδενικό φόρο σε νέους εργαζόμενους και κατάργηση ΕΝΦΙΑ σε μικρά χωριά, εποπτεία της αγοράς με app για καταγγελίες, ειδοποιήσεις χαμηλότερων τιμών, αλλά και λειτουργία λαϊκών αγορών από παραγωγούς, καταπολέμηση των παραπλανητικών «προσφορών» ενώ, τέλος, προβλέπουν και τη στήριξη των εισοδημάτων τη διετία 2026-27 με πρωτοβουλίες περίπου 2 δισ. ευρώ για τα νοικοκυριά. Ωστόσο ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ, Βασίλης Κορκίδης, κάνει τις δικές του προτάσεις για αντιμετώπιση της «πενταετούς ακρίβεια» στην Ελλάδα.
Οπως τονίζει, θα πρέπει, βραχυπρόθεσμα, να συνδυαστούν αυξήσεις μισθών σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, στοχευμένες ρυθμίσεις τιμών και ελέγχων της αγοράς, μειώσεις φορολογικών βαρών και ενισχύσεις εισοδήματος, μέτρα στήριξης ευάλωτων ομάδων και μεσαίας τάξης και, μεσοπρόθεσμα, μεταρρυθμίσεις στην παραγωγικότητα και στον ανταγωνισμό.
Αυτά τα μέτρα, όπως υποστηρίζει, μπορούν να μετριάσουν τις πιέσεις της ακρίβειας και να προστατεύσουν, έως ένα σημείο, το βιοτικό επίπεδο των πολιτών, που, βεβαίως, επηρεάζεται από πολλούς εξωγενείς παράγοντες, αφού η ακρίβεια στην τελική τιμή οφείλεται κατά 80% στο κόστος παραγωγής και στην τιμή των εισαγόμενων αγαθών. Πρότεινε, επίσης, πως το μέτρο που πρέπει να επιχειρήσει η κυβέρνηση κατά της «παγιωμένης ακρίβειας» είναι η μεταρρύθμιση του ΦΠΑ με δύο συντελεστές, με αναδιάταξη των βασικών αγαθών και με τη διατήρηση της ανοδικής πορείας των 29 δισ. ευρώ ετήσιων εσόδων από ΦΠΑ. Τέλος, ευχήθηκε η νέα Εθνική Αρχή Εποπτείας της Αγοράς, με ισχυρές αρμοδιότητες και στελέχωση, να ενισχύσει με αυστηρότερους ελέγχους τη διαμόρφωση χαμηλότερων τιμών και να δρομολογήσει σειρά πρωτοβουλιών για τη διαφάνεια και τον υγιή ανταγωνισμό στην αγορά.
