Με τη δύναμη της βιωματικής εμπειρίας, οι προφορικές αφηγήσεις τεσσάρων ανδρών και δύο γυναικών που επιβίωσαν από τα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας της ναζιστικής Γερμανίας, εμπλουτισμένες με εκατοντάδες άλλες μαρτυρίες συστήνουν μια δυνατή εμπειρία για τους επισκέπτες της έκθεσης «“Στα Σύρματα”: Μαγνησιώτες στα κάτεργα του Τρίτου Ράιχ». Η έκθεση φωτίζει την άγνωστη πτυχή όχι μόνο της τοπικής αλλά της ευρωπαϊκής ιστορίας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αποκαθιστά τους ανώνυμους εκτοπισμένους και αποσκοπεί να κρατήσει ζωντανή τη μνήμη και να την αποδώσει στις μελλοντικές γενιές.
Στο Μουσείο της Πόλης του Βόλου όπου παρουσιάζεται, η έκθεση στηρίζεται στη δεκάχρονη έρευνα της Ομάδας Προφορικής Ιστορίας Βόλου (ΟΠΙΒΟ), υπό την επιστημονική ευθύνη της ομότιμης καθηγήτριας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Ρίκης Βαν Μπούσχοτεν. Η ομάδα που καταγράφει την προφορική Ιστορία και την κοινωνική μνήμη μέσα από αφηγήσεις ανθρώπων με σκοπό την πληρέστερη κατανόηση του ιστορικού γίγνεσθαι, συγκέντρωσε στοιχεία για 235 Μαγνησιώτες άντρες κυρίως αλλά και γυναίκες που εκτοπίστηκαν για καταναγκαστική εργασία στη Γερμανία. Το 1944 έχει μετατραπεί σ΄ ένα τεράστιο στρατόπεδο με 40.000 μικρά και μεγάλα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Κατά τη διάρκεια του πολέμου εκτοπίζονται εκεί περισσότεροι από 13.000.000 άμαχοι πολίτες από όλες τις χώρες της Ευρώπης. Κάτω από άθλιες συνθήκες, χωρίς επαρκή τροφή και ένδυση, με βασανιστήρια και εκτελέσεις, με τις αρρώστιες και την πείνα να τους αποδεκατίζουν, εργάζονται για το Τρίτο Ράιχ και τη γερμανική κοινωνία.
«Από το 1943, λόγω των αυξημένων αναγκών του πολέμου ξεκίνησε η μαζική επιστράτευση ξένων πολιτών. H καταναγκαστική εργασία των «σκλάβων του Χίτλερ» ήταν ορατή παντού, κυρίως στη γεωργία, στην πολεμική βιομηχανία και σε κατασκευές. Ες Ες, κρατικοί φορείς, επιχειρήσεις, αγρότες και απλοί πολίτες συμμετείχαν καθημερινά σε αυτήν την εκμετάλλευση… Η Μαγνησία είχε υψηλό ποσοστό συμμετοχής στην ιστορία αυτή», γράφουν οι διοργανωτές της έκθεσης.
Οι προφορικές μαρτυρίες των: Θεόδωρου Αγιώτη, Βασίλη Κοντορήγα, Αφροδίτης Κουτρουλή-Καλατζή, Κατερίνας Μαλιοκάπη, Παρίση Μαλιοκάπη, Μαριάνθης Ναχμία-Σούλη, Νικόλαου Σαμούρη, Κωνσταντίνου Τζανίδη και Γιώργου Φωκούλη συμπληρώνονται με αρχειακό υλικό, φωτογραφίες, βιβλιογραφία και επιλεγμένα αντικείμενα, το καθένα από τα οποία αφηγείται κάποια ιστορία.
«Εγώ γι’ αυτό ζω, για να πω την ιστορία μου», είπε ο κ. Φωκούλης, 103 ετών σήμερα, όταν τον επισκέφτηκαν τα μέλη της ομάδας. Και ο κ. Θεοδώρος Αγιώτης, 101 ετών, ο οποίος παρευρέθηκε στα εγκαίνια, δεν μπορούσε να κρύψει τη χαρά και τη συγκίνηση. Η έκθεση αναδεικνύει την ιστορία των ανώνυμων ηρώων που πέρασαν μαρτυρικά στα στρατόπεδα εργασίας, ενώ όσοι επέστρεψαν στην πατρίδα δεν έζησαν καλύτερες ημέρες, αφού στιγματισμένοι, σε πολλές περιπτώσεις ως Αριστεροί, βίωσαν νέο Γολγοθά.
«Τα πρώτα κύματα συλλήψεων γίνονται όταν η Μαγνησία τελεί υπό ιταλική κατοχή. Οι περισσότεροι συλληφθέντες είναι αντιστασιακοί. Το 1944, όταν φουντώνει το αντάρτικο, γίνονται πολλές συλλήψεις σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις και σε μπλόκα. Οι συλληφθέντες οδηγούνται στις φυλακές, βασανίζονται, εκτελούνται και άλλοι στέλνονται στη Γερμανία. Σε όλο αυτό, σημαντικό ρόλο έπαιξαν οι συνεργάτες των Γερμανών, οι λεγόμενες “μούμιες”, οι κουκουλοφόροι», λέει στις «Νησίδες» η Ρίκη Βαν Μπούσχοτεν.
Η ομότιμη καθηγήτρια στο Τμήμα Ιστορίας, Ανθρωπολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, η οποία έχει την επιστημονική ευθύνη για την έκθεση και την ΟΠΙΒΟ, μας εξηγεί ότι το θέμα για την καταναγκαστική εργασία δεν ήταν ο στόχος της ομάδας όταν ξεκίνησε την έρευνα, το 2015.
«Στην αρχή δεν είχαμε καταλάβει πόσο σημαντικό αλλά και άγνωστο κεφάλαιο ήταν. Εστιάσαμε στη δεκαετία του ΄40 και μέσα από τις συνεντεύξεις ανακαλύψαμε τις πρώτες περιπτώσεις. Αντιληφθήκαμε ότι ήταν ένα θέμα που είχε μείνει άγνωστο και σιγά σιγά καταλάβαμε και τους λόγους της σιωπής. Ηταν τα τραύματα που κουβαλούσαν και κυρίως όταν επέστρεψαν στην πατρίδα, τότε που ξεκινούσε ο εμφύλιος πόλεμος. Ολοι εκείνοι που βρέθηκαν στα στρατόπεδα χαρακτηρίστηκαν αριστεροί. Εχει ενδιαφέρον σε ευρωπαϊκό επίπεδο, γιατί και σε άλλες χώρες αυτοί οι άνθρωποι δεν αναγνωρίστηκαν ως θύματα του ναζισμού. Μάλιστα στη Σοβιετική Ενωση τους είπαν συνεργάτες των Γερμανών και αρκετούς από αυτούς τους έστειλαν στα γκούλαγκ.
»Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε πότε γράφεται η Ιστορία γι’ αυτή την περίοδο. Στην Ελλάδα, όταν δημιουργήθηκε ο χώρος για να καταγράψουμε την Ιστορία για τη δεκαετία του ΄40, το μεγαλύτερο ενδιαφέρον στράφηκε στην Αντίσταση· σε πιο ηρωικές πράξεις, όπως συνέβη και σε άλλες χώρες. Εκείνοι που υπήρξαν θύματα ήρθαν σε δεύτερη μοίρα, γιατί δεν είχαν μια ηρωική αφήγηση. Με μια προσεκτική περιήγηση στην έκθεση αντιλαμβανόμαστε ότι ήταν ήρωες χωρίς να φαίνονται σαν ήρωες. Αυτό βρίσκεται στον πυρήνα της έκθεσης. Ο άνθρωπος ακόμα και στις πιο σκληρές συνθήκες βρίσκει τους τρόπους να αντισταθεί είτε ατομικά είτε συλλογικά».
Παρά τις απάνθρωπες συνθήκες που βίωναν, αναπτύχθηκε αλληλεγγύη μεταξύ των κρατουμένων και αντίσταση στην εξουσία των ναζί. «Επρεπε να έχεις σθένος για ν’ αντισταθείς κάτω από τόσο σκληρές συνθήκες. Μια από τις αφηγήτριες μας είπε ότι στο προσκλητήριο που οι ναζί φώναζαν τα νούμερα των κρατουμένων και όλοι έπρεπε να είναι ακίνητοι, εκείνη τραγουδούσε, σιγά σιγά, αντάρτικα τραγούδια. Ετσι δημιούργησε σχέση αλληλεγγύης με τη Ρωσίδα που βρισκόταν δίπλα της. Μάλιστα ξεκινάει την αφήγησή της λέγοντας, “τα νιάτα δεν υπολογίζουν κινδύνους”. Μεγάλη πια, αναρωτιέται αν άξιζε να ρισκάρει, γιατί μπορούσαν εύκολα να την εκτελέσουν. Αυτό είναι ένα μάθημα για τους νέους που επισκέπτονται την έκθεση. Να έχουν τη δύναμη να αντισταθούν, να πουν όχι» μας λέει η κ. Μπούσχοτεν.
Η έκθεση διαρθρώνεται σε τρεις ενότητες. Στην πρώτη, η ιστορία των Μαγνησιωτών συνδέεται με την ευρύτερη ευρωπαϊκή ιστορία. Σ’ έναν μεγάλο χάρτη αναπτύσσονται τα στρατόπεδα. «Σήμερα γνωρίζουμε ότι ήταν γύρω στις 40.000, που σημαίνει ότι όλη η γερμανική κοινωνία ήταν μπλεγμένη στην εκμετάλλευση των ξένων εργατών. Ες Ες, δήμοι, πολίτες. Στην ίδια ενότητα υπάρχει ένα εντυπωσιακό ηχοτοπίο που παράγει ήχους που συνδέονται με τα στρατόπεδα. Βομβαρδισμοί, σκυλιά που γαυγίζουν, αποσπάσματα συνεντεύξεων, γερμανικές φωνές προετοιμάζουν ψυχολογικά τους επισκέπτες για να εισέλθουν στον κεντρικό χώρο που αφηγείται την ιστορία αυτών των ανθρώπων», μας εξηγεί η ομότιμη καθηγήτρια.
Και συνεχίζει: «Στο δεύτερο μέρος, με χρονολογική σειρά ακολουθούμε την ιστορία τους από τη στιγμή της σύλληψης μέχρι την επιστροφή στην πατρίδα. Δεν επέστρεψαν στην Ελλάδα με την απελευθέρωση, τον Οκτώβριο του ‘44. Εμειναν στη Γερμανία μέχρι τον Μάιο του 1945 –και στο τέλος του πολέμου κυριάρχησαν οι πιο φρικτές συνθήκες. Το τρίτο μέρος αφορά τον ρόλο που παίζει η μνήμη στο παρόν και το πότε αρχίζει να γίνεται αφηγήσιμο το παρελθόν στην Ελλάδα. Στον Βόλο υπάρχει ένα διάστημα που βγαίνει στην επιφάνεια, από τη δεκαετία του ‘60, γεγονός που συνδέεται με την αλλαγή του πολιτικού κλίματος, και μετά ξανακλείνει γιατί έχουμε τη χούντα. Στη μεταπολίτευση δίνεται μεγάλη προσοχή. Η δημοσιογράφος Νίτσα Κολιού διασώζει πολλές μνήμες στα βιβλία της. Στον επίλογο συνεχίζεται η διεργασία της μνήμης μέσα από τις σημαντικές μαρτυρίες τριών ανθρώπων που πέρασαν από τα στρατόπεδα: του Πρίμο Λέβι, του Ομήρου Πέλλα (όπως ήταν το ψευδώνυμο του Οδυσσέα Γιαννόπουλου) και του Παρίση Μαλιοκάπη, οι οποίοι απευθύνονται στη νέα γενιά και στη σημασία της διατήρησης της μνήμης σήμερα».
«Πόσο θα ‘θελα να τα ‘βλεπες, χωρίς αντίτιμο, τούτα τα ζαρωμένα πετσιά, μακρινέ μου φίλε που κάποτε θ’ ανησυχείς για την πρώτη σου ρυτίδα… Τι δεν θα ‘δινα να τα βλέπατε όλοι εσείς που ζείτε καλά ύστερ’ από τούτη την καταιγίδα που μας πέταξε εδώ, για να βλέπατε μέχρι πoιο σημείο μπορεί να καταντήσει τον άνθρωπο ο άλλος άνθρωπος, όταν η τρέλα, το μίσος, η πλεονεξία και η ματαιοδοξία γίνουν ρυθμιστές της τύχης του κόσμου». | Ομηρος Πέλλας, Stalag VI C. Ημερολόγιο της ομηρίας (1962).
Η έκθεση ξεπέρασε τις προσδοκίες των διοργανωτών. Εγκαινιάστηκε στις 5 Νοεμβρίου και επρόκειτο να διαρκέσει έως τις 12 Δεκεμβρίου αλλά λόγω της μεγάλης επισκεψιμότητας και του ενδιαφέροντος θα συνεχιστεί μέχρι τον Ιανουάριο του 2026. Πρόθεση των διοργανωτών είναι να περιοδεύσει –αρκεί να υπάρξει οικονομική στήριξη– σε άλλες πόλεις της Ελλάδας αλλά και στη Γερμανία. «Σύμφωνα με τελευταία έρευνα, το 80% των σημερινών Γερμανών δεν πιστεύει ότι οι δικοί τους απασχόλησαν εργάτες από όλη την Ευρώπη κι ότι τους επέβαλαν να ζουν απάνθρωπα και να εργάζονται στους αγρούς και κυρίως στις εταιρείες και στις μεγάλες βιομηχανίες που αριθμούνταν σε περισσότερες από 2.500. Πρόσφατα ξενάγησα ένα νεαρό Γερμανό και με ευχαρίστησε, γιατί δεν γνώριζε τίποτα από αυτά». Από τους 235 Μαγνησιώτες πέθαναν οι 25, ενώ πολλοί εξ αυτών δεν επέστρεψαν ποτέ στην Ελλάδα, καθώς μετανάστευσαν σε άλλες χώρες. Η Γερμανία το 2000 αναγνώρισε την καταναγκαστική εργασία ως έγκλημα πολέμου.
Η αφήγηση που έδωσε τον τίτλο στην έκθεση
Στον εμφύλιο και στα πέτρινα χρόνια που ακολουθούν, οι όμηροι εξακολουθούν να στιγματίζονται ως αριστεροί. Ο Γιώργος Φωκούλης αφηγείται πώς, νεοσύλλεκτος το 1947, μετά από την πρώτη εκπαίδευση δέκα ημερών, έφτασε ο φάκελος στο διμοιρίτη του.
«Εκεί στο ύψωμα που καθόμασταν –ο ανθυπολοχαγός κοντά σ’ ένα, σε μια πολυθρονίτσα είχε, κάθονταν εκεί έξω– κι ήταν κι οι στρατιώτες εκεί και λέγαν διάφορα χαζά. Ε, εγώ ήμαν καινούργιος, δεν πήγαινα κοντά να συζητήσω κι εγώ μ’ αυτούς, κάθομαν στην άκρη. Ε, με λέει, “εσύ, ρε Φωκούλ”, με λέει, “τι ήσαν εσύ;”, με λέει, “μέσα στα σύρματα ήσαν;” “Ναι”, λέω, “ήμαν μες στα σύρματα, ο καλός κόσμος εκεί ήταν”, λέω».
ℹ️ Την έκθεση συνδιοργανώνουν η αντιδημαρχία Πολιτισμού και Μουσείων – Διεύθυνση Αρχείων, Μουσείων και Βιβλιοθηκών, η ΟΠΙΒΟ και το πολιτιστικό σωματείο «Πολίτες για το Μουσείο Πόλης Βόλου». Υλοποιείται με τη χρηματοδότηση του υπουργείου Πολιτισμού – Διεύθυνση Νεότερης Πολιτιστικής Κληρονομιάς. Ιστορική έρευνα: Ρίκη Βαν Μπούσχοτεν, Ιφιγένεια Λούρου, Κατερίνα Μαλιοκάπη, Αγγελική Νικολάου, Αννα Πιάτου, Αννίτα Πρασσά, Μένη Τσίγκρα (ΟΠΙΒΟ). Μουσειολογική μελέτη: Ομάδα μεταπτυχιακών φοιτητών/τριών του ΔΠΜΣ «Μουσειακές σπουδές» του ΕΚΠΑ, υπό την επίβλεψη της Μάρλεν Μούλιου (επ. καθηγήτρια Μουσειολογίας, ΕΚΠΑ)
