Μπαίνουμε στη νέα χρονιά μέσα σε ένα ρευστό και αβέβαιο πολιτικοκοινωνικό περιβάλλον. Η πολιτική, που θα έπρεπε να αποτελεί το βασικό εργαλείο επίλυσης των προβλημάτων της κοινωνίας, της παραγωγής και της χώρας, εμφανίζεται σήμερα βαθιά απαξιωμένη στα μάτια των πολιτών. Κι αυτό δεν είναι τυχαίο. Με την ανοχή –και συχνά τη συνενοχή– της πλειονότητας των κομμάτων, εκχωρήθηκε στα συστημικά κέντρα εξουσίας και απομακρύνθηκε από τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας.
Η μαζική αποχή από τις εκλογές, που ξεπερνά πλέον το 60%, δεν αποτελεί ένδειξη αδιαφορίας αλλά βαθιάς κρίσης εμπιστοσύνης. Για πολλούς από όσους συνεχίζουν να συμμετέχουν, η ψήφος δεν εκφράζει ελπίδα ή πίστη σε μια εναλλακτική πρόταση, αλλά είτε τιμωρητική διάθεση είτε αναζήτηση προσωπικής διευκόλυνσης. Πρόκειται για μια εξέλιξη που δεν απειλεί το σύστημα· αντίθετα, το σταθεροποιεί. Οσο η κοινωνία αποσύρεται, τόσο η πολιτική μετατρέπεται σε κλειστό παιχνίδι μηχανισμών…
Ετσι, η δημόσια συζήτηση μετατοπίζεται από την ανάγκη αλλαγής πολιτικής στην απλή εναλλαγή προσώπων και στη «βελτίωση» της διαχείρισης των ίδιων αδιέξοδων επιλογών. Η κριτική στον «αντιμητσοτακισμό» περισσεύει, αλλά από μόνη της δεν συγκροτεί πολιτική πρόταση ούτε απαντά στα κοινωνικά αδιέξοδα που βαθαίνουν.
Το πολιτικό σύστημα βρίσκεται πλέον σε εμφανή αναντιστοιχία με την κοινωνία. Οι γραφειοκρατικές εκφράσεις των κομμάτων δεν πείθουν, γιατί αναλώνονται σε συγκολλήσεις επιβίωσης, σε ισορροπίες κορυφής και σε διαπραγματεύσεις ρόλων για την επόμενη ημέρα, και όχι στη διαμόρφωση μιας πειστικής εναλλακτικής με κοινωνικό πρόσημο.
Το πραγματικό ζητούμενο είναι η αλλαγή πολιτικής. Μια αλλαγή που θα στηρίζεται σε προγραμματική ενότητα διακυβέρνησης και σε μια σαφή κοινωνική συμμαχία, η οποία θα έχει λόγους να συμμετέχει ενεργά στη μετάβαση σε ένα νέο κοινωνικό και παραγωγικό μοντέλο. Με κράτος προσβάσιμο στον πολίτη, τη νεολαία, την περιφέρεια και τις παραγωγικές δυνάμεις. Και με μια πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική που θα ενισχύει τον ρόλο της χώρας ως δύναμης ειρήνης, συνεργασίας και βιώσιμης ανάπτυξης.
Η επιστροφή της πολιτικής από τα συστημικά κέντρα στην κοινωνία, την παραγωγή και τη χώρα προϋποθέτει την ενθάρρυνση πρωτοβουλιών πολιτών, ανά γεωγραφικό ή παραγωγικό χώρο. Πρωτοβουλίες, όμως, που δεν θα εξαντλούνται σε κοινωνικά αδιάφορες «μετακινήσεις» κομματικών παραγόντων, αλλά θα ανοίγουν τον δρόμο για μια άνευ όρων, χωρίς ανταλλάγματα, συνάντηση όλων των κοινωνικοπολιτικών ρευμάτων στη διαμόρφωση προοδευτικής πλειοψηφίας με εναλλακτικό πρόγραμμα διακυβέρνησης.
Η ώρα της ανασύνθεσης με κοινωνικούς όρους είναι τώρα – αν θέλουμε η πολιτική να ξαναγίνει φορέας ελπίδας και όχι απλή διαχείριση της απογοήτευσης.
*Πρώην βουλευτής
