Ο καναπές είναι ο μεγάλος φίλος της εκάστοτε εξουσίας. Και το φλάμπουρο της σταθερότητας και της ασφάλειας είναι το σίγουρο σκιάχτρο για όσους δυσφορούν ή αγανακτούν. Αλλά, μπορούμε άραγε να σκάψουμε κάτω από το κέλυφος της καθημερινότητας και να δούμε πόσο βαθιά είναι η κοινωνική μηχανική που στήνεται στον τόπο; Κατανοούμε ότι γέρνουν την κοινωνία εσκεμμένα στα άκρα και στον διχασμό επειδή αυτό «συγχέει» επιτυχώς συναισθήματα και θυμικό, απέναντι στο «λογικό» και στην κριτική επεξεργασία των ειδήσεων και των συμβάντων;
Συντελείται ένας ύπουλος εκφασισμός, καλλιεργείται ένας ιδιότυπος βιοπολιτικός εθνικισμός – αυτή είναι η κυνική πραγματικότητα. Δυστυχώς όμως αυτό συντελείται σε μια κοινωνία σχετικά προδιατεθειμένη να τον αποδεχτεί, να τον ενστερνιστεί ως κατευθυντήριο στόχο.
Η νεοελληνική κοινωνία έχει μελετηθεί, έχει ακτινογραφηθεί – ηλικιακά, ταξικά, πολιτισμικά και ψυχοπαθολογικά. Η εξουσία έχει συμβληθεί επιτυχώς -μέσω συμβούλων υψηλής κοινωνιολογικής μελέτης- με μια μόνιμη ανθρωπογεωγραφική παρακολούθηση των ενστίκτων και των στερεοτυπικών αντιλήψεων, ώστε να καθοδηγεί τελικά τις τάσεις της κοινής γνώμης – όχι να τις ακολουθεί.
Εχουμε, με πρωτοφανή ένταση στα ιστορικά χρονικά, μια συστηματική εκτροπή του συλλογικού ασυνείδητου προς παραδοσιακές πατερναλιστικές αρχές και θέσεις.
Τα media γίνονται ιμάντες μεταφοράς της κυβερνολογικής: τη συμμόρφωση και την καθυπόταξη του κοινού στην προκαθορισμένη είδηση, σε χρονισμό τέτοιο που επιτυγχάνεται η αλλαγή ατζέντας (π.χ. μνημείο Αγνωστου Στρατιώτη) αμέσως μόλις η εξουσία νιώθει την όσφρηση της λαϊκής δυσαρέσκειας, οπότε και την εξατμίζει ακαριαία πλέον.
Είναι εντυπωσιακό το πώς «κατευθύνεται» η επικαιρότητα μέσα από διάφορους διαύλους (σοσιαλμιντιακούς, τηλεοπτικούς, ραδιοφωνικούς, έντυπα). Εχει εγκατασταθεί επιτυχώς, από τους επικοινωνιακούς συμβούλους της κεντρικής εξουσίας, ένα μόνιμο σκηνικό δυνητικής αστάθειας και χαοτικής αταξίας, εάν οδηγηθούμε στις κάλπες για μια οποιαδήποτε άλλη επιλογή – την οποία υπερθεματίζουν ως απούσα, ανύπαρκτη, αδύνατη.
Αυτό όλο στηρίζεται στο κλασικό (δεξιόστροφο) επικοινωνιακό πλαίσιο του υπερσυντηρητισμού: «Μη ρισκάρουμε να αλλάξουμε κάτι γιατί κινδυνεύουμε – άρα όλα βαίνουν καλώς αρκεί να μην τα πειράξουμε». Και πίσω από αυτό κρύβεται έξυπνα και μεθοδικά το εμφυλιοπολεμικό κλίμα: από τη μια πλευρά οι δήθεν σκεπτόμενοι ορθολογικοί και από την άλλη οι αντισυμβατικοί επικίνδυνοι. Δηλαδή (για να είμαστε ακριβείς): συντηρητικοί και προοδευτικοί, κοινώς «δεξιοί και αριστεροί».
Η εξουσία όμως φοβάται στην παρούσα φάση -της διεθνούς επέλασης της Ακροδεξιάς και του μιλιταριστικού παρανοϊκού τραμπισμού- όχι την έκρηξη των αριστερών, αλλά την αργή μετακίνηση κεντρώων και δεξιών προς τα άκρα (όπως το ακούτε).
Στο βάθος της επικοινωνιακής τακτικής των κυβερνητικών συμβούλων κρύβεται μια επιθυμία ώθησης των μετριοπαθών στο όριο της συντηρητικής σκέψης, μέσω τόνωσης του εθνικού φρονήματος και της ανάγκης για στρατιωτική ασφάλεια («η άμυνα της χώρας στηρίζεται στην άμυνα και όχι στη διπλωματία», είπε από το βήμα της Βουλής πρόσφατα ο πρωθυπουργός – όπως το ακούτε. Αντί να πει έστω ότι στηρίζεται «και από την άμυνα»).
Τι επιτυγχάνεται όμως σε τελική ανάλυση; Η ταξική οικονομική πολιτική περιθωριοποιείται, ως καθημερινή προσλαμβάνουσα παράσταση, από μια δήθεν «αξιακή» εθνική πολιτική. Επικοινωνιακά αυτό σημαίνει στοχευμένη προτεραιοποίηση στο «εθνικό και το ιερό» – όχι στο διεκδικητικό, σε υποκειμενικό και συλλογικό επίπεδο, όχι στο δικαίωμα και στη διακήρυξή του. Σημαίνει επίσης στοχευμένη συμμόρφωση σε καθεστώς μη αμφισβήτησης των θεσμών (κυρίως της δικαιοσύνης και του κράτους).
Με απλά λόγια: αντιστροφή του όποιου ωφέλιμου αντιδραστικού λόγου, οριοθέτηση δηλαδή του φιλελευθερισμού ως συνθήκη και πλαίσιο κριτικής σκέψης και κοινωνικής αναζήτησης. Το εθνικό τίμημα της ασφάλειας έχει ήδη συγχρονιστεί με το ευρωπαϊκό τίμημα της πολεμικής προετοιμασίας. Μόνο που δεν μας λένε την αλήθεια, δεν μας αποκαλύπτουν τον εχθρό που πραγματικά φοβούνται. Υποδεικνύουν τη Ρωσία και την Κίνα, και την γεωπολιτική αναταραχή διεθνώς, ενώ εξουσίες σαν τη δική μας φοβούνται αυτό ακριβώς που υποδαυλίζουν εσκεμμένα: την κοινωνική αναταραχή.
Αλλά ταυτόχρονα στήνουν εμφυλιοπολεμικό σκηνικό ιδεολογικής πόλωσης και ευθυγράμμισης των ατομικών συνειδήσεων με την καθεστωτική λογική της κανονικότητας, δηλαδή της εξουσίας. Αλλά πέφτουν στην τρύπα που ανοίγουν: δεν σταθμίζουν ότι την ίδια ώρα αυξάνουν την άλλη μεγάλη πόλωση, το άλλο μεγάλο πεδίο απόκλισης μεταξύ των υποκειμένων και του βίου τους: τις οικονομικές ανισότητες και τις ίσες ευκαιρίες πρόσβασης στον κοινωνικό ανελκυστήρα, στη δυνατότητα ανέλιξης και ευημερίας του καθενός με δίκαιη ανταμοιβή του μόχθου και της παραγωγής.
Η εξουσία ρηγματώνει εσκεμμένα την κοινωνική συνοχή και προκαλεί αυτό που επιθυμεί: να μην αποκτήσει μεγάλο μέρος της κοινωνίας ταξική συνείδηση. Και το πετυχαίνει εξαφανίζοντας τις ταξικές διαφορές μέσα από ατζέντα για σύμβολα, θεσμούς, ιστορία, ασφάλεια, έθνος και ιδεώδη που «κινδυνεύουν»…
