Η νέα επιστημονική «μετανάστευση» έχει ήδη ξεκινήσει από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Η πορεία είναι αντίστροφη απ’ ό,τι είχαμε συνηθίσει επί δεκαετίες. Οι αντιεπιστημονικές πολιτικές του Ντόναλντ Τραμπ, με περικοπές στη χρηματοδότηση της κλιματικής έρευνας, παρεμβάσεις στις επιτροπές δεοντολογίας που αξιολογούν έργα βιοτεχνολογίας και περιβάλλοντος και ανατροπές στα προγράμματα τεχνητής νοημοσύνης έχουν ήδη προκαλέσει κύμα ανησυχίας στην αμερικανική ερευνητική κοινότητα.
Σύμφωνα με δημοσίευμα του Nature (2025), τρεις στους τέσσερις Αμερικανούς ερευνητές δηλώνουν ότι εξετάζουν σοβαρά το ενδεχόμενο να εγκαταλείψουν τη χώρα, καθώς «η πολιτική πίεση και η αβεβαιότητα» κάνουν τη συνέχιση της έρευνας ολοένα και πιο δύσκολη.
Η στρατηγική
Η επιβεβαίωση ήρθε και από την American Association for the Advancement of Science (AAAS), που σημειώνει ότι «εκατοντάδες ερευνητές εξετάζουν σοβαρά το ενδεχόμενο να εγκαταλείψουν τις ΗΠΑ». Ο Αμερικανός πρόεδρος, όπως φαίνεται, κάνει ό,τι μπορεί για να τους διώξει. Στην τελευταία Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ ο Τραμπ (drill, baby, drill) έφτασε στο σημείο να χαρακτηρίσει την κλιματική αλλαγή «τη μεγαλύτερη απάτη στον κόσμο».
Η Ευρώπη, παραδόξως αυτή τη φορά, δεν άργησε να αντιδράσει. Από τη Βιέννη έως τη Μαδρίτη και το Παρίσι, κυβερνήσεις και ακαδημαϊκοί θεσμοί βλέπουν στην αμερικανική «διαρροή εγκεφάλων» μια ευκαιρία να ενισχύσουν τη δική τους επιστημονική ισχύ. Τον περασμένο Μάρτιο δεκατρείς υπουργοί Παιδείας και Ερευνας κρατών-μελών της Ε.Ε. απέστειλαν κοινή επιστολή στην Κομισιόν, ζητώντας τη δημιουργία ευρωπαϊκού μηχανισμού υποδοχής επιστημόνων. Ανάμεσά τους και η Ελλάδα.
Τον Μάιο του 2025, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, ανακοίνωσε ένα νέο χρηματοδοτικό πακέτο ύψους 500 εκατομμυρίων ευρώ για την περίοδο 2025–2027, με στόχο να καταστήσει την Ευρώπη «μαγνήτη για επιστήμονες». «Η Ευρώπη πρέπει να αποδείξει ότι είναι το ασφαλές λιμάνι της έρευνας και της ελευθερίας της επιστήμης», δήλωσε η φον ντερ Λάιεν, παρουσιάζοντας την πρωτοβουλία στις Βρυξέλλες.
Η ιταλική εφημερίδα Il Sole 24 Ore περιγράφει τη νέα τάση ως «μια αντιστροφή του brain drain»: για πρώτη φορά, οι Ευρωπαίοι προσπαθούν να προσελκύσουν μαζικά Αμερικανούς επιστήμονες που αναζητούν σταθερότητα, χρηματοδότηση και επιστημονική ανεξαρτησία.
Η Αυστρία
Η Αυστρία ήταν από τις πρώτες χώρες που κινήθηκαν οργανωμένα. Από την άνοιξη του 2025, η κυβέρνηση της Βιέννης και η Ακαδημία Επιστημών της Αυστρίας (ÖAW) ενεργοποίησαν το πρόγραμμα Apart-USA, που στοχεύει ειδικά στην προσέλκυση Αμερικανών ερευνητών – από μεταδιδακτορικούς έως καθηγητές κορυφαίων πανεπιστημίων.
Τα αποτελέσματα είναι ήδη εντυπωσιακά: ήδη από τον Αύγουστο, ο γνωστός ειδικός στη ρομποτική Wali Malik μετακόμισε από τις ΗΠΑ στη Βιέννη για να αναλάβει τη θέση επικεφαλής του AI-Driven Lab Robotics στο Ινστιτούτο Aithyra της ÖAW. Λίγους μήνες αργότερα, ανακοινώθηκε ότι ακόμη 25 κορυφαίοι ερευνητές από το Χάρβαρντ, το Πρίνστον, το ΜΙΤ και άλλα αμερικανικά ιδρύματα θα εγκατασταθούν σε αυστριακά πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα.
Κάθε υποτροφία έχει διάρκεια 48 μηνών και συνοδεύεται από επιχορήγηση 500.000 ευρώ, χρηματοδοτούμενη κατά 75% από το κρατικό ταμείο Zukunft Österreich (FZÖ) και κατά 25% από τα ίδια τα ιδρύματα υποδοχής. Μεταξύ των επιλεγμένων είναι η φυσικός Jigyasa Nigam, η ανθρωπολόγος Audrey Lin και ο χημικός Mihai Popescu. Η Αυστρία, σχολιάζει η αυστριακή Der Standard, «είδε την κρίση στις ΗΠΑ ως ευκαιρία να εισαγάγει ταλέντο – όχι να το εξαγάγει».

Η Ισπανία
Στην Ισπανία, το υπουργείο Επιστήμης έχει ενεργοποιήσει το ATRAE, ένα πρόγραμμα της Κρατικής Ερευνητικής Υπηρεσίας (AEI), το οποίο παρέχει έως 1 εκατομμύριο ευρώ ανά ερευνητή για τη δημιουργία ομάδας και εργαστηρίου στη χώρα. Η τελευταία πρόσκληση του 2025 εισήγαγε επιπλέον χρηματοδότηση 200.000 ευρώ για όσους επιστήμονες προέρχονται από τις Ηνωμένες Πολιτείες – ένα σαφές μήνυμα προς τη διασπορά αλλά και προς Αμερικανούς ερευνητές που αναζητούν σταθερό περιβάλλον.
Το πρόγραμμα έχει ήδη απτά αποτελέσματα: στις δύο προηγούμενες εκδόσεις (2023–2024) προσέλκυσε 58 ηγέτες ερευνητικών ομάδων, εκ των οποίων 15,5% προερχόταν από τις ΗΠΑ. Ανάμεσά τους, η Audrey Sawyer, επιφανής υδρολόγος από το Ohio University, η οποία πλέον ηγείται ερευνητικού προγράμματος για τη ρύπανση ποταμών στο Πολυτεχνείο της Καταλονίας (UPC). «Δεν είμαστε πια απλώς μια χώρα καλύτερη για τους δικούς μας ερευνητές – είμαστε ένας προορισμός για τους καλύτερους διεθνείς επιστήμονες», καυχήθηκε η υπουργός Επιστήμης Ντιάνα Μοράντ.
Η Γαλλία
Στη Γαλλία, η κυβέρνηση του Εμανουέλ Μακρόν εγκαινίασε τον Απρίλιο του 2025 την πρωτοβουλία Choose France for Science, μια νέα πλατφόρμα της Εθνικής Υπηρεσίας Ερευνας (ANR) που λειτουργεί ως «ενιαία πύλη» για ξένους ερευνητές που θέλουν να εγκατασταθούν στη χώρα. Το σχέδιο περιλαμβάνει και το πιλοτικό πρόγραμμα Safe Place for Science στη Μασσαλία, το οποίο ήδη φιλοξενεί τους πρώτους Αμερικανούς επιστήμονες σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Aix-Marseille. Ωστόσο, δεν λείπουν οι επικρίσεις.
Σε άρθρο γνώμης στη Le Monde, ο πανεπιστημιακός Théo Besson σημειώνει ότι «με μόλις 2,22% του ΑΕΠ για έρευνα, έναντι 3,46% των ΗΠΑ, και μισθούς που δεν ξεπερνούν τα €3.600 για ερευνητές στα 35, η Γαλλία δύσκολα μπορεί να αποτελέσει πραγματικό πόλο έλξης». Επιπλέον, σύμφωνα με την UNESCO, είναι η μόνη χώρα της Ε.Ε. όπου η επιστημονική παραγωγικότητα μειώθηκε μεταξύ 2015 και 2019.
Η Ελλάδα;
Σε αυτό το ευρωπαϊκό σκηνικό, η Ελλάδα φαίνεται να κινείται με βήματα αργά και ασυντόνιστα. Ενώ άλλες χώρες διαμορφώνουν ολοκληρωμένα προγράμματα με σαφείς προϋπολογισμούς και στοχεύσεις, η κυβέρνηση περιορίζεται σε αποσπασματικές πρωτοβουλίες χωρίς κεντρική στρατηγική προσέλκυσης ξένων επιστημόνων.
Η Γενική Γραμματεία Ερευνας και Καινοτομίας (ΓΓΕΚ) αναφέρει επισήμως στόχο «την επιστροφή Ελλήνων ερευνητών και την αύξηση της ελκυστικότητας για εισερχόμενους». Ωστόσο, δεν υπάρχει ακόμη ειδικό πρόγραμμα για Αμερικανούς ή άλλους ξένους ερευνητές που θέλουν να εγκατασταθούν στη χώρα.
Η Ελλάδα συμμετέχει στο ευρωπαϊκό δίκτυο EURAXESS, προσφέροντας πληροφορίες και υποστήριξη σε ερευνητές που επιθυμούν να εργαστούν εδώ. Παράλληλα, έχει θεσπίσει θεσμό Visiting Professor (Ν.4957/2022), ενώ συζητείται η θέσπιση ειδικής Talent Visa για υψηλής εξειδίκευσης επαγγελματίες.
Υπάρχουν επίσης απομονωμένες δράσεις – όπως προγράμματα συνεργασίας Fulbright ή υποτροφίες ιδρυμάτων (π.χ. Μποδοσάκη) – όμως όλα αυτά λειτουργούν χωρίς συντονισμό και χωρίς σοβαρή κρατική επένδυση. Η ΓΓΕΚ έχει προαναγγείλει μέτρα για τον «επαναπατρισμό Ελλήνων ερευνητών» και το υπουργείο Εξωτερικών πρόσφατα ανακοίνωσε πρωτοβουλία «επιστημονικής διπλωματίας» και δικτύωσης της διασποράς.
Ωστόσο, τα μέτρα αυτά αφορούν κυρίως Ελληνες του εξωτερικού και όχι ξένους επιστήμονες που φεύγουν από τις ΗΠΑ. Σε αντίθεση, για παράδειγμα, με την Ισπανία, δεν υπάρχει ελληνικό «ATRAE» που να δίνει χρηματοδότηση ενός εκατομμυρίου ευρώ για τη δημιουργία ομάδας, ούτε αυστριακό «Apart-USA» που να προσφέρει τετραετή προγράμματα 500.000 ευρώ. Ωστόσο, στο εσωτερικό της ελληνικής επιστημονικής κοινότητας υπάρχουν φωνές που απαντούν στην αντιεπιστημονική ρητορική του Τραμπ.
Η ελληνική πλατφόρμα Climatebook, που ειδικεύεται στην ανάλυση θεμάτων κλιματικής αλλαγής, δημοσίευσε πρόσφατα άρθρα με σαφές μήνυμα: «Η επιστήμη απαντά στον Τραμπ – τα κλιματικά μοντέλα είχαν δίκιο». Οι συντάκτες της υπογραμμίζουν πως τα στοιχεία για την άνοδο της θερμοκρασίας και τα ακραία φαινόμενα όχι μόνο επαληθεύονται, αλλά καθιστούν αναγκαία την ενίσχυση της έρευνας – όχι τον περιορισμό της.
Ανάλογες τοποθετήσεις προέρχονται και από το Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών (ΕΑΑ), το οποίο, μέσα από τις δράσεις του για την ενίσχυση του «κλιματικού εγγραμματισμού», επισημαίνει τη σημασία της επιστημονικής τεκμηρίωσης και της εκπαίδευσης του κοινού. Ο διευθυντής Ερευνών του ΕΑΑ, Κώστας Λαγουβάρδος, επισημαίνει ότι «η απουσία εμπιστοσύνης στην επιστημονική γνώση οδηγεί σε καθυστερημένες ή εσφαλμένες αποφάσεις», θέση που συντονίζεται με το ευρωπαϊκό μήνυμα υπέρ της ανεξαρτησίας της επιστήμης.
Το διακύβευμα
Η προσέλκυση επιστημόνων δεν είναι απλώς ζήτημα εικόνας. Είναι οικονομική και γεωπολιτική στρατηγική. Σε έναν κόσμο όπου η καινοτομία καθορίζει την ισχύ των κρατών, η «μετανάστευση της γνώσης» μπορεί να φέρει δισεκατομμύρια σε επενδύσεις, πατέντες και τεχνολογική αυτάρκεια. Ομως, χωρίς ουσιαστικά κίνητρα -φορολογικά, θεσμικά και χρηματοδοτικά- δύσκολα μπορεί να ανταγωνιστεί την Ιβηρική ή τη Βιέννη.
Η αντιπαράθεση του Τραμπ με την επιστημονική κοινότητα έχει μετατραπεί σε ένα παγκόσμιο stress test για την ίδια την έννοια της ακαδημαϊκής ελευθερίας. Η Ευρώπη δείχνει πρόθυμη να αξιοποιήσει το ρήγμα, να προσελκύσει ταλέντα και να επενδύσει στην έρευνα.
Η Ελλάδα, αντιθέτως, μοιάζει ακόμη να διστάζει. Οι επιστήμονές της μιλούν με σαφήνεια – όμως οι θεσμοί δεν έχουν ακόμη διαμορφώσει ένα συνεκτικό σχέδιο που να μπορεί να πει πειστικά: «εδώ είναι το νέο σπίτι της επιστήμης». Και πώς να το κάνει, όταν η κυβέρνηση έχει αποδείξει τα τελευταία χρόνια πως δεν θα διστάσει να έρθει αντιμέτωπη με τους επιστήμονες. Οπως φαίνεται, «αν αυτοί δεν έχουν νέα ευχάριστα να πουν, καλύτερα να μην πουν κανένα».

*Το άρθρο γράφτηκε στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος PULSE, στο οποίο συμμετέχει κατ’ αποκλειστικότητα η «Εφ.Συν.». Συνεργάστηκαν οι: Tanja Traxler (Der Standard, Αυστρία), Lola García-Ajofrín (El Confidencial-Ισπανία), Francesca Barca (Vox Europe-Γαλλία)
