ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Σπύρος Τσάμης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Γροθιές! Αφυπνιστικές παραινέσεις προς όλους μας… Πρόθεσή μας είναι να ισοδυναμούν μαζί τους οι αναφορές στον Κάσιους Κλέι ή αλλιώς Μοχάμεντ Αλι, γεννημένος σαν σήμερα, 17 Ιανουαρίου του 1942, στο Λούισβιλ του Κεντάκι. Δεν πρόκειται να το εκβιάσουμε ώστε να γεννηθεί το ενδιαφέρον σας… Η στάση ζωής και τα λόγια του μυθικού πυγμάχου ισοδυναμούν με ισχυρά, ανθρωποκεντρικά ερεθίσματα. Αναφορές σαν αλλεπάλληλες γροθιές, λοιπόν, ας μην καλυφθείτε.

H οικιακή βοηθός, Οντέσα Γκρέιντι Κλέι, σύζυγος του κατασκευαστή πινακίδων, Κάσιους Μαρσέλους Κλέι, έφερε στον κόσμο έναν από τους κορυφαίους αθλητές όλων των εποχών. Εκεί στις όχθες του ποταμού Οχάιο, όπου ρίχνουν τη σκιά τους τα Απαλάχια όρη. Σε ένα ταπεινό δωμάτιο, που ο ίδιος το έδειχνε με περηφάνια και συγκίνηση. Οι γονείς του ήταν απόγονοι δούλων του προπολεμικού Νότου, ενώ ο ίδιος άρχισε την πυγμαχία σε ηλικία 12 ετών. Και υπήρχε σοβαρός λόγος… Του έκλεψαν το ποδήλατο… «Μάθε να πολεμάς μόνος σου, έτσι θα προστατεύεις τα πράγματά σου» φώναξε μέσα του, αποκάλυψε χρόνια μετά. Και άρχισε προπονήσεις! Βιάστηκε να στείλει το μήνυμα πως είναι ξεχωριστός, καθώς την ίδια χρονιά νίκησε, στον πρώτο επίσημο αγώνα του, τον Ρόνι Ο’ Κίφι.

Ηταν μόλις 18 χρόνων, ερασιτέχνης ακόμη, όταν γιόρτασε το χρυσό μετάλλιο (κατηγορία 87,5 κιλών) στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ρώμης (1960). Ο πρώτος αγώνας του ως επαγγελματίας λίγο αργότερα. Στις 29 Οκτωβρίου 1960, όταν επικράτησε σε έξι γύρους του πολύπειρου Τούνεϊ Χάνσακερ. Από τότε και ώς το τέλος του 1963, σε 19 αγώνες πέτυχε ισάριθμες νίκες. Οι 15 με νοκ άουτ!

Ηταν πυγμάχος της κατηγορίας βαρέων βαρών. Κυριολεκτικός και μεταφορικός ο προσδιορισμός… Πριν τα ασταθή, τρεμάμενα -λόγω της νόσου Πάρκινσον- χέρια και πόδια του τον οδηγήσουν στον βωμό των Ολυμπιακών Αγώνων της Ατλάντας (1996) ώστε να ανάψει τη φλόγα έναρξης της κορυφαίας διοργάνωσης, με παρεμβατικά λόγια και πράξεις για πολιτικά, ανθρωπιστικά, θρησκευτικά θέματα, συνήθιζε να φωτίζει, να τιθασεύει και να καθοδηγεί ως πολίτης του κόσμου. Το 1999 η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή τον ανακήρυξε «δεύτερο καλύτερο αθλητή του αιώνα» μετά τον Πελέ.

Εύλογη διάκριση για τον -τρεις φορές- παγκόσμιο πρωταθλητή της κατηγορίας βαρέων βαρών. Μοναδική η ταχύτητά του, η πλαστικότητα, η ευελιξία των κινήσεών του όταν στο ρινγκ αποφάσιζε πως ήταν ώρα για επίθεση. Παροιμιώδης η τακτική ικανότητά του, όταν ήταν σε θέση άμυνας: με χαμηλά τα χέρια, απέφευγε τα χτυπήματα με τις κινήσεις του σώματός του παρότι άφηνε ακάλυπτο το πρόσωπό του. Από τα πρώτα του βήματα, μια ομάδα λευκών (έχει τη δική του ξεχωριστή αξία αυτό, σε μια εποχή θεμελιωμένου ρατσισμού στις ΗΠΑ) επιχειρηματιών του Λούισβιλ συνασπίστηκε για την οικονομική στήριξη του «ταλαντούχου πυγμάχου». Τον έστειλαν να προπονείται στο Μαϊάμι υπό την καθοδήγηση του προπονητή Αντζελο Ντάντι. Οι επιλογές του αποδεικνύουν, το έλεγε συχνά και ο ίδιος, πως δεν θεωρούσε αυτοσκοπό, αλλά «μέσο έκφρασης» τις αγωνιστικές επιτυχίες.

«Ποτέ δεν είχε παρόμοια έκφραση ικανοποίησης για κάποιο από τα πάμπολλα μετάλλιά του» παρατήρησε ο τηλεοπτικός παραγωγός, το 2005, στην τελετή εγκαινίων του «Κέντρου Μοχάμεντ Αλι»: Για την προάσπιση των αξιών, όσων ο ίδιος υπερασπίστηκε και ανέδειξε, είναι η πλήρης επωνυμία του Κέντρου.

Το 1960, χρονιά του ολυμπιακού μεταλλίου, εντάχθηκε στην οργάνωση «Μαύροι Μουσουλμάνοι», ενώ στις 6 Μαρτίου 1964 μετονομάστηκε σε Μοχάμεντ Αλι. Εξήγησε την απόφασή του ως «άποψη/διαμαρτυρία για την ελευθερία των μαύρων». Ακολούθησε η άρνησή του να καταταγεί στον αμερικανικό στρατό για τον πόλεμο του Βιετνάμ στις 28 Απριλίου 1967. Ακαριαία φυλακίστηκε, υπέστη πενταετή τιμωρία, του επιβλήθηκε πρόστιμο 10.000 δολαρίων, ενώ η αμερικανική κυβέρνηση του αφαίρεσε τον τίτλο του πρωταθλητή. Επανήλθε μετά από τρία χρόνια και έξι μήνες. Οταν πέθανε ο Ελάιτζα Μοχάμεντ, ο ανάδοχος του «Αλι» και πνευματικός πατέρας του, εντάχθηκε στο «Ορθόδοξο Ισλάμ». Λάβαρο ειρήνης, δημοκρατίας, ανθρωπισμού τα λόγια του για την άρνηση στράτευσης, μνημονεύονται συχνά σε αφορμές από τότε: «Δεν θα πάω 10.000 μίλια μακριά για να σκοτώσω άλλους, φτωχούς ανθρώπους που δεν είναι εχθροί μου. Δεν έχω να χωρίσω τίποτα με τους Βιετκόνγκ. Αλλωστε αυτοί δεν με φωνάζουν “βρομονέγρο” όπως κάνουν στην Αμερική. Οι εχθροί της χώρας μου είναι εδώ, στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το όνομά μου, όχι το δικό σας. Η θρησκεία μου, όχι η δική σας. Οι στόχοι μου, οι δικοί μου. Συνηθίστε με!». Η κορύφωση-αντίστασή του: «Είμαι η Αμερική»!

Εκτός από τους λόγους συνείδησης, ας συνυπολογίσουμε πως ήταν ήδη λαϊκός ήρωας. Δύο χρόνια νωρίτερα (25 Μαΐου 1965) στο Λούιστον είχε κατακτήσει τον τίτλο του Παγκόσμιου Πρωταθλητή Βαρέων Βαρών, με την ιστορική γροθιά-φάντασμα. Αντίπαλός του στον αγώνα ήταν ο Σόνι Λίστον. Στο 1’ 42’’ του πρώτου γύρου, ο Μοχάμεντ Αλι (αν και λευκοί εκφωνητές για πολλά χρόνια συνέχιζαν να τον προσφωνούν Κάσιους Κλέι, παρά τη θέλησή του) ξάπλωσε τον Λίστον στο ρινγκ με γροθιά δυνατή μα και ιδιότυπα τεχνική, με μια απρόσμενη κάμψη του χεριού. Η συγκεκριμένη γροθιά ακόμη αναλύεται από προπονητές, εργοφυσιολόγους, και όχι μόνο, επειδή είναι από τότε μη επαναλαμβανόμενη! Ακολούθησε η γνωστή κραυγή-παραίνεση… Πεσμένος ο Λίστον, μα ο Αλι δεν αποχωρούσε για να μετρήσει ο διαιτητής και να τον αναδείξει επίσημα νικητή. Αντίθετα, πήγε πάνω από τον πεσμένο αντίπαλό του και του φώναξε: «Σήκω και πάλεψε, κορόιδο!». Αλλωστε είναι γνωστό πως, κυρίως πριν αρχίσουν οι αγώνες, όταν αντίκριζε face to face τους αντιπάλους του, τους προκαλούσε με ειρωνικά γέλια και υποτιμητικά σχόλια.

Αναλυτές, όχι κατ’ ανάγκη αθλητικοί αλλά και κοινωνικοί, παραλληλίζουν τη «γροθιά-φάντασμα» με το «χέρι του Θεού», το γκολ του σαγηνευτή της μπάλας, Ντιέγκο Μαραντόνα, στο Παγκόσμιο Κύπελλο του Μεξικού (1986) απέναντι στην Εθνική Αγγλίας. «Τα δύο πιο επιδραστικά χέρια του αθλητισμού» είπε ο Κένι Λάνσφερ, Αγγλος καθηγητής κοινωνικών επιστημών.

Πλήρης εμπειριών -μεταξύ άλλων, αποστολή καλής θέλησης στο Αφγανιστάν, απελευθέρωση Αμερικανών ομήρων από το Ιράκ, ο πατέρας εννιά παιδιών Κάσιους Κλέι/Μοχάμεντ Αλι έφυγε από τη ζωή στις 3 Ιουνίου 2016, σε ηλικία 74 ετών.