ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αθηνά Κουφοπάνου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μετά τις τεχνοκρατικές μεθόδους επεξεργασίας της πρόσφατης δημοσιονομικής κρίσης (2008-2018) και μετά τις πολιτικές ρυθμίσεις για την υπέρβαση αυτής της κρίσης (2019-2025) η χώρα μας, αντί να εισέλθει σε μια φάση πολιτικής κανονικότητας, όχι μόνο συνέχισε να βαδίζει τον αδιέξοδο δρόμο της «κατάστασης εξαίρεσης», αλλά βυθίστηκε σε μια τέτοιου τύπου κρίση. Και αυτή τη φορά δεν πρόκειται για μια κάποια λειτουργική κρίση των δημοκρατικών θεσμών. Τέτοιου τύπου κρίσεις εμφανίζονται κατά καιρούς στις σύγχρονες δημοκρατίες και αντιμετωπίζονται άλλοτε επιτυχώς και άλλοτε ανεπιτυχώς. Αυτή τη φορά η κρίση είναι κατ’ εξοχήν πολιτική και έχει δομικό χαρακτήρα.

Διευκρινίζω ότι ο πρωτοετής φοιτητής των πολιτικών επιστημών γνωρίζει πως η σύγχρονη δημοκρατική μορφή ζωής θεμελιώνεται σε δύο αρχές: την αρχή της αντιπροσώπευσης και τη δημοκρατική αρχή (λειτουργία του κράτους δικαίου, του συστήματος των δικαιωμάτων κ.ά.). Στη χώρα μας λειτουργεί ο κοινοβουλευτισμός ως δημοκρατικός θεσμός της αντιπροσώπευσης. Εκεί όμως που εμφανίζονται οι παθογένειες είναι το πραγματολογικό πεδίο της δημοκρατικής αρχής. Πώς λειτουργούν οι θεσμοί της Δικαιοσύνης; Ποια είναι η λειτουργία των θεσμών της ελευθεροτυπίας και της ελευθερίας της έκφρασης; Πόσο ορθολογική και λειτουργική είναι η δημόσια διοίκηση; Στον πρόσφατο κυβερνητικό σχεδιασμό για την κατανομή των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, το ερώτημα πού πήγαν τα χρήματα αυτού του ευρωπαϊκού εργαλείου δεν είναι ρητορικό. Είναι ερώτημα που σχετίζεται με τον τύπο ανάπτυξης που υιοθετήσαμε ως χώρα. Ολα αυτά τα ερωτήματα και πολλά άλλα δεν διατυπώνονται ως ασκήσεις στους φοιτητές. Είναι ερωτήματα που βρίσκονται στα χείλη των πολιτών, οι οποίοι και αποφασίζουν για τη διακυβέρνηση του τόπου μας στις κοινοβουλευτικές εκλογές.

Η βαθιά δομική πολιτική κρίση της χώρας μας επιμερίζεται (ή ορθότερα εκφράζεται) σε τρία επιμέρους πραγματολογικά πεδία: στο πεδίο της ρευστότητας των πολιτικών κομμάτων, στο πεδίο της δομής και της λειτουργίας του πολιτικού συστήματος και τέλος, σ’ αυτό που επικράτησε στην πολιτικο-δημοσιογραφική γλώσσα να ονομάζεται «ζήτημα διακυβερνησιμότητας». Ας εξετάσουμε τα τρία αυτά ζητήματα και ας ξεκινήσουμε από το τελευταίο. Οπως σωστά τονίζει ο Ευάγγελος Βενιζέλος (βλ. συνέντευξή του στο «Βήμα», 28 Δεκεμβρίου 2025), «το ζήτημα της διακυβερνησιμότητας προηγείται όλων των θεσμικών ζητημάτων». Και στη συνέχεια διευκρινίζει ότι «η χώρα είναι μη διακυβερνήσιμη γιατί το πολιτικό σύστημα, η κοινωνία των πολιτών, οι παραγωγικές δυνάμεις, οι διανοούμενοι αδυνατούν να οργανώσουν έναν εθνικό διάλογο που θα οδηγήσει σε επικαιροποίηση της εθνικής στρατηγικής και σε ανασύσταση του κοινωνικού συμβολαίου». Με τη φράση του αυτή (τη γλωσσική πράξη του με τους όρους της φιλοσοφίας της γλώσσας) ο πολιτικός ομιλητής και διανοούμενος Βενιζέλος διαγιγνώσκει τη δομική πολιτική κρίση για την οποία μιλάμε. Και η παρούσα κυβέρνηση και η συνεργατική κυβέρνηση που θα προκύψει από τις επικείμενες εκλογές ως τύποι διακυβέρνησης είναι νόμιμοι. Αλλά και αυτές οι κυβερνήσεις ως πολιτικές οντότητες παρά την κοινοβουλευτική νομιμοποίησή τους δεν είναι παρά συμπτώματα της πολιτικής κρίσης.

Το δεύτερο πεδίο στην ανάλυσή μας είναι αυτό που αναφέρεται στις εγγενείς παθογένειες του ελληνικού πολιτικού συστήματος (αναφέρω ενδεικτικά τις χρόνιες πελατειακές σχέσεις και το μαύρο πολιτικό χρήμα). Αυτές και άλλες πολλές παθογένειες είναι τα θεμέλια του πολιτικού φαινομένου της διαφθοράς που έχει γίνει επιδημία για τον τόπο μας. Με απλά λόγια υποστηρίζω ότι όσο το πολιτικό σύστημα δεν εκσυγχρονίζεται, δεν εντάσσεται σ’ ένα ορθολογικό λειτουργικό πλαίσιο διαχείρισης των πολιτικών θεμάτων τόσο η πολιτική κρίση θα βαθαίνει.

Στο πεδίο τώρα της κομματικής ρευστότητας τα πράγματα διαγιγνώσκονται διά «γυμνού οφθαλμού». Ολα τα κόμματα που συμμετέχουν στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία δεν είναι πολιτικά κόμματα. Αλλα είναι πράγματι πολιτικά κόμματα και ως τέτοια αυτοπροσδιορίζονται και ψηφίζονται από τους πολίτες και άλλα είναι υπο-πολιτικές ή ακόμη και προ-πολιτικές ενώσεις ιδιωτικών συμφερόντων των επιμέρους κοινωνικών ομάδων. Στην τελευταία κατηγορία ανήκουν οι συλλογικές ενώσεις όπως είναι π.χ. η Νίκη, η Πλεύση ελευθερίας, Βελόπουλος, Λατινοπούλου κ.ά.

Κατά τη θεωρητικο-πολιτική άποψή μου, ακόμη και εάν πράγματι κατά τα επόμενα χρόνια αναλάβουμε ως πολιτική κοινωνία να διορθώσουμε τις παθογένειες του πολιτικού συστήματος και επιπλέον εφαρμοστούν ενδοδημοκρατικοί κανόνες διαχωρισμού πολιτικών κομμάτων και υπο-πολιτικών ενώσεων, η δομική πολιτική κρίση της χώρας δεν θα έχει αντιμετωπιστεί. Και αυτό θα συμβαίνει επειδή δεν αντιμετωπίζεται το «ζήτημα της διακυβερνησιμότητας». Ως πολιτική κοινωνία σήμερα (τρίτη δεκαετία του εικοστού πρώτου αιώνα) δεν έχουμε επεξεργαστεί ένα προγραμματικό σχέδιο ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου. Π.χ. οι πολίτες δεν γνωρίζουν ποια είναι τα «κοινωνικά αγαθά» σήμερα, ούτε είναι σε θέση να εκφέρουν άποψη για το τ σημαίνει «κοινό καλό»! Από την άλλη και οι πολιτικές ελίτ και οι οικονομικώς ισχυρές κοινωνικές ομάδες δεν έχουν καταθέσει στον δημόσιο διάλογο ένα σχέδιο γεωστρατηγικής όταν ολόκληρη η υφήλιος έχει μετατραπεί σ’ ένα «γεω-οικονομικό ηφαίστειο». Στο θεμελιώδες ερώτημα «πού βαδίζεις, Ελλάδα;» ή δεν θα απαντήσει κανείς ή θα απαντήσουμε όλοι μαζί! Και η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα θα κρίνει την ιστορική μοίρα της Ελλάδας.

* Kαθηγητής πολιτικής φιλοσοφίας