ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Τάκης Νικολόπουλος*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Με δεδομένο τις βαθιές, συνεχόμενες και ποικίλες κρίσεις–πολυκρίση ενός συνασπισμένου και αυτονομημένου μεγασυστήματος-τέρατος και των στυλωμάτων του γίνεται όλο και πιο προφανές και αποδεκτό, αλλά και μάλλον γενικά (από τους πολλούς ) απαιτητό ότι τούτος ο α-διανόητος κόσμος των κεφαλαιόκαινων ερειπίων χρειάζεται θεμελιακή–ριζική / δηλαδή ριζοσπαστική αλλαγή. Αλλαγή δηλαδή σε όλα πλέον τα επίπεδα και στοιχεία του και ένα νέο φαντασιακό, μια νέα συλλογική πίστη, μια νέα μυθολογία και αξιο-λογία. Χρειάζεται «αλλαγή του παιχνιδιού και όχι των κανόνων» του, των παραλλαγών του και των χρωμάτων του».

Ποιος αμφισβητεί σήμερα ότι έχουμε να κάνουμε με (συνολική συστημική) κρίση. Μια κρίση, συχνά ανομολόγητη, ενός πολιτικού καθεστώτος η οποία εγκαλεί την επινόηση νέων θεσμών, δομών και σχέσεων, νέες μορφές οργάνωσης της κοινωνίας. Μια νέα χειραφετησιακή «ουτοπία» και όχι μια «απλή» μεταρρύθμιση (ή «χαμηλής πτήσης», Κ. Χριστόπουλος, εφ. «Η Εποχή», 1/11/2025) μια δηλαδή (απλή) διόρθωση του κόσμου με /και από τα ίδια. Oπως έγραφε ο Fr. Jameson (2007) δεν μπορούμε να φανταστούμε μια θεμελιακή αλλαγή της κοινωνικής μας ύπαρξης χωρίς προηγουμένως ουτοπικές προβολές.

Με άλλα λόγια, απαιτείται ένας συγκρουσιακός και «ουτοπικός» ριζοσπαστισμός με κατεδάφιση, απ-αξίωση και αντιστροφή των ήδη υπαρχόντων και κυρίαρχων αξιών, σημασιών και συμβόλων. Αντιστροφή όμως με νέους (αμεσοσυμμετοχικούς, αποκεντρωμένους και αποσυγκεντροποιημένους) πολιτικούς και οικονομικούς (αντι)θεσμούς (των πολιτών -«δήμου») σε νέα χωρο-τοπική κλίμακα.

«Αν έβρισκες ένα καινούργιο όνομα για κάτι, αυτό το κάτι γινόταν πραγματικό… και μπορούσες να δημιουργήσεις έναν κόσμο που ήταν πραγματικός και διαφορετικός» | R. P. Warren

Θα πρόκειται δηλαδή πρωτίστως και κατ’ αρχάς, όπως έχουμε συχνά προτείνει, για ανάδειξη «εκ των κάτω» (με συνελεύσεις, συμβούλια κ.λπ.), των βιο-χωροτόπων ή βιοπεριοχών και με συνδρομή ή σύμπραξη των προοδευτικών υπαρχόντων καποδιστριακών δήμων αλλά και διεκδίκηση νέων μικρών δήμων και κοινοτήτων, δικτυωμένων ή/ και συνομοσπονδιοποιημένων. Αυτοί οι νέοι θεσμοί, «εντός και εναντίον» του παγκοσμιοποιημένου (δηλαδή νεοαποικιοκρατικού) και τεχνο-κεφαλαιοκρατικού μεγα-συστήματος, στις ρωγμές και τις χαραμάδες αυτού, μαζί με την σταδιακή αλλαγή συνείδησης (θα) διαμορφώνουν μια νέα, απλή, «αργή»-«μακροπροθεσμική» και ευχάριστη συμβιω(ο)τική και αλληλέγγυα οικοκοινωνική οργάνωση, ένα νέο «εμείς».

Στο πλαίσιο αυτό, η ριζοσπαστική κριτική θα πρέπει να στραφεί όχι μόνο στον ισχύοντα τύπο (μετα-) πολιτικής και (μετα-) «δημοκρατίας» και στους θεσμούς των, αλλά στις ίδιες τις (οικονομικές) έννοιες και τους μεγιστοποιητικούς δείκτες του πλούτου και της μεγέθυνσης (συν-εξ-αρτώμενοι με/από την αέναη κατανάλωση της προσφερόμενης αφθονίας. Οι τελευταίες κατηγορίες- μεγέθη και αξίες, μάλιστα ως αυτοσκοποί, (πρέπει να) είναι τα κύρια αντικείμενα της κριτικής με άξονα τα όρια, φυσικά, κοινωνικά και πολιτισμικά. Δεν αμφισβητείται πλέον ότι η χωρίς όρια διαρκής γραμμική και αέναη μεγέθυνση επί πλέον της ενεργειακής κατανάλωσης χωρίς περιορισμούς, ταυτίζεται με εκκαθαρίσεις οικολογικές, κοινωνικές και πολιτισμικές.

Η κριτική συνεπώς προσβλέπει σε μια «ευζωία χωρίς μεγέθυνση» και (χωρίς) «άφθονο» πλούτο σε μια ισοδίκαιη ολιγοεπάρκεια (κατά τον Σ. Λατούς «λιτή αφθονία» ή κατά τον Κ. Σάιτο «ριζοσπαστική αφθονία») στο πλαίσιο του συλλογικού ριζοσπαστικού οικο(λο)νομικού, πολιτικού αλλά και πολιτισμικού προτάγματός της από- ορθότερα α-μεγέθυνσης. Αυτό δεν σημαίνει ότι σταματά η «οικονομία» και η κοινωνία (και πως θα μπορούσε άραγε στη διαλεκτική εξέλιξη και δυναμική των πραγμάτων). Δεν σημαίνει π.χ. ότι σταματούν οι επενδύσεις και η παραγωγικότητα της εργασίας. Απλώς σε αυτό το καταρχάς μικρο-χωροεπίπεδο αλλάζουν ριζικά χαρακτήρα και σημασία/κατεύθυνση για τη δημιουργία άλλου είδους πλούτου, άλλου είδους –ποιοτικής/«πρωταρχικής συσσώρευσης» και αλλαγή των σχέσεων παραγωγής, μακριά από τον παραγωγισμό.

Η κριτική αυτή τέλος, είναι άρρηκτα συνυφασμένη όπως είναι φυσικό με την έννοια των αναγκών (πρωτίστως των βασικών «ενστικτωδών» και «ενορμητικών») και επιθυμιών. Με την ολιγοεπάρκεια, έννοια που πρωτο-συναντάμε στον Α. Gorz, ως «εγκώμιο του επαρκούς», η οποία βρίσκεται στον αντίποδα της ορθο-λογικής της ανώτατης (ποσοτικής) απόδοσης (του κέρδους), παύει ή σχετικοποιείται η καθημερινή ή και μελλοντική ατομικιστική, ναρκισσιστική και αγχώδης αγωνία για «όλο και περισσότερο-α» είτε αναφορικά με εισόδημα είτε με αγαθά (βλ. και Κ. Σταμάτης, 2008). Σε μια πρώτη και χονδρική απάντηση οι ανάγκες (πρέπει να) είναι άρρηκτα συνυφασμένες καταρχάς με τη χωρο-τοπική παραγωγή και κατανάλωση (ενιαία θεωρούμενη) και από την άλλη με συλλογική δημο-κρατική απόφαση και οριζόντια διαβούλευση περί αυτών, των αναγκών (τι θα παραχθεί και πόσο) αρχής γενομένης από το μικρο-βιοχωροτοπικό επίπεδο και ιδίως της (αγροτικής, μικρο-καλλιεργητικής και κοινοτικής) υπαίθρου (αλλά όχι μόνο).

Ως γνωστόν η (ποσοτική και γραμμική) οικονομική μεγέθυνση που ταυτίσθηκε στο δυτικό προτεσταντικό παράδειγμα με την πρόοδο και τον πλούτο των κρατών (αλλά όχι υποχρεωτικά και των κοινωνιών και της φύσης), βασίζεται στην παραγωγή για την παραγωγή /παραγωγισμός και εκείθεν στη διαρκή κατανάλωση με φόντο την εξόρυξη- εξάντληση των πόρων. Και τούτο για την (ψευδή) ικανοποίηση όλο και περισσότερων αναγκών μέχρι «ύβρεως», χωρίς φυσικά και πολιτισμικά όρια, ενώ ταυτόχρονα σήμερα οι ανισότητες αυξάνονται χωρίς ιστορικό προηγούμενο. Ακόμα και η ποσοτική (υλική – χρηματική) μεγέθυνση δεν φαίνεται να δημιουργεί, μέσα στην όποια ευμάρεια, «αίσθηση ευημερίας» και ακόμα λιγότερο ευζωίας, ακόμα κι αν θεωρηθεί (μεταξύ άλλων, Ντ. Μάσεϊ, 2023) ότι στο δυτικό και βόρειο αναπτυγμένο-υπερκαταναλωτικό κόσμο (εις βάρος του νότου) έχουν καλυφθεί επαρκώς, τουλάχιστον σε μαζικό επίπεδο οι στοιχειώδεις και βασικές ανάγκες (ίσως πλην της στέγασης, όχι όμως από πραγματική έλλειψη αλλά από τεχνητή κερδοσκοπία –υπερτίμηση της αξίας των ακινήτων). Γι’ αυτό και, αφού πάνω από ένα όριο το υψηλότερο ΑΕΠ δεν ισούται με περαιτέρω βελτίωση της ανθρώπινης ζωής ούτε μ’ ένα ισόρροπο μεταβολισμό ανθρώπου-φύσης (Ε. Μερκατάντε, εφ. «Η Εποχή», 25-26/10/2025), διεκδικείται πλέον, όχι αβάσιμα και όχι μόνο από τους απομεγεθυνσιακούς, μια ευζωία – ποιοτική «ευημερία χωρίς μεγέθυνση».

Πράγματι στο αντίθετο παράδειγμα εγγράφεται το ριζοσπαστικό πολιτικό και οικο-λο-νομικό αλλά και πολιτισμικό ρεύμα της από –ή καλύτερα α-μεγέθυνσης, ως συλλογικό πρόταγμα που έλκει την καταγωγή του στη S. Weil στον Μεσοπόλεμο, αλλά και στον ύστερο Μαρξ! Αυτό το ρεύμα-πρόταγμα, μαζί με άλλα εναλλακτικά συνθετικά του (κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία-συνεργατισμός, ανάδειξη κοινών, αυτοδιαχειριστικές κοινοτικές αγροτικές πρωτοβουλίες – χωρο-τοπική αγροοικολογία, άμεσες σχέσεις-δίκτυα-παραγωγών καταναλωτών κ.ά., αλλά και άλλου τύπου πολιτική και δημοκρατία), φαίνεται να συνιστά σήμερα το κύριο εν δυνάμει «χτύπημα ακριβείας» και αποενσωμάτωσης στο ενσωματωτικό σε διαρκή (υλικο) «εκσυγχρονισμό» και μεταστοίχειωση αλλά και μη ελέγξιμο /ολοκληρωτικό πλέον τεχνο-νεοφεουδαρχικό μεγα-σύστημα. Στην καρδιά αυτού του «ουτοπικού» (αντι)παραδείγματος βρίσκεται μια νέα και σταδιακή α–μεγεθυνσιακή οργάνωση της κοινωνίας (και με ελεγχόμενη ίσως στην αρχή μεγέθυνση), έχοντας στον πυρήνα της την ολιγοεπάρκεια σε σχέση με μια αξιοχρησική και ετερογενή οικονομία όχι των αγαθών αλλά των αναγκών και των σχέσεων (ανθρώπων, αλλά και ανθρώπων –φύσης) και τις συλλογικές και ανοιχτές «δημο»-κρατικές αποφάσεις. Η έννοια αυτή δεν έχει προφανώς, όπως προκύπτει και από τα προηγούμενα, καμία σχέση με την «κλασική» (μόνιμη τα τελευταία χρόνια) ηθικιστική προτεσταντική λιτότητα υπέρ της συσσώρευσης του κεφαλαίου, την ταξική-άνιση, την πειθαρχική–βιοπολιτική και «εκ των άνω» επιβεβλημένη ως κανονικότητα και «υπευθυνότητα» (ξεπερασμένη ακόμα και κατά τον Μ. Ντράγκι, 2025) στο πλαίσιο της μοναδικής πολιτικής (και μοναδικής πραγματικότητας και σκέψης που έχει αποικίσει, με ποικίλους τρόπους και μέσα, τα πάντα).

* Ομ. καθηγητής Παν. Πάτρας