ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ g.manteniotis
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η νεαρή Τσιγγάνα, σαν βγαλμένη από ταινία του Κουστουρίτσα, λικνίζεται σαγηνευτικά μέσα στο λεωφορείο και είναι κιόλας μια ολόσωμη, κινούμενη αντίστιξη στην ακινησία κοιμητηρίου που επικρατεί στο όχημα, μια άσωτη πολύχρωμη πινελιά που στάζει την ερωτική υδαρότητά της πάνω σε γκρίζο καμβά. Ο ερεθιστικός χορός της αναστατώνει τους επιβάτες, ταράζει και ενοχλεί το βλοσυρό, αντισηπτικό μη μου άπτου των σωμάτων τους που θέλουν να είναι σφραγισμένα σε άυλες φούσκες, μην τυχόν και αγγιχτεί το ένα από το άλλο. Πριν μπει στο λεωφορείο η ηδυπαθής Τσιγγάνα, όλα ήταν τακτοποιημένα σε μια συνθήκη προσποιητής ασφάλειας.

Το παλτά μαλάκωναν τους σφιγμένους ώμους, τα χέρια ταχτάριζαν τα μωρά γόνατα που τολμούσαν καμιά φορά να ανασηκώνονται απότομα σαν ξεκουρδισμένα πλήκτρα, η ψυχή και το μυαλό μούδιαζαν ανεμπόδιστα από αυτόν τον ανερμάτιστο ωκεανό τσέπης που είναι το παγκόσμιο διαδίκτυο, έτσι όπως οι περισσότεροι έχασκαν πάνω στα κινητά τους. Ο αισθαντικός ερωτισμός της διατάραξε την ψευτοκανονικότητα των επιβατών. Η παλλόμενη θηλυκότητά της φανέρωσε μονομιάς την ανέραστη ζωή τους και η πηγαία ζωτικότητά της τους νωθρούς μέχρι χαύνωσης εαυτούς τους. Ρατσιστικά και άκρως σεξιστικά σχόλια για το «πώς κουνιέται έτσι!» είχαν γίνει ένα συνονθύλευμα γρυλισμάτων.

Σε μια από τις επόμενες στάσεις της γραμμής ανέβηκε στο λεωφορείο μια άλλη γυναίκα αλλιώς ελκυστική, όμορφη σαν ελαφίνα, λεπτή, αεικίνητη, με μεγάλα καστανά μάτια που έφεγγαν μια λαμπερή καλοσύνη. Ηταν λευκή, συμπαθητική, κατά πάσα πιθανότητα Ελληνίδα, δεν ήταν μια αποσυνάγωγη όπως η γυναίκα Ρομά, ίσα ίσα γινόταν θεωρητικά άμεσα αποδεκτή από το μικρό πλήθος, καθώς ανήκε στην ίδια κοινωνική και πολιτιστική συνομοταξία με αυτό. Τι τράβηξε όμως τα βλέμματα των επιβατών προς εκείνη (η Τσιγγάνα σιγά σιγά ξεχάστηκε), βλέμματα που άρχιζαν να πέφτουν κατά ριπάς πάνω της με βλοσυρή καχυποψία; Ανήκε στην ίδια φυλή, ήταν πιθανόν «μια εργαζόμενη μητέρα και καλή νοικοκυρά», είχε παρόμοιες συνήθειες και συμπεριφορές με τους επιβάτες του οχήματος και προπάντων μιλούσε φιλικά με τους γύρω της, χαμογελώντας πλατιά.

Κι όμως, αυτό ακριβώς ήταν που προκάλεσε τους επιβάτες, η απουσία άμυνας και περιχαράκωσης, αυτή η άνεση να συνυπάρχει ανάμεσα στους άλλους χωρίς να είναι ένας ανθρώπινος κάκτος, τα μάτια της καταδέχονταν, τα χέρια της ανατέμνονταν κάθε τόσο ελεύθερα, το σώμα της δεν αναδιπλωνόταν κάθε τόσο στον εαυτό του. Εν ολίγοις, έβλεπες μπροστά σου έναν ζωντανό άνθρωπο που χαιρόταν να αλληλεπιδρά, σε αντίθεση με τους περισσότερους μέσα στο λεωφορείο που ήταν κατηφείς, περίκλειστοι, με ένα πικρό μειδίαμα στα χείλη. Η χαρά της εγγύτητας που εξέπεμπε η γυναίκα, ατόφια, ειλικρινής, πηγαία, ήταν ένα κατακούτελο καθρέπτισμα της δυστυχίας τους να μη νιώθουν το ίδιο και γι’ αυτό να μην αντέχουν να το βλέπουν να το αισθάνεται και να το πράττει ένας άλλος άνθρωπος.

Οταν τελικά βγήκαν απ’ το λεωφορείο η αισθησιακή Τσιγγάνα και η γελαστή γυναίκα, η ησυχία που έπεσε μέσα στο όχημα ήταν ακόμα πιο βαριά από πριν: δεν ήταν καν ένα ψηφιακό κοιμητήριο το λεωφορείο, αλλά ένας θάλαμος γεμάτος από κενό και αυτό το κενό δεν έμοιαζε να το κατοικούν ούτε ζωντανοί ακριβώς άνθρωποι, αλλά ούτε και νεκροί. Υπνοβάτες των συρρικνωμένων συναισθημάτων ενδημούσαν σε μια ερημιά που δεν είχε αρχή ούτε τέλος, μια ερημιά-λευκό κελί, ύπουλα «κανονική», καλοδεχούμενη και σχεδόν ευχάριστη σαν βύθισμα σε κάμπο με βαμβάκι.