Στις 8 Δεκεμβρίου η ταινία «Βουγονία» του Γιώργου Λάνθιμου κέρδισε τρεις υποψηφιότητες στις Χρυσές Σφαίρες, για τους δύο ηθοποιούς (Emma Stone, Jesse Plemons) και την υψηλή κατηγορία Καλύτερης Ταινίας – Μιούζικαλ ή Κωμωδία. Αναμένεται φυσικά να λάβει επίσης υποψηφιότητες για τα Οσκαρ στις αρχές του χρόνου. Τη μόνιμη πια παρουσία του στα μεγαλύτερα κινηματογραφικά βραβεία του κόσμου, ο Ελληνας δημιουργός, πιστεύω, τη χρωστάει στην απίστευτη ευκολία με την οποία χειρίζεται τα κινηματογραφικά μέσα, από την ιδέα, τον διάλογο και τη δομή της ιστορίας ώς τη διεύθυνση των ηθοποιών και της φωτογραφίας, συνδέοντάς τα όλα αυτά με ανατροπές και εκπλήξεις.
Αυτό το τελευταίο –ανατροπές και εκπλήξεις– είναι η βάση του νέου έργου του σε πολλαπλά επίπεδα. Ο ίδιος ο τίτλος αναφέρεται στον αρχαίο μύθο της «βουγονίας», της γέννησης μελισσών μέσα από ένα κουφάρι βοδιού, δηλαδή ενός θαύματος ζωής μέσα από τον θάνατο. Η ταινία είναι μια παραλλαγή του «Save the Green Planet!» του Κορεάτη σκηνοθέτη Jang Joon-hwan.
Οσον αφορά το αφήγημα, το ερώτημα τίθεται ως εξής: Τι θα γινόταν αν κάποιος από αυτούς που υποστηρίζουν συνωμοτικές θεωρίες είχε δίκιο; Εδώ, ο Τέντι (Τζέσι Πλέμονς), ένας χαμηλόμισθος εργάτης που δουλεύει στο τμήμα πακεταρίσματος μιας πολυεθνικής εταιρείας, πιστεύει πως η ανθρωπότητα ελέγχεται στην πραγματικότητα από μια εξωγήινη δύναμη του Γαλαξία Ανδρομέδα. Κάποιοι από αυτούς έχουν κατέβει στη Γη όπου διεξάγουν πειράματα σε ανυποψίαστα μέλη του ανθρώπινου είδους. «Απεσταλμένη» του διαστημόπλοιου της Ανδρομέδας είναι και η Μισέλ Φούλερ (Εμα Στόουν), η διευθύντρια της ίδιας πολυεθνικής εταιρείας που τον θρέφει και τον σκοτώνει ταυτόχρονα. Τον θρέφει βραχυπρόθεσμα ώστε μόλις να επιβιώνει αλλά τον σκοτώνει μακροπρόθεσμα αφού του αφαιρεί τη δυνατότητα να ζει άνετα και ελεύθερα.
Μελισσοκομία
Ο Τέντι έχει έναν μόνο συνωμότη, τον αφελή και αθώο ξάδελφό του Ντον (Εϊνταν Ντέλμπις). Οι δυο τους ασχολούνται με τη μελισσοκομία αλλά και κάτι παραπάνω: την απελευθέρωση της ανθρωπότητας από τον εξωγήινο ζυγό. Στόχος του Τέντι είναι να απαγάγουν τη Μισέλ Φούλερ και να την εξαναγκάσουν να τους φέρει σε επαφή με τον «Αυτοκράτορά» της ώστε να γίνει μια «φιλική» αλλά ξεκάθαρη έκκληση για την αποχώρηση του είδους τους από τη Γη.
Οσο αλλοπρόσαλλο κι αν φαίνεται το σχέδιο του Τέντι, εξαρχής συντονίζεται με τον παλμό τού σήμερα στον βαθμό που η κοσμοθεωρία του ήρωα εκφράζει τη διάχυτη αίσθηση της κάποτε φιλήσυχης μεσαίας τάξης της κοινωνίας μας πως δεν μπορεί πια να αντεπεξέλθει στις ολοένα αυξανόμενες απαιτήσεις της καθημερινότητας ενώ, παράλληλα, κάποιοι άλλοι, αδίστακτοι «εκ των άνω», τολμούν να την εκμεταλλεύονται δίχως έλεος πατώντας πάνω στην αδυναμία που αυτοί οι ίδιοι καλλιεργούν. «Νιώστε ελεύθεροι να φύγετε στις 17.30 εκτός αν είστε απασχολημένοι» ανακοινώνει η Φούλερ στο προσωπικό της, υπονοώντας πως η εξόντωση στη δουλειά είναι απόλυτα δική τους ευθύνη. Με άλλα λόγια, θέλουμε και εμείς, οι θεατές, να δούμε πώς θα κατέρρεε μια πλούσια και παντοδύναμη γυναίκα που προφασίζεται ότι ενδιαφέρεται για την ανθρωπότητα ενώ, στην πραγματικότητα, δεν την ενδιαφέρει τίποτα πέρα από το συμφέρον της. Αν εμείς, άπραγοι, μπορούμε μόνο να παρατηρούμε τα «μεγάλα παιχνίδια» του εταιρικού κόσμου, αυτός, ο αξιαγάπητος Τέντι είναι έτοιμος για δράση, ενεργοποιημένος από την εκδικητικότητα του θύματος που συνειδητοποιεί την κατάστασή του.
«Η υπόθεση της ταινίας αναφέρεται στο σήμερα πιο πολύ κι από τότε που την πρωτοδιάβασα, πριν από τρία χρόνια», συμφώνησε ο Γιώργος Λάνθιμος σε μια διαδικτυακή συνέντευξη Τύπου. «Είναι προφανές πως ζούμε σε μια εποχή που μας αποπροσανατολίζει, γεμάτη παράνοια και φόβο», συμπλήρωσε ο καταπληκτικός ηθοποιός Τζέσι Πλέμονς. «Αισθάνομαι ότι υπάρχει ένα ασύνειδο κομμάτι του εαυτού μου που πάντα ψάχνει για κάτι –είτε στη μουσική, στην τέχνη ή στον κινηματογράφο–, κάτι που δεν θέλει μόνο να ικανοποιήσει κάποιες φευγαλέες τάσεις, αλλά που εξερευνά (τις καταστάσεις) με τρόπο αληθινό, αποφεύγοντας ολοφάνερα μηνύματα ή ηθικά διδάγματα».
Δύο αντίπαλες τάξεις
Ανατροπές και εκπλήξεις δεν αφορούν μόνο το αφήγημα αλλά και τους χαρακτήρες. Μια παντοδύναμη θεά, σαν τη Μισέλ Φούλερ, δεν έχει μάτια για πρόσωπα σαν τον ξάδελφο του Τέντι, τον Ντον. Είναι σαν τέτοια πρόσωπα να μην υπάρχουν για αυτήν. Να είναι αόρατα. Αυτή ετοιμόλογη, τετραπέρατη, με υπέρογκη αυτοπεποίθηση. Αυτός αμόρφωτος, νευροδιαφορετικός, ανασφαλής σαν παιδί. Ποιος θα το φανταζόταν ότι αυτή θα τον εκλιπαρούσε να τη σώσει; «Οι χαρακτήρες», συνέχισε ο Πλέμονς, «μοιάζουν με αρχετυπικούς εκπροσώπους δύο αντίπαλων τάξεων της κοινωνίας… Τι θα συνέβαινε αν τους έφερνες πρόσωπο με πρόσωπο στο ίδιο δωμάτιο;» Ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι η ματιά της ταινίας παραμένει ουδέτερη. Στην ουσία δεν υποστηρίζει κανέναν. Αλλά λειτουργεί σαν μια ζυγαριά ανάμεσα στις αντιμαχόμενες πλευρές. Γιατί… ποια είναι πιο μεγάλη δύναμη από τη Θεία Δίκη; Ποιος την ελέγχει αυτήν; Ο Θεός; Οι εξωγήινοι, ο σεναριογράφος, ο σκηνοθέτης, ή, τέλος πάντων, κανείς;
Ακόμα και στην αισθητική προσέγγιση της ταινίας, παραφυλάει η έκπληξη – όπως άλλωστε συμβαίνει σε κάθε ταινία του Λάνθιμου, όπου τα πρότυπα ομορφιάς περνούν… σκληρές δοκιμασίες. Ως Μισέλ Φούλερ, αιχμάλωτη του Τέντι και του Ντον, η Εμα Στόουν πρέπει να ξυρίσει τα μαλλιά της, να φορέσει ένα μεταχειρισμένο φουστάνι, να υποστεί ηλεκτροσόκ και να περπατήσει κουτσαίνοντας. Τι είναι αυτό που κινεί τον σκηνοθέτη να ανατρέπει τα πρότυπα που ο ίδιος θαυμάζει στην κάθε του ταινία; Η ομορφιά τού φαίνεται ωραιότερη όταν κακοποιείται; Ή μήπως είναι η διαστροφή της αυτοκαταστροφής που τον συγκινεί; Πάντως το συλλογικά αποδεκτό ως «όμορφο» ανατρέπεται από το «άσχημο», καταπλήσσοντάς μας με την αλλιώς όμορφη ασχήμια του.
Ωστόσο η ταινία δεν είναι προϊόν ενός ιδιωτικού οράματος, αλλά μιας ομαδικής συνέργειας την οποία κατεύθυνε ο Λάνθιμος σαν μαριονετίστας. Γιατί οι ταινίες του και το κουκλοθέατρο είναι παρομοίως παράδοξα. Ο μαριονετίστας τραβάει τα νήματα αλλά αυτοί που βλέπουν τις μαριονέτες να μιλάνε βιώνουν κάτι σαν μαγική πεποίθηση πως οι κούκλες ζωντανεύουν με δική τους βούληση, όσο κι αν η σκιά αυτού που τις χειρίζεται φαίνεται στο βάθος.
«Το μοναδικό μου κριτήριο είναι το αν αισθάνομαι πως κάτι δουλεύει», δήλωσε ο σκηνοθέτης. «Αν δουλεύει για μένα, ελπίζω ότι το ίδιο θα ισχύει και για άλλους, αν και με διαφορετικούς τρόπους».
