Το 1812, όπως μας αναφέρει ο Εντουάρντο Γκαλεάνο, το Καράκας ισοπεδώνεται από έναν καταστροφικό σεισμό. Οι Βενεζουελάνοι επαναστάτες αρχίζουν να αναρωτιούνται αν ο Θεός είναι Ισπανός και γι’ αυτό τους τιμωρεί. Το ισπανικό ιερατείο ζητάει εκδίκηση για τα δεινά και ενοχοποιεί «έναν κοντό, αδύνατο άνδρα με αστραφτερή στολή».
Ο Γκαλέανο γράφει: «Ο Σιμόν Μπολιβάρ δεν εκλιπαρεί, δεν οπισθοχωρεί: επιτίθεται. Με το σπαθί στο χέρι περνά μέσα από το εξαγριωμένο πλήθος, σκαρφαλώνει στον άμβωνα και ρίχνει κάτω τον καλόγερο της Αποκάλυψης. Ο κόσμος βουβαίνεται και διαλύεται».
Με μια σιωπή και ένα γκρέμισμα ξεκίνησε αυτή η χρονιά για να φέρει αυτό το άδειο αίσθημα απελπισίας. Μόλις τρεις ημέρες μέσα στο 2026 και τα νέα για τον βομβαρδισμό της Βενεζουέλας και την απαγωγή του προέδρου της χώρας, Νικολάς Μαδούρο, από τον αμερικανικό στρατό ήταν ικανά να σε αφήσουν για μια εβδομάδα στο κρεβάτι. Είναι η αρχή κάτι καινούργιου, κάτι που δεν έχει σχέση με τίποτα από όλα αυτά που γνωρίζαμε στα μεταπολεμικά χρόνια. Αλλά μήπως πρέπει να αφήσουμε τον όρο «μεταπολεμικό»; Σάμπως ξεφύγαμε ποτέ από τον πόλεμο;
Οχι ότι δεν γινόντουσαν επεμβάσεις και πραξικοπήματα σε ανεξάρτητα και κυρίαρχα κράτη στο παρελθόν, απλώς αυτή η παράνομη ενέργεια της κυβέρνησης Τραμπ είναι διαφορετική από την επέμβαση στο Ιράκ και μας οδηγεί σταδιακά σε μια παγκόσμια σύρραξη, με την Ευρώπη αυτή τη φορά να μην έχει την επιλογή «επίβλεψης» της κατάστασης.
Ναζισμός 2.0
Τις τελευταίες ημέρες σκέφτομαι ότι η αναπαράσταση του στρατηγού Λόκτζο από την ταινία One Battle After Another του Πολ Τόμας Αντερσον είναι ό,τι πιο κοντινό στις ακροδεξιές καρικατούρες που μας επιβάλλονται παντού: στρατόκαυλοι, με συμπλέγματα εξουσίας, (σεξουαλικά) φετίχ και επιθυμία για εκδίκηση.
Οπως εκείνος, έτσι και το MAGA κίνημα και τα παραρτήματά του στην Ευρώπη και στον κόσμο επιθυμούν να στρατιωτικοποιήσουν κάθε πτυχή της κοινωνικής μας ζωής, να «σκοτώσουν» οποιοδήποτε νομικό πλαίσιο τους εμποδίζει· εκδικούνται για τα χρόνια που έζησαν κρυμμένοι και μπορούν πλέον να εισβάλλουν σε ανεξάρτητα και κυρίαρχα κράτη δίχως να βρίσκουν αφορμές σε όπλα μαζικής καταστροφής, τρομοκρατικές επιθέσεις ή ναρκωτικά, δίχως να «εμποδίζονται» από δίκαια και νομοθεσίες.
Δεν είναι βεβαίως κάτι πρωτοφανές αυτό, το διεθνές δίκαιο να γίνεται κουρελόχαρτο για χάρη των ισχυρών. Είναι όμως αξιοπερίεργο από ποιους κουρελιάζεται και από ποιους δικαιολογείται. «Οταν η φυλή διατρέχει τον κίνδυνο της καταπίεσης, τότε το θέμα της νομιμότητας παίζει δευτερεύοντα ρόλο» –ή όπως θα έγραφε ένας φιλελεύθερος ΠΘ, «δεν είναι ώρα να σχολιάσουμε τη νομιμότητα των πράξεων». Αυτά δήλωνε ο Αδόλφος Χίτλερ λίγο πριν ξεσπάσει ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και Γάλλοι και Βρετανοί κοιτούσαν από την άλλη πλευρά, σφυρίζοντας αδιάφορα.
Ο Αλμπέρ Καμί στον «Επαναστατημένο άνθρωπο» γράφει πάνω σε αυτή τη συνθήκη της επικράτησης του ισχυρού, ότι «η κατάκτηση άλλων χωρών προϋποθέτει δημιουργία στρατού. Ετσι όλα τα προβλήματα στρατιωτικοποιούνται, όλα τίθενται υπό τον όρο της ισχύος και της αποτελεσματικότητας […] Τούτη η αρχή, αδιάσειστη ως προς τη στρατηγική, γενικεύεται και στην πολιτική ζωή. Ενας μόνο αρχηγός, ένας μόνο λαός, σημαίνει ένας μόνο αφέντης και εκατομμύρια σκλάβοι. Οι ενδιάμεσες πολιτικές, που σε όλες τις κοινωνίες αποτελούν τις εγγυήσεις ελευθερίας, εξαφανίζονται για να δώσουν τη θέση τους σ’ έναν Ιεχωβά με μπότες που βασιλεύει σιωπηλά πλήθη ή πάλι –και αυτό είναι το ίδιο πράγμα– ουρλιάζοντας συνθήματα».
Η επικράτηση του τραμπισμού ως βασικού μοχλού ενδυνάμωσης και προστασίας των κρατών του «δυτικού ημισφαιρίου» είναι για την Ευρώπη ο μόνος τρόπος επιβίωσης στον νέο κόσμο που γεννιέται. Για να μην εξαλειφθούμε από τον ισχυρό, πρέπει να συναινέσουμε στα εγκλήματα, πρέπει να παραμείνουμε απαθείς αλλά και να αλλάξουμε πορεία ακόμα και σε δομικά ζητήματα κυριαρχίας και διεθνούς δικαίου. Για πρώτη φορά στη «μεταπολεμική» μας ιστορία αναγνωρίζουμε ότι όχι μόνο δεν έχουμε την ισχύ να δράσουμε, αλλά είμαστε εγκλωβισμένοι σε ένα σχέδιο εξόντωσής μας. Είναι απίστευτο να γνωρίζεις ότι κάποιος θέλει να σε «σκοτώσει» και να συναινείς τόσο εύκολα και αβίαστα στον θάνατο σου. Ισως και αυτή η παραδοχή είναι η αφετηρία του εκφασισμού της σκοτεινής μας ηπείρου: ο ζήλος για τον θάνατο και το μίσος για οτιδήποτε θυμίζει ζωή.
Αντί επιλόγου
Το 2025 έκλεισε κι εγώ δεν είχα ολοκληρώσει τον «Στόουνερ» του Τζον Γουίλιαμς. Βαθιά ανθρώπινο βιβλίο, για καιρούς απάνθρωπους. Τα συναισθήματα του πρωταγωνιστή στο άκουσμα της έναρξης του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ίσως ηχήσουν στα αυτιά εκείνων που το Σάββατο 3 Γενάρη και στην είδηση του βομβαρδισμού του Καράκας δεν μπόρεσαν να διαχειριστούν την αηδία και τη λύπη τους για τον κόσμο που έχουμε φτιάξει.
«Τον είχε πιάσει κάτι που μόνο σαν μούδιασμα μπορούσε να το χαρακτηρίσει, κι ας ήξερε ότι ήταν ένα πλέγμα συναισθημάτων τόσο έντονων που δεν γινόταν να παραδεχτείς την ύπαρξή τους, γιατί δεν άντεχες να συμβιώνεις μαζί τους. Αυτό που ένιωθε ήταν η δύναμη μιας δημόσιας τραγωδίας, μια φρίκη και ένας πόνος τόσο διάχυτα παντού, ώστε οι ιδιωτικές τραγωδίες και οι προσωπικές συμφορές περνούσαν στο περιθώριο».
Η γενοκτονία στη Γάζα, μια «εκεχειρία» που μετράει πάνω από 400 νεκρούς Παλαιστίνιους από τον Οκτώβριο, τώρα η επέμβαση στην Βενεζουέλα, η απαγωγή του Μαδούρο, αύριο η τριχοτόμηση της Ουκρανίας, μεθαύριο η επέμβαση στη Γροιλανδία. Τελειώνει ο κόσμος όπως τον γνωρίζαμε και δεν ξέρω ποιος είναι έτοιμος να τον αντικρίσει.
