ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νόρα Ράλλη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το έχει δηλώσει ξεκάθαρα: κάνει και θα κάνει ταινίες για όσα έχει ζήσει, για όσα έχει δει με τα μάτια του. Και έχει δει πολλά. Ο Αμπάς Φαντέλ είναι σκηνοθέτης ντοκιμαντέρ. Γεννημένος στη Βαβυλώνα (Ιράκ) το 1964, στα 18 του πήγε στο Παρίσι όπου σπούδασε κινηματογράφο στο Πανεπιστήμιο Paris VIII και στη Σορβόννη. Η «διπλή» αυτή του ταυτότητα, ένας Ιρακινός δημιουργός με γαλλική κινηματογραφική παιδεία, διαπερνά όλο το έργο του: απόλυτη αμεσότητα στην καταγραφή της πραγματικότητας, αλλά με ευρωπαϊκή δομή αφήγησης και ρυθμό. Θεωρείται δε από τους σημαντικότερους σύγχρονους Αραβοϊρακινούς ντοκιμαντερίστες, ενώ η δουλειά του στο σύνολό της χαρακτηρίζεται από μακρά παρατήρηση και έρευνα πεδίου, ανθρωποκεντρική προσέγγιση χωρίς μελοδραματισμούς, εμμονή στη μνήμη, την απώλεια και την καθημερινή ζωή μέσα στον πόλεμο και πολιτική καθαρότητα χωρίς ρητορική.

Ολα τα παραπάνω χαρακτηριστικά τα βλέπουμε και στο τελευταίο του ντοκιμαντέρ «Ιστορίες από έναν πληγωμένο τόπο» (Tales of a Wounded Land), που θα προβληθεί αυτή την Κυριακή, στο πλαίσιο του 14ου Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Κινηματογράφου Αθηνών, παρουσία του σκηνοθέτη.  Πρόκειται για ένα σπαρακτικό φιλμ, που ακολουθεί την ιστορία του ίδιου του σκηνοθέτη και της οικογένειάς του και μέσα από την οποία αναδεικνύεται το βάρβαρο αποτύπωμα του πολέμου που εξαπέλυσε το ισραηλινό κράτος τόσο στον Λίβανο όσο και στην Παλαιστίνη. Και φυσικά, αποδεικνύεται για ακόμη μια φορά πως ο Αμπάς Φαντέλ δεν είναι «στρατευμένος» με τη στενή έννοια. Είναι ωμός καταγραφέας της πραγματικότητας, με απόλυτη προσήλωση στη μαρτυρία των ανθρώπων.

«Προς αυτή την ταινία με ώθησε ένα αίσθημα ιστορικής επιτακτικότητας – η αίσθηση ότι ζούμε ένα γεγονός του οποίου η κλίμακα και η αγριότητα ισοπεδώνονται, διαστρεβλώνονται ή σβήνονται στην πραγματικότητα των media. Ζώντας στην περιοχή, καταλαβαίνεις γρήγορα ότι αυτό που βλέπει ο κόσμος δεν είναι ο πόλεμος, αλλά η επιμελημένη σκιά του. Η αλήθεια της περιόδου 2023-2024 που με χτύπησε σαν κεραυνός ήταν το πόσο μεθοδικά το Ισραήλ κατασκευάζει την αορατότητα: την αορατότητα της παλαιστινιακής ζωής πριν την καταστρέψει, την αορατότητα των λιβανέζικων συνοριακών χωριών πριν τα ξανακάψει, την αορατότητα μια ολόκληρης κοινωνίας που στοχοποιείται μαζί με τα κτίρια, τα νοσοκομεία, τα σπίτια, τα σχολεία. Οσοι είναι εκτός, οι «θεατές» του δυτικού κόσμου για παράδειγμα, φαντάζονται ‘’πλήγματα’’, ‘’επιχειρήσεις’’, ‘’αντεπιθέσεις’’, ενώ αυτό που βιώνουν οι άνθρωποι εδώ είναι μια συστηματική αποσυναρμολόγηση της κοινωνίας: η καταστροφή δικτύων νερού, κλινικών, αρχείων, νεκροταφείων, σχολείων, της ίδιας της ιδέας του μέλλοντος! Μια άλλη αλήθεια που σπάνια γίνεται αντιληπτή είναι η χρονική διάσταση: για εμάς δεν είναι ‘’ο πόλεμος του 2023-2024’’, αλλά μια συνέχεια, μια δομή βίας που διαρκεί γενιές. Εφτιαξα την ταινία γιατί συνειδητοποίησα ότι, αν δεν καταγράφαμε οι ίδιοι αυτή τη στιγμή, το νόημά της θα γινόταν αμέσως αόρατο» μας λέει ο σκηνοθέτης.

Τον ρωτήσαμε ποια ήταν η πιο «απαγορευμένη» στιγμή που κατέγραψε η κάμερα – κάτι που ο παγκόσμιος κύκλος ειδήσεων πάντα αποσιωπά ή υποβαθμίζει: «Ισως οι πιο απαγορευμένες στιγμές να είναι οι ήσυχες – όταν οι άνθρωποι δεν μιλούν ως ‘’θύματα’’ αλλά ως συνειδητά πολιτικά υποκείμενα, εξηγώντας με καθαρότητα ότι η καταστροφή γύρω τους δεν είναι παράπλευρη αλλά σκόπιμη, μέρος ενός μακρόχρονου σχεδίου να καταστεί η ζωή αβίωτη. Τέτοιες δηλώσεις σπανίως εμφανίζονται στο παγκόσμιο ειδησεογραφικό ρεύμα, γιατί αποκαλύπτουν τη λογική της βίας αντί να τη μειώνουν σε ‘’ατύχημα’’. Μια άλλη απαγορευμένη στιγμή είναι η απώλεια των πιο οικείων ιχνών ύπαρξης: τα καθημερινά αντικείμενα διάσπαρτα στα ερείπια, τα απομεινάρια ζωών, που πέθαναν τραγικά. Δεν υπάρχει θεαματική έκρηξη, τίποτα ‘’ειδησεογραφικό’’, όμως αυτές οι στιγμές αποκαλύπτουν την αλήθεια που φοβούνται περισσότερο τα κυρίαρχα αφηγήματα: ότι πίσω από κάθε στατιστικό υπάρχει ένας κόσμος, μια ολόκληρη συνάφεια σχέσεων, μνημών, γλωσσών. Το απαγορευμένο, σε αυτόν τον πόλεμο, είναι η ανθρωπινότητα των ανθρώπων που δέχονται επίθεση, γιατί η αναγνώρισή της θα γκρέμιζε ολόκληρο το οικοδόμημα της δικαιολόγησης».

Και συνεχίζει: «Με ρωτάτε ποιο είναι το ένα πράγμα που πρέπει να καταλάβει το δυτικό κοινό αλλά αρνείται πεισματικά να δει. Αρνείται να δει την έννοια της πράξης και της ευθύνης: την πράξη του Ισραήλ ως κατοχικής δύναμης και την πράξη των Παλαιστινίων και των Λιβανέζων ως ανθρώπων που αντιστέκονται σε ένα μακρόχρονο αποικιακό σχέδιο, όχι σε μια προσωρινή κρίση. Ο δυτικός λόγος επιμένει στη συμμετρία: ‘’συγκρούσεις’’, ‘’δύο πλευρές’’, ‘’κύκλος βίας’’. Μα δεν υπάρχει κύκλος· υπάρχει μια ασυμμετρία που δομεί τα πάντα. Αλλη μια άρνηση αφορά την Ιστορία: η βία δεν ξεκίνησε το 2023, ούτε το 2006, ούτε το 1948. Είναι μια συνέχεια απαλλοτρίωσης και κυριαρχίας. Τα δυτικά μέσα προτιμούν μεταφυσικές έννοιες: ‘’αρχαίο μίσος’’, ‘’πολυπλοκότητα’’, ‘’άλυτη σύγκρουση’’. Ακριβώς γιατί αυτά τα αφηγήματα τα απαλλάσσουν από την ανάγκη να αντιμετωπίσουν συγκεκριμένες πολιτικές ευθύνες. Αυτό που πρέπει να κατανοηθεί είναι απλό: δεν πρόκειται για ‘’ατύχημα της Ιστορίας’’, αλλά για ένα ηθελημένο πολιτικό σχέδιο, στο οποίο οι δυτικές κυβερνήσεις συμμετέχουν ενεργά. Χωρίς αυτή τη συνειδητοποίηση, οι εικόνες από τη Γάζα ή τον Νότιο Λίβανο θα συνεχίσουν να διαβάζονται ως φυσικές καταστροφές αντί για προϊόντα πολιτικής».

Βομβαρδισμός

Και μας είπε και κάτι άλλο πολύ σημαντικό: «Ενιωσα πως ο πόλεμος που διεξάγει το Ισραήλ πλησιάζει την πολιτική εξάλειψη, όταν συνειδητοποίησα ότι οι στόχοι δεν ήταν μόνο θέσεις της Χεζμπολάχ ή κατοικίες, αλλά οι υποδομές που επιτρέπουν σε μια κοινωνία να υπάρχει: νοσοκομεία, βιβλιοθήκες, δεξαμενές νερού, ηλιακοί συλλέκτες, φούρνοι, αρχεία. Η καταστροφή ενός φούρνου δεν είναι πολεμική ενέργεια – είναι παρέμβαση στην καθημερινή αναπαραγωγή της ζωής. Ο βομβαρδισμός ενός νεκροταφείου είναι επίθεση στη μνήμη. Οταν ολόκληρες συνοικίες ισοπεδώνονται με μοτίβα πανομοιότυπα με προηγούμενους πολέμους, καταλαβαίνεις ότι δεν πρόκειται για χάος αλλά για πολιτική. Στον Λίβανο, πάλι τα ίδια: χωριά καμένα τη δεκαετία του ’70, ξανασχηματισμένα τη δεκαετία του ’80, ξαναχτισμένα μετά το 2006, και πάλι αδειανά σήμερα – έμοιαζε με χάρτη που ξανασχεδιάζεται με φωτιά. Πολλοί ηλικιωμένοι που γνώρισα κουβαλούν μνήμες εκτοπισμού από την παιδική ηλικία, ζουν τα ίδια και τα ίδια. Αυτή η επανάληψη δεν είναι τυχαία· είναι στρατηγική. Τότε η λέξη ‘’σύγκρουση’’ έχασε το νόημά της. Αυτό που έβλεπα ήταν μια προσπάθεια εξάλειψης κοινοτήτων, να καταστούν μη βιώσιμες ώστε ο εκτοπισμός τους να γίνει μόνιμος. Αυτή είναι η μορφή εξάλειψης στον 21ο αιώνα».

Φυσικά τον ρωτήσαμε: «Στα παλαιστινιακά εδάφη δείχνετε όχι μόνο θύματα αλλά και μια κοινωνία που οργανώνεται μέσα στα ερείπια. Τι σας εντυπωσίασε περισσότερο: η απελπισία ή η επιμονή;». Και, φυσικά, μας απάντησε: «Η επιμονή – χωρίς αμφιβολία. Η απελπισία είναι τεράστια και πανταχού παρούσα, και θα ήταν ψέμα να το αρνηθούμε. Αλλά αυτό που με εντυπωσίασε περισσότερο είναι ότι η απελπισία δεν έχει ποτέ τον τελευταίο λόγο. Μέσα στα ερείπια, οι άνθρωποι χτίζουν αυτοσχέδιες τάξεις, φτιάχνουν δίκτυα επικοινωνίας με ό,τι μέσα υπάρχουν. Φροντίζουν τους ηλικιωμένους, αστειεύονται με τα παιδιά, οργανώνουν την κοινοτική ζωή με εντυπωσιακή διαύγεια. Η επιμονή τους δεν είναι ηρωική όπως τη ρομαντικοποιεί η Δύση· είναι πιο ήσυχη, πιο εύθραυστη, βαθιά ρεαλιστική. Κι όμως, παντού παρούσα – σαν υπόγειο ρεύμα που συντηρεί την πιθανότητα ενός μέλλοντος. Οι άνθρωποι συνεχίζουν να ονομάζουν τους νεκρούς τους, να φυτεύουν μικρά δέντρα δίπλα στα χαλάσματα, να επιμένουν να αφηγούνται την ιστορία τους. Σε ένα τοπίο όπου όλα τα υλικά στοιχεία καταστρέφονται, η κοινωνική φαντασία παραμένει πεισματικά ζωντανή. Αυτό με σημάδεψε περισσότερο. Οπως και η αγάπη των ανθρώπων για τον τόπο τους. Αυτό που με εντυπωσίασε ήταν η ηρεμία με την οποία περιγράφουν αυτές τις επαναλήψεις του πολέμου – όχι από μούδιασμα, αλλά επειδή η εμπειρία τούς έχει διδάξει τον κυκλικό χαρακτήρα της καταστροφής. Κι όμως, η προσκόλληση παραμένει: στη γη, στις ελιές, στους τάφους των συγγενών. Αυτό το μείγμα εξάντλησης και επιμονής χαρακτηρίζει τον Νότιο Λίβανο με τρόπους που οι ‘’εκτός’’ σπάνια κατανοούν…».

Η πιο δύσκολη στιγμή της κινηματογράφησης: «Η δυσκολότερη απόφαση ήταν πάντα πότε να κατεβάσω την κάμερα. Υπάρχουν στιγμές που το να κινηματογραφείς γίνεται δεύτερη βία – όταν ο πόνος κάποιου είναι πολύ ωμός για να ‘’πλαισιωθεί’’, όταν η παρουσία έχει μεγαλύτερη σημασία από την καταγραφή. Ομως το να σβήσεις την κάμερα μπορεί επίσης να σημαίνει ότι αφήνεις μια αλήθεια να χαθεί χωρίς τεκμήριο. Η ηθική δεν είναι αφηρημένη· ριζώνει στη σχέση ανάμεσα στον δημιουργό και στο υποκείμενο. Ο κανόνας μου ήταν απλός: αν η καταγραφή υπηρετούσε την αλήθεια της στιγμής, συνέχιζα· αν υπηρετούσε μόνο την ‘’εικόνα’’, σταματούσα».

Αρχείο αλήθειας

Τελικά, μπορεί ένα ντοκιμαντέρ σαν αυτό να μετατοπίσει πράγματι τη δυτική αντίληψη για τον πόλεμο; «Είμαι αρκετά ρεαλιστής ώστε να ξέρω ότι ένα μόνο ντοκιμαντέρ δεν θα ανατρέψει δεκαετίες προπαγάνδας ή γεωπολιτικών συμφερόντων. Η Δύση έχει αναπτύξει μια εντυπωσιακή ικανότητα να μην ακούει – να απορροφά εικόνες οδύνης χωρίς να αφήνει να διαταραχθούν οι πολιτικές παραδοχές της. Αρα ναι, η ταινία μπορεί να λειτουργήσει κυρίως ως μαρτυρία, ένα αρχείο αλήθειας για ένα μέλλον ίσως πιο ικανό να την αναγνωρίσει. Ομως πιστεύω και στις ρωγμές – στις μικρές σχισμές στο κυρίαρχο αφήγημα. Μια ταινία μπορεί να γίνει τέτοια ρωγμή. Μπορεί να φτάσει σε ανθρώπους που ήδη αμφισβητούν αυτά που τους λένε. Και, πάνω απ’ όλα, διασώζει τη μνήμη από την εξάλειψη. Ακόμη κι αν το παρόν αρνείται να ακούσει, το μέλλον ίσως μπορέσει. Τα ντοκιμαντέρ έχουν μακρά ζωή· μερικές φορές μιλούν πολύ πιο καθαρά δεκαετίες αργότερα, όταν η πολιτική ομίχλη υποχωρεί και η ιστορική ευθύνη γίνεται αδύνατο να αγνοηθεί. Ελπίζω η ταινία να υπηρετήσει και τους δύο σκοπούς: μια μικρή ρήξη τώρα και ένα αρχείο για όσους έρθουν μετά» καταλήγει και μας αφήνει με μία από τις καλύτερες συνεντεύξεις της ζωής μας. Εως ότου ξεκινήσει η ταινία του έστω…

ℹ️ Το ντοκιμαντέρ «Ιστορίες από έναν πληγωμένο τόπο» (Tales of a Wounded Land) του Αμπάς Φαντέλ προβάλλεται αυτή την Κυριακή 14/12, στις 21.00, στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος. Eισιτήρια: www.tainiothiki.gr