Παραδοσιοκράτης και πρωτοπόρος, έπλασε ένα ολόδικό του γραπτό και σχεδιαστικό στιλ, που όμοιό του δεν πέρασε ξανά από το νεοελληνικό στερέωμα. Σαν σήμερα, 13 Δεκεμβρίου 1995, αποχαιρέτησε τα εγκόσμια. Οι Νησίδες δεν έχουν παρά να θυμηθούν στιγμές από το σπουδαίο πέρασμά του…
Ενας μικρός χιουμορίστας…

Ο Χρύσανθος Βοσταντζόγλου, που έμελλε να γίνει Μέντης και Μποστ, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 7 Νοεμβρίου 1918 από εύπορη αστική οικογένεια. Το 1922 μετακομίζει με την οικογένειά του στο Γαλάτσι της Ρουμανίας και τέλος στην Αθήνα, το 1926. Ξεκινάει να δημοσιεύει σκίτσα του από το 1933, στη γυμνασιακή εφημερίδα που εξέδιδε ο μεγαλύτερός του γυμνασιόπαις Αλέκος Σακελλάριος, υπογράφοντας πρώτη φορά ως «Μποστ».
Η αρχή, όμως, είχε γίνει από πολύ νωρίτερα: Οταν ήταν μόλις επτά ετών, ο μικρός Χρύσανθος αντιγράφει έναν ελέφαντα από το κουτί με τα χρώματά του, συνοδεύοντας τη ζωγραφιά του με τη λεζάντα, σε καλλιγραφικά, «Η έρημος Ζακχάρα», μπερδεύοντας την έρημο Σαχάρα με τη λέξη «ζάκχαρις». Παρουσιάζοντάς το, η οικογένειά του ξέσπασε σε γέλια. Πολλά παιδιά μπορεί να παρεξηγούνταν ή να απογοητεύονταν από μια τέτοια οικογενειακή υποδοχή. Εκείνος, αντιθέτως, το πήρε επάνω του. Κάπως έτσι γεννήθηκε το πρώτο καλλιγραφικό, παράλογο, λογοπαιγνιακό, εικαστικό έργο του. Κάπως έτσι, ο Χρύσανθος ξεκίνησε για να γίνει ο Μποστ.
Πολύγλωσσος, πολυδιαβασμένος αλλά μέτριος έως κακός μαθητής, εισάγεται το 1939 στη Σχολή Καλών Τεχνών, την οποία μετά το πρώτο εξάμηνο θα… παρατήσει. Σύμφωνα με τον ίδιο, βαρέθηκε να αντιγράφει ατελείωτα την προτομή του Αντήνορα με κάρβουνο. Μέσα στην Κατοχή ο Μποστ γίνεται ενεργό μέλος του ΕΑΜ, ξεκινώντας τα πρώτα του βήματα στον δρόμο της Αριστεράς, τον οποίο θα ακολουθούσε μέχρι το τέλος του. Σε έναν τοίχο της Αθήνας θα γράψει το πρώτο του ανορθόγραφο σύνθημα: «ΝΑ ΦΗΓΟΥΝ ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ». Ο λόγος της ανορθογραφίας; Να φαίνεται πως είναι αίτημα του απλού, αμόρφωτου λαού. Η λογική της εκπροσώπησης του λαουτζίκου μέσω της ανορθογραφίας θα τον ακολουθήσει στη μετέπειτα πορεία του.
Μέσα στα Δεκεμβριανά, γράφει πρωτοχρονιάτικα κάλαντα που τραγουδά στα νοσοκομεία του ΕΛΑΣ ο Γιώργος Σεβαστίκογλου με την κομπανία του –το πρώτο του ενήλικο στιχούργημα– ενώ το 1945 αυτοεκδίδει το πρώτο του βιβλίο με τίτλο «Ο Αγιος Φανούριος, βοήθημα δια την κατανόησιν των Κινέζων κλασσικών του 20ού μ.Χ. αιώνος ήτοι των συγγραφέων Γκα-τσου και Βου-Σβου-Νι». Ο σατιρικός, λογοπαιγνιακός του λόγος βρίσκεται στα σπάργανα.
… ένας θεατρικός γελοιογράφος…
Μέσα στον Εμφύλιο θα ξεκινήσει να βιοπορίζεται ως γελοιογράφος και εικονογράφος παιδικών περιοδικών και βιβλίων. Ενδιαφέρον προκαλούν και κάποιες γελοιογραφίες του οι οποίες, λόγω ανωτέρας βίας, σατιρίζουν και λοιδορούν τους αντάρτες στον Γράμμο και στο Βίτσι. Το 1948 παντρεύεται τη Μαρία Παπαγιαννακοπούλου, με την οποία αποκτούν τους δύο γιους του: τον εικαστικό και θεατρικό συγγραφέα Κώστα (1949-2021) και τον ηθοποιό Γιάννη Μποσταντζόγλου (1951). Στη δεκαετία του ’50, ο νεαρός πλέον οικογενειάρχης δουλεύει σε όποιο περιοδικό βρίσκει, κάνοντας τον διανομέα, φτιάχνοντας χάρτες, εικονογραφήσεις και κόμικς, με σημαντικό σταθμό την εικονογράφηση του κόμικς των Κλασικών Εικονογραφημένων «Κωνσταντίνος Παλαιολόγος» (σ.σ. Περισσότερα για αυτό στο Καρέ Καρέ). Η γραμμή του αρχίζει να πλάθεται και να παίρνει τη μορφή που όλοι γνωρίζουμε, με οδηγούς τον Θεόφιλο, τον Καραγκιόζη, την αγιογραφία, τη λαϊκή τέχνη.
Η μεγάλη του ευκαιρία του δίνεται στο περιοδικό «Ταχυδρόμος», το 1957. Οταν ο γελοιογράφος Κώστας Μητρόπουλος αρρωσταίνει, ο Μποστ τον αντικαθιστά στις εικονογραφήσεις των σίριαλ – ευθυμογραφημάτων του Νίκου Τσιφόρου. Σύντομα, για το ευθυμογράφημα «Σταυροφορίες» ο Μποστ αρχίζει να φτιάχνει σκίτσα που ξεφεύγουν του θέματος του κειμένου και εκσφενδονίζουν σατιρικές επίκαιρες υπόνοιες.

Παρά τον εκνευρισμό του Τσιφόρου, οι «Σταυροφορίες» του Μποστ συνεχίζουν να εκδίδονται και ο δημιουργός εισάγει τα χαρακτηριστικά που τον καταξίωσαν: ανορθόγραφο καθαρευουσιάνικο λόγο, διαλόγους σε συννεφάκια, ομοιοκαταληξίες και στίχους στο περίγραμμα κάθε σκίτσου, που διαβάζονται βουστροφηδόν. Είχε πλέον διαβεί τον Ρουβίκωνα· ήταν ένας πρωτοπόρος πολιτικός γελοιογράφος.

Το 1959 του παραχωρείται επίσημη δική του στήλη στο περιοδικό, το «Μποστάνι του Μποστ», στο οποίο έχει την ελευθερία να σατιρίσει ανεμπόδιστα και να εξελίξει το νέο του στιλ. Εκεί είναι που εμφανίζονται πρώτη φορά οι τρεις μεγάλοι του ήρωες: η ξερακιανή Μαμά Ελλάς και τα παιδιά της, ο Πειναλέων και η Ανεργίτσα. Οι τρεις αυτοί χαρακτήρες – σύμβολα της εξαθλιωμένης μεταπολεμικής Ελλάδας, ντυμένοι με κουρέλια και σαραβαλιασμένα εθνικά σύμβολα, ήταν οι σκωπτικοί παρατηρητές και ο χορός που σχολίαζε το δεξιό και δυτικόφιλο ελληνικό κράτος. Παράλληλα, η ανορθογραφία και τα λογοπαίγνια παίζουν τον δικό τους ρόλο, αποδομώντας και υπονομεύοντας την καθαρεύουσα (γλώσσα της εξουσίας) υπέρ της δημοτικής (γλώσσας του λαού).

Η γλωσσική αποδόμηση, μαζί με τον στίχο, την ομοιοκαταληξία, τον σταθερό θίασο και το ναΐφ σκίτσο που θύμιζε πιο πολύ θέατρο σκιών παρά οποιοδήποτε παλιότερο ή σύγχρονο γελοιογραφικό στιλ, δόμησαν την μποστική γελοιογραφία: μία αυτόφωτη, λαϊκή και σκηνική γελοιογραφία, ένα κωμικό θεατρικό σκετς σε σκίτσα.
… ένας γελοιογραφικός θεατράνθρωπος…
«Το παράπονό μου με τον Μποστ είναι ότι ποτέ δεν μπόρεσα, στο ποδοσφαιρικό γήπεδο του χιούμορ, να τον μαρκάρω… Πάνω που έμαθα να εικονογραφώ όπως ο Μποστ, αυτός πέρασε στη γελοιογραφία. Μόλις ψιλόμαθα τη γελοιογραφία και είπα “του μπαίνω”, όρμησε στο ευθυμογράφημα. Εκεί που άρχισα να στρώνω γραπτά με κάποια πλάκα, μου βγήκε θεατρικός συγγραφέας. Και τη στιγμή που άρχισε να ωριμάζει μέσα μου το πρώτο μονόπρακτο, μου ξέφυγε στη ζωγραφική… », είχε πει ο Κώστας Μητρόπουλος, ο μεγάλος γελοιογράφος που «έδωσε» τη θέση του στον Μποστ πλάι στον Τσιφόρο, με το χαρακτηριστικό πλακατζίδικο ύφος του.
Το 1961, ο Μποστ είναι ένας πολιτικός γελοιογράφος σε πλήρη ακμή. Συνεργάζεται με πλήθος εφημερίδων και περιοδικών ως σκιτσογράφος και ευθυμογράφος, ενώ τα δύο γελοιογραφικά άλμπουμ που εκδίδει («Σκίτσα του Μποστ» με εισαγωγή του Ηλία Πετρόπουλου και «Το λέφκομά μου») εξαντλούνται. Και τότε είναι που «ξεφεύγει», κατά τον Μητρόπουλο, από το γραφείο του σκιτσογράφου στο θεατρικό σανίδι.
Καθοριστικός παράγοντας στη θεατρική του πορεία θα σταθεί ο Μίκης Θεοδωράκης, που θα γίνει ίνδαλμα για τον σκιτσογράφο και τον οποίο κωμικά (λόγω του ύψους του) θα τον αποκαλεί «Επιμήκη». Αρχικά, ο Μίκης μελοποιεί τους στίχους του Μποστ «Η Ρομβία» και «Η Νήσος των Αζορών» και το 1962 ανεβάζουν μαζί στο θέατρο Παρκ την επιθεώρηση «Ομορφη Πόλη». Η «Πόλη», το πρώτο και πιο πολιτικοποιημένο θεατρικό έργο του Μποστ, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι κατά το ήμισυ γραμμένο από τον ίδιο και ολόκληρο σε μουσική Θεοδωράκη, αλλά δεν σημειώνει επιτυχία.

Η ατυχία τον ακολουθεί σε διάφορες πρωτοπόρες προσπάθειές του, όπως στο να ανοίξει δικό του θέατρο σκιών ή στην εισπρακτική αποτυχία της ταινίας «Το πιθάρι», όπου έγραψε το σενάριο. Την ίδια χρονιά, παρότι συνηθισμένος στη λογοκρισία και στις μηνύσεις (κυρίως από την Εκκλησία), έρχεται και η απόλυσή του από το περιοδικό «Εικόνες» λόγω του «ασεβούς» κειμένου του «Το αμάρτημα της μητρός μου» –μια ενδιαφέρουσα περίπτωση μεταπολεμικού cancel. Παρόλα αυτά σκηνογραφεί και σχεδιάζει κοστούμια για το θέατρο, ενώ το 1963 γράφει το πρώτο του μεγάλο έργο, τη «Φαύστα ή Η απωλεσθείς κόρη».
… ένας δημιουργός της Αριστεράς…
Οταν, το 1963, ο Μποστ ρωτά τον διευθυντή του στην «Ελευθερία», Πάνο Κόκκα, γιατί λογοκρίνονται τα σκίτσα του, εκείνος του απαντά: «Εσύ γράφεις κομμουνιστικά. Να πας στην Αυγή!». Συμβουλή που… θα ακούσει! Από την ίδια χρονιά, ο Μποστ ξεκινά συνεργασία ως γελοιογράφος και ευθυμογράφος με την «Αυγή». Συμπίπτοντας χρονικά με τη δολοφονία του Λαμπράκη, η πολιτική του απόχρωση πλέον οξύνεται: τα σκίτσα και τα κείμενά του γίνονται ξεκάθαρα και χωρίς υπόνοιες Αριστερά, διατηρώντας όμως τη σπιρτάδα της πρότερης δουλειάς του, εκείνης που με ευρηματικότητα έπρεπε να καλύψει και να υπονοήσει τους πολιτικούς του προσανατολισμούς.

Παράλληλα, κατεβαίνει υποψήφιος βουλευτής με την ΕΔΑ (χωρίς να εκλεγεί) το 1963 και κατόπιν συνιδρύει, το 1964, τη Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη. Ο πολιτικός αναβρασμός των χρόνων της Αποστασίας καθρεφτίζεται φλογερά στα έργα και στη δράση του δημιουργού. Η Μαμά Ελλάς, η Ανεργίτσα και ο Πειναλέων στηλιτεύουν τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, το παλάτι, τους Αμερικάνους, και περιμένουν καλύτερες μέρες από την Ενωση Κέντρου του Γεώργιου Παπανδρέου.
Η άνοδος της χούντας, όμως, θα ανακόψει τις ανορθόγραφες δημιουργικές πτήσεις. Το κυνηγητό, η κακοποίηση της γυναίκας του και η κατάσχεση του γελοιογραφικού, του ζωγραφικού και του συγγραφικού του αρχείου από την Αστυνομία θα οδηγήσουν τον Μποστ σε μετριοπάθεια και σε «αποκήρυξη μετά βδελυγμίας του αντεθνικού κομμουνισμού» –έστω κι αν δεν το εννοούσε– στο αστυνομικό τμήμα όπου μετέβη ο ίδιος και κρατήθηκε για πέντε ημέρες. Με τη σύλληψη του γιου του, Γιάννη, σε αντιδικτατορικά επεισόδια και την καταδίκη του με αποκλεισμό από όλα τα Γυμνάσια, ο Μποστ θα αποστασιοποιηθεί από την πολιτική, μεταφορικά και κυριολεκτικά –μετακομίζει οικογενειακώς στο Μεταξοχώρι Λάρισας– για πέντε ολόκληρα χρόνια.
Μόνο κατά τους τριγμούς της δικτατορίας, το 1972, θα προσπαθήσει να επιστρέψει με το ειρωνικό κείμενό του «Υπέρ δικτατορίας», στο πρώτο (και μοναδικό) τεύχος του «Αντί», και με το ανοιχτά σατιρικό θεατρικό του έργο «Εκλογές του Μποστ» το 1973, που θα σημειώσει επιτυχία στο κοινό και θα προκαλέσει οργή στους συνταγματάρχες. Το 1974, με την ολοκληρωτική της πτώση, θα επιστρέψει στην Αθήνα αλλά και στην τέχνη του, με νέες γελοιογραφικές και θεατρικές συνεργασίες, μπαίνοντας στη δεύτερη μεγάλη παραγωγική περίοδο της πορείας του.
… ένας καταξιωμένος πολυ-καλλιτέχνης…
Στις τελευταίες δεκαετίες της ζωής του, ο γκριζαρισμένος πια μυστακοφόρος Μποστ απολαμβάνει την αποδοχή ως καταξιωμένος και λαοφιλής δημιουργός. Παρόλα αυτά, δεν αναπαύεται στις δάφνες του. Συνεργάζεται με την «Πρωινή», την «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία» και τον «Ριζοσπάστη» μεταξύ άλλων, ως σκιτσογράφος, ενώ θεατρικά συνεργάζεται με το θέατρο «Στοά», τον Θανάση Παπαγεωργίου, τη Λήδα Πρωτοψάλτη και τον Λουκιανό Κηλαηδόνη. Στις νέες του γελοιογραφίες, η Μαμά Ελλάς έχει ραμμένες τις λέξεις «ΕΟΚ» στον χιτώνα της, ενώ η Ανεργίτσα και ο Πειναλέοντας απουσιάζουν, μια και, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν έχουν θέση σε μια εποχή που ο εργάτης έχει πλέον ψυγείο στο σπίτι του.

Συγγραφικά, σε αυτή την τελευταία περίοδο της ζωής του δίνει και τρία από τα μεγαλύτερα και έως και σήμερα δημοφιλή του θεατρικά: τη «Μαρία Πενταγιώτισσα» (1982), τη «Μήδεια» (1993) και το «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» (1995), κείμενα γεμάτα μποστική πρόζα, δεκαπεντασύλλαβο και σκωπτικό σατιρικό χιούμορ. Παράλληλα κάνει τις πρώτες του ατομικές εκθέσεις ζωγραφικής με πίνακες που, όπως οι γελοιογραφίες του, εμπνέονται από την ελληνική ιστορία και τη λαϊκή παράδοση και τον σπρώχνουν εικαστικά ακόμα πιο κοντά στον Θεόφιλο, στον Κόντογλου και στα πορτραίτα του Φαγιούμ.

Ο μοναδικός τομέας στον οποίο συστηματικά αποτυγχάνει είναι… η πολιτική. Κατεβαίνει υποψήφιος στις δημοτικές εκλογές του 1978 με τον συνδυασμό του Μίκη Θεοδωράκη και στις βουλευτικές του 1981 και του 1985 με το ΚΚΕ, αποτυγχάνοντας να εκλεγεί και τις τρεις φορές. Παράλληλα, βλέπει το μέτωπο της Αριστεράς που επιθυμούσε να παραμείνει ενωμένο μετά την πτώση της Χούντας, να διασπάται σε μικρότερα κόμματα. Γίνεται άλλος ένας απογοητευμένος παλιός Αριστερός, μέσα στα χρόνια του πασοκικού πάρτι…
Η ζωή του τελειώνει μέσα στη δημιουργικότητα και στην αποδοχή, αφήνοντας την τελευταία του πνοή 77 ετών, την Τετάρτη 13 Δεκεμβρίου του 1995.
… που σήμερα θα έσπαγε πλάκα!

«Ο Μποστ δεν έκανε γελοιογραφία! Εκανε επανάσταση! (…) Είναι σαν να εφηύρε ένα καινούργιο εμβόλιο! Ενα εμβόλιο που θα μας προστατεύει από τον ιό της κακογουστιάς για τουλάχιστον 1.000 χρόνια!», έγραφε ο γελοιογράφος ΚΥΡ το 1987. Τριάντα χρόνια μετά τον θάνατο του Μποστ, πάντως, το εμβόλιό του δεν φαίνεται να έπιασε ιδιαίτερα τόπο, ενώ ο κόσμος που άφησε, μοιάζει να χειροτέρεψε κατά πολύ.
Ο Μέντης θα είχε, σίγουρα, πολλά να πει για το σήμερα: για την άνοδο της Ακροδεξιάς, το νεοφασιστικό φαινόμενο Τραμπ, τη Γάζα, το μεταναστευτικό, το περιβάλλον, τον διάδοχο Μητσοτάκη και τις νεοφιλελεύθερες συμμορίες του, την τραγική αμηχανία της Αριστεράς. Η Μαμά Ελλάς του θα ήταν ρακένδυτη και κακομοίρα όπως παλιά, μόνο με μερικά αστραφτερά μπλε μπαλώματα στον χιτώνα της που θα έφεραν αστεράκια της Ευρωπαϊκής Ενωσης, ενώ ο Πειναλέων κι η Ανεργίτσα θα τσακώνονταν για το ποιος θα πρωτοπαίξει στο τάμπλετ. Και σίγουρα, θα χρησιμοποιούσε όλο το πολυπρόσωπο και ανεπανάληπτο δημιουργικό του στιλ για να κατακεραυνώσει, να σατιρίσει και να καταδείξει τα στραβά της εποχής μας. Πάντα με το ιδιόρρυθμο μποστικό χιούμορ του.
