Κάτι οπωσδήποτε απροσδιόριστο κρύβεται μέσα στις ημέρες τις εορταστικές ή μια άλλη ανθρώπινη ματιά ανακαλύπτουμε για την προσφορά και την αλληλεγγύη. Αυτά εδώ και όπου αλλού δεν γίνονται γενοκτονίες και πόλεμοι – δεν θα πάψει ποτέ αυτή η ηλιθιότητα [ή μήπως αναγκαιότητα;] του είδους. Συναισθήματα ξεχασμένα ανασύρονται είτε το θέλουμε είτε όχι οι περισσότεροι, φως εισβάλλει στους δρόμους και στις πλατείες και στα καταστήματα. Φως μόνο, που όμως συσκοτίζει τον νου και την όποια ψυχή, υπάρχει-δεν υπάρχει αυτή.
Δεν πειράζει που δεν μάθαμε όπως έλεγε ο ποιητής να κουβεντιάζουμε, ούτε μας πτοούν της θρησκείας η μπόρα και η αίγλη για όσους πιστεύουν – δεν έχει σημασία αν είναι καλή ή απαραίτητη η πίστη, αρκεί να νιώθει κανείς καλά με την ύπαρξή του, με τον χαρακτήρα του, με τον πολιτισμό του.
Θραύσματα καλοσύνης και αεράκι συμπάθειας συμπυκνώνονται και μπορεί έτσι να ακούγεται το γέλιο των εορτών, αλλά και το μουγκρητό του ζώου που δεν λέει να φύγει από μέσα μας – ποιος ξέρει αν υπάρχει ή δεν υπάρχει αυτό το ζώο μέσα στον καθένα. Πολλοί θεωρούν ότι τα έχουν καταφέρει, ότι δηλαδή τιθασεύουν το εντός θηρίο με τον ορθό λόγο και τον ρεαλισμό. Χαρούμενοι άνθρωποι, ίσως και ευτυχισμένοι. Γιατί όμως πολλοί είναι καταθλιπτικοί δεν γίνεται κατανοητό. Δαρμένες ψυχές, τσακισμένα από την άγνοια και την απελπισία σαρκία, χορεύουν θανάσιμα σε πόλεις και χωριά. Η απροσδιοριστία που λέγαμε.
Να όμως που όλα παραμερίζονται τέτοιες ημέρες: ο κυνισμός και αυταρχισμός της παράταξης που κυβερνάει τη χώρα, ο άθλιος πολιτικός λόγος που εκπέμπεται αφειδώς στη Βουλή και στην τηλεόραση, η πείνα πολλών διπλανών -τι θλίψη να πεινάει ο άνθρωπος και να μην μπορεί να την απαλείψει!-, η αδιαφορία των πολλών για το τι συμβαίνει σε τούτη τη χώρα και τι θα μπορούσε να την κάνει υποφερτή και αξιολογήσιμη. Και τούτο: μπορεί οι θεοί ή ο θεός να πέθαναν, εφευρίσκουμε όμως, αυθωρεί και παραχρήμα, καινούργιους, άπληστους, άνευρους, κενούς· πάνω απ’ όλα η καινοτομία.
Εκάς η αυτοκριτική, πολλώ δε μάλλον η κριτική ικανότητα του όρθιου ζώου, του όντος αυτού που επιλέγει εντούτοις να εορτάζει, να καλύπτει τη μιζέρια και ανοησία του, να απολαμβάνει τη μικρότητά του θέλοντας να αποδείξει ότι το μεγαλείο είναι αυτό που τον χαρακτηρίζει. Αντε να βρεθεί άκρη σε τούτες τις μέγιστες αντιφάσεις και αντιθέσεις.
Το παιχνίδι χάθηκε, αυτό που έκανε τον άνθρωπο να σταθεί όρθιος και να επικοινωνήσει, πριν από το γέλιο, το κλάμα και τους μορφασμούς του προσώπου, πολύ πριν λαλήσει το όντι. Ετσι δικαιολογείται ότι δεν μπορούν να αποβληθούν από το σώμα [το πνεύμα] τοξίνες και γρυλίσματα, δολοφόνοι και τύραννοι. Αυτά κάνουν οι γιορτές, αναδιπλώνουν τον στοχασμό και τη βαρεμάρα, παντρεύουν τον λύκο με το πρόβατο – παρ’ όλα αυτά δεν παύουν να είναι μεταρσιωτικές, ανατατικές, εκστασιακές [κάπου κάπου…], οπότε γίνονται αποδεκτές, ακόμη και εκεί, στην Παλαιστίνη.
