ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Λένα Κυριακίδη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ως αλλαγή υποδείγματος στο πλαίσιο των συλλογικών διαπραγματεύσεων χαρακτηρίζει ο γενικός γραμματέας Εργασιακών Σχέσεων του υπουργείου Εργασίας, Νίκος Μηλαπίδης, τη λεγόμενη Κοινωνική Συμφωνία για τις συλλογικές συμβάσεις στην οποία κατέληξαν κυβέρνηση και εθνικοί εταίροι έπειτα από εκατέρωθεν υποχωρήσεις και η οποία ενσωματώθηκε στο υπό διαβούλευση νομοσχέδιο.

Αυτό θα κατατεθεί αρχές Φεβρουαρίου στο ελληνικό κοινοβούλιο και ήδη έχει ξεσηκώσει σφοδρές αντιδράσεις, καθώς, ενώ αποτελεί ένα βήμα προς την ενίσχυση των ΣΣΕ, δεν δίνει κίνητρα και αντικίνητρα για την ενίσχυσή τους, υποβαθμίζει περαιτέρω τον ρόλο του Οργανισμού Μεσολάβησης και Διαιτησίας και αναβαθμίζει τον ρόλο της ΓΣΕΕ.

Ο γ.γ. απαντά σε βασικά σημεία τής μέχρι τώρα κριτικής, σημειώνει πως το νέο νομοσχέδιο δεν συνιστά αναβίωση του παλαιού μοντέλου καθορισμού των αποδοχών και υποστηρίζει πως η ισχυρή κάλυψη των εργαζομένων από κλαδικές συμβάσεις σε άλλες χώρες της Ε.Ε. αποτελεί προϊόν πολιτικών που στηρίζουν τη συνεργασία αντί της σύγκρουσης.

● Τι απαντάτε στην κριτική ότι με τη δημιουργία Επιτροπής που θα κρίνει τα κριτήρια για μονομερή προσφυγή στον Οργανισμό Μεσολάβησης και Διαιτησίας, το κομβικό αυτό δικαίωμα περιορίζεται ακόμα περισσότερο και ότι το νέο στάδιο ελέγχου θα λειτουργήσει ανασχετικά στη θετική νομολογία, η οποία έχει δημιουργηθεί από διαιτητικές και δικαστικές αποφάσεις υπέρ προσφυγών εργατικών σωματείων;

Ολες οι αλλαγές που προβλέπονται στην Κοινωνική Συμφωνία δεν αποτελούν μονομερή ενέργεια της κυβέρνησης. Υπήρξε συνειδητή πολιτική επιλογή να επενδύσουμε στον τριμερή κοινωνικό διάλογο. Στόχος του σχεδίου νόμου είναι η αναζωογόνησή των ΣΣΕ και η επιτάχυνση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, η οποία επιτυγχάνεται -μεταξύ άλλων- και με την κατάργηση του δεύτερου βαθμού διαιτησίας και με τη σύσταση Επιτροπής που θα εξετάζει αποκλειστικά τη συνδρομή των νόμιμων προϋποθέσεων της αίτησης, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της συλλογικής διαφοράς. Η Επιτροπή θα λειτουργεί μόνο ως προκαταρκτικός έλεγχος. Εξάλλου είναι σημαντικό οι μεσολαβητές και διαιτητές, πολλοί εκ των οποίων δεν είναι νομικοί, να αφήνονται απερίσπαστοι στο κύριο και σημαντικότερο έργο τους που είναι η επίλυση συλλογικών εργατικών διαφορών επί της ουσίας.

● Με ποιο σκεπτικό αποφασίστηκε η μείωση του ελάχιστου ποσοστού εργοδοτικής εκπροσώπησης από 50% σε 40% για την επέκτασή της συλλογικής σύμβασης, μείωση η οποία δεν αποτρέπει τη μαζική έξοδο εργοδοτικών ενώσεων από τον εκάστοτε φορέα, όπως συμβαίνει μέχρι σήμερα, και ο μηδενισμός του ποσοστού εάν τη ΣΣΕ συνυπογράψει ένας από τους κοινωνικούς εταίρους;

Η ομόφωνη απόφαση για μείωση του απαιτούμενου ποσοστού κάλυψης για την επέκταση μιας ΣΣΕ αποτελεί μόνο μία από τις προτάσεις των κοινωνικών εταίρων και της πολιτείας για τη διευκόλυνση των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Η μείωση του ποσοτικού κριτηρίου κάλυψης από 50+1% σε 40+1% σε συνδυασμό με την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης, τη βελτίωση της εκπροσώπησης και της αντιπροσωπευτικότητας, την αύξηση της συνδικαλιστικής πυκνότητας, την απλοποίηση στην τήρηση μητρώων, την επαναφορά της πλήρους μετενέργειας και την επικουρική αρμοδιότητα της ΓΣΕΕ να συνάπτει και να συνυπογράφει ΣΣΕ θα αποκαταστήσουν το σύστημα συλλογικών διαπραγματεύσεων.

Αναμένεται λοιπόν να συναφθούν περισσότερες ΣΣΕ, που είναι και ο αντικειμενικός στόχος της κυβέρνησης και της σχετικής ευρωπαϊκής Οδηγίας. Σε κάθε περίπτωση από τη στιγμή που οι κοινωνικοί εταίροι συμφώνησαν να μειωθεί το ποσοστό στο 40+1% και επομένως οι εργοδοτικοί κοινωνικοί εταίροι έκριναν ότι με το ποσοστό αυτό εξαλείφεται ή μειώνεται ο όποιος κίνδυνος -για να χρησιμοποιήσω τη δική σας έκφραση- «μαζικής εξόδου εργοδοτικών ενώσεων από τον εκάστοτε φορέα» -πράγμα που δεν γνωρίζω αν έγινε ποτέ και δεν μπορώ να επιβεβαιώσω-, δεν είχε λόγο το υπουργείο Εργασίας και η κυβέρνηση να τους αμφισβητήσει.

● Τι κερδίζει ο εργαζόμενος από την επαναφορά της πλήρους μετενέργειας όλων των όρων μιας ΣΣΕ;

Μέχρι σήμερα, υπό το ισχύον καθεστώς, μετά τη λήξη μιας ΣΣΕ και μετά την πάροδο της υποχρεωτικής τρίμηνης παράτασης διατηρούνται μόνο ο βασικός μισθός και τα 4 επιδόματα: προϋπηρεσίας, σπουδών, τέκνου και επικίνδυνης εργασίας, εφόσον αυτά προβλέπονταν στη ΣΣΕ που έληξε. Κάθε άλλος μισθολογικός ή θεσμικός όρος παύει να ισχύει.

Με το νέο πλαίσιο της κοινωνικής συμφωνίας, μετά τη λήξη μιας ΣΣΕ οι όροι της συνεχίζουν να ισχύουν πλήρως για τους εργαζόμενους έως τη σύναψη νέας συλλογικής ή ατομικής σύμβασης, καταργώντας το προηγούμενο καθεστώς μερικής μετενέργειας και διασφαλίζοντας ασφάλεια, σταθερότητα και προστασία μισθών για όλους, συμπεριλαμβανομένων των νεοπροσλαμβανόμενων κατά την τρίμηνη παράταση. Επανέρχεται δηλαδή το καθεστώς της πλήρους μετενέργειας, παρέχοντας κίνητρα και μεγαλύτερη ασφάλεια και στις δυο πλευρές να προσέλθουν σε νέα καλόπιστη συλλογική διαπραγμάτευση.

● Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΚΤ, ούτε ένας στους δύο μισθωτούς δεν καλύπτεται από ΣΣΕ στην Ελλάδα, ενώ ο στόχος της Ε.Ε. είναι να καλύπτονται οκτώ στους δέκα εργαζόμενους. Θεωρείτε πως το νέο νομοσχέδιο είναι δυνατόν να οδηγήσει σε τόσο μεγάλη ενίσχυση των ΣΣΕ, που θα κάλυπτε ένα τέτοιο κενό;

Οι συλλογικές συμβάσεις αποτελούν ένδειξη θεσμικής ωριμότητας. Δείχνουν ότι μια κοινωνία δεν βασίζεται στην «καλή θέληση» ή στη συγκυριακή δύναμη των μερών. Το γεγονός ότι σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες είναι αυτονόητο πως οι κλαδικές συμβάσεις καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος των εργαζομένων δεν είναι τυχαίο· είναι αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών που στηρίζουν τη συνεργασία αντί της σύγκρουσης.

Δεν αμφισβητείται ότι στην Ελλάδα το ποσοστό κάλυψης των εργαζομένων από συλλογικές συμβάσεις είναι χαμηλό. Για μια σειρά από λόγους που ανήκουν στο παρελθόν. Ωστόσο και ο ευρωπαϊκός μέσος όρος δεν ξεπερνά το 55-60%. Αυτός είναι και ο λόγος που οδήγησε στη θέσπιση της ευρωπαϊκής Οδηγίας για την ενίσχυση των συλλογικών διαπραγματεύσεων με στόχο σε βάθος χρόνου την κάλυψη 80% των εργαζομένων σε κάθε κράτος-μέλος.

Βεβαίως δεν υπάρχει κανένα μαγικό ραβδάκι, κανένα μεμονωμένο μέτρο που θα εξασφαλίσει τετραπλασιασμό του αριθμού των καλυπτόμενων από ΣΣΕ μισθωτών. Τόσο το πενταετές σχέδιο δράσης που υποβλήθηκε στην ευρωπαϊκή επιτροπή όσο και το νέο νομοσχέδιο δεν συνιστά επιστροφή στο παρελθόν, ούτε αναβίωση του παλαιού μοντέλου καθορισμού των αποδοχών μέσω της εθνικής συλλογικής σύμβασης και της λογικής τού «one size fits all».

Αντιθέτως, διαμορφώνει ένα σύγχρονο πλαίσιο συλλογικών διαπραγματεύσεων με σαφή κλαδικό προσανατολισμό, το οποίο στηρίζεται στη βελτίωση των όρων και των συνθηκών εργασίας μέσα από τη βελτίωση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας των κλάδων της οικονομίας. Με άλλα λόγια έχουμε μια αλλαγή υποδείγματος που επιτυγχάνεται με την Κοινωνική Συμφωνία. Πλέον εναπόκειται σε εργαζόμενους και εργοδότες να αξιοποιήσουν το νέο πλαίσιο και να διαμορφώσουν υπεύθυνα από κοινού τους όρους εργασίας του μέλλοντος με όρους βιωσιμότητας και εργασιακής αξιοπρέπειας.

● Πώς εκτιμάτε τη στάση των κομμάτων της αντιπολίτευσης στη συζήτηση του νομοσχεδίου;

Θα ήταν ιδιαίτερα επισφαλές να προβλέψω, πολλώ δε μάλλον να προκαταλάβω τη στάση των κομμάτων της αντιπολίτευσης. Δεν μπορώ όμως να μην επισημάνω ότι το νομοσχέδιο που θα έρθει προς ψήφιση δεν είναι ένα τυπικό νομοσχέδιο της κυβερνητικής πλειοψηφίας. Εμπεριέχει αυτούσια την κοινωνική συμφωνία, που φέρει την υπογραφή εργαζομένων και εργοδοτών, και προσδοκώ ότι τα κόμματα που θέλουν ένα καλύτερο μέλλον για τον κόσμο της εργασίας να αντιληφθούν ότι η σημασία κοινωνικής συμφωνίας υπερβαίνει το πεδίο των εργασιακών σχέσεων. Αφορά τη λειτουργία της δημοκρατίας. Αποδεικνύει ότι το κράτος μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για την εύρεση πεδίων σύγκλισης και ως εγγυητής εμπιστοσύνης, όταν ο κοινωνικός και πολιτικός διάλογος είναι πραγματικός, όχι προσχηματικός.