Δίνουν και παίρνουν οι αναλύσεις και οι διαρροές για το ενδεχόμενο να αποφασίσει ο Ντόναλντ Τραμπ να «πατήσει το κουμπί» και να βομβαρδίσει ξανά το Ιράν. Στη σκιά των μαζικών διαδηλώσεων και της αιματηρής καταστολής, ο Αμερικανός πρόεδρος παραμένει αναποφάσιστος για το εάν θα προχωρήσει σε ένα ακόμη χτύπημα κατά της μεγάλης χώρας.
Τα τέσσερα ερωτήματα που πρέπει να απαντήσει
Το CNN, σε ανάλυση του Στέφεν Κόλισον, επισημαίνει πως ο Ντόναλντ Τραμπ καλείται να απαντήσει σε τέσσερα ερωτήματα προτού αποφασίσει να επιτεθεί στο Ιράν, επισημαίνοντας ότι τις τελευταίες ημέρες ο πρόεδρος των ΗΠΑ έχει απειλήσει επτά φορές, όμως αυτό δεν σημαίνει πως θα υπάρξει σίγουρα στρατιωτική επέμβαση. Σχολιάζει, όμως ότι εάν η επίθεση περιοριστεί σε συμβολική δράση αυτό σημαίνει πως το κύρος του θα υποστεί πλήγμα.
Σύμφωνα με τον αναλυτή του καναλιού οι λόγοι που μπορεί να οδηγήσουν στην επίθεση είναι:
Το καθεστώς σπάνια έχει βρεθεί σε μια τόσο αδύναμη θέση εντός και εκτός Ιράν, με την οικονομική κατάσταση να είναι δραματική και την απελπισία να αποτελεί «ισχυρή οργανωτική δύναμη για τους διαδηλωτές».
Ο Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, ο ανώτατος ηγέτης του Ιράν είναι 86 ετών, με το σίριαλ για τη διαδοχή του να έχει ήδη ξεκινήσει λειτουργώντας αποσταθεροποιητικά για το καθεστώς, ανεξάρτητα από τις πρόσφατες διαδηλώσεις.
Ο δωδεκαήμερος πόλεμος με το Ισράηλ έφερε την εξόντωση σημαντικού αριθμού κορυφαίων στρατιωτικών και αξιωματούχων των μυστικών υπηρεσιών.
Η περιφερειακή επιρροή του Ιράν και η ικανότητά του για αντεπίθεση κατά του Ισραήλ ή των περιφερειακών βάσεων των ΗΠΑ έχει μειωθεί αισθητά τα τελευταία δύο χρόνια.
Τα αντιπαραδείγματα
Ο Κόλινσον, πάντως, υπογραμμίζει ότι η ιστορία των ΗΠΑ είναι γεμάτη από αντιπαραδείγματα καθώς «οι αιτιολογήσεις για στρατιωτικές επεμβάσεις από το Βιετνάμ έως το Ιράκ και από το Αφγανιστάν έως τη Λιβύη έδειχναν λογικές για την Ουάσινγκτον, όμως η κοινή γνώμη της χώρας, αλλά και οι αντίπαλοι των ΗΠΑ έχουν τη δική τους άποψη.
«Οι συνέπειες της χρήσης βίας από τις ΗΠΑ είναι σπάνια τόσο καθαρές όσο νομίζουν οι πρόεδροι και ο Τραμπ το γνωρίζει αυτό καλύτερα από τον καθένα, καθώς πιθανότατα δεν θα είχε εκλεγεί πρόεδρος εάν δεν είχαν κουραστεί οι Αμερικανοί από τους πολέμους σε Ιράκ και Αφγανιστάν» αναφέρει.
Σύμφωνα, με την ανάλυση το διπλό ερώτημα στο οποίο ο Τραμπ και η κυβέρνησή του δεν φαίνονται να δίνουν πολλή προσοχή είναι: Υπάρχει κάποιος λόγος βάσιμος να πιστεύει κάποιος ότι μια επίθεση των ΗΠΑ στο Ιράν θα βοηθούσε τους διαδηλωτές και θα ενίσχυε τις ελπίδες τους για την ανατροπή του καθεστώτος ή κάτι τέτοιο θα ενίσχυε τη θέση των ιρανικών αρχών;
Πάντως ο Στέφεν Κόλινσον προειδοποιεί ότι η κατάσταση στο Ιράν είναι βαθιά περίπλοκη και δεν θυμίζει σε τίποτα την επιχείρηση στη Βενεζουέλα, καθώς μια τέτοια επανάληψη θεωρείται απίθανο να συμβεί. Και προσθέτει πως παρά την επανεμφάνιση του Ρεζά Παχλαβί δεν υπάρχουν πολλά σημάδια αξιόπιστων δυνάμεων αντιπολίτευσης για να οδηγήσουν τη χώρα σε κάποια μετάβαση.
Και οι ΗΠΑ έχουν όρια
Τέλος ο αναλυτής του CNN προειδοποιεί ότι και οι δυνατότητες των ΗΠΑ μπορούν να εξαντληθούν, ιδιαίτερα από τη στιγμή που οι ναυτικές δυνάμεις έχουν επιβαρυνθεί από τον μεγάλο στόλο που έχει αναπτυχθεί στη Βενεζουέλα. Παράλληλα είναι πολλά αεροσκάφη σταθμευμένα σε βάσεις σε όλη τη Μέση Ανατολή, με την πλησιέστερη ομάδα κρούσεις σε αεροπλανοφόρο να βρίσκεται στο USS Abraham Lincoln στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας.
«Πόσα μέτωπα ακόμη μπορεί να αντέξει μια κυβέρνηση» αναρωτιέται ο Κόλινσον κάνοντας αναφορά και σε Γριλανδία και Γάζα.
Και ο αραβικός κόσμος;
Αίνιγμα, εξάλλου, αποτελεί και η στάση που τηρεί ή θα τηρήσει σε ενδεχόμενη αμερικανική στρατιωτική επέμβαση ο αραβικός κόσμος, ιδιαίτερα τα κράτη του Κόλπου.
Όπως σημειώνει ο Economist το 2022 όταν το Ιράν συνταρασσόταν από μεγάλες κινητοποιήσεις τα αραβικά ΜΜΕ, ιδιαίτερα εκείνα που χρηματοδοτούνται από μοναρχίες του Κόλπου, κατέγραφαν τις εξελίξεις με εμφανή ικανοποίηση. Τώρα, όμως η κατάσταση είναι διαφορετική, με τα δελτία ειδήσεων να μην έχουν εύκολα πρώτο θέμα το Ιράν και τους αξιωματούχους να τοποθετούνται διστακτικά και σποραδικά.
Η γενοκτονική καμπάνια του Ισραήλ στην ευρύτερη περιοχή τα τελευταία δύο χρόνια έχει αλλάξει τις ισορροπίες, καθώς η Χαμάς και η Χεζμπολάχ μάχονται για την επιβίωσή τους, το καθεστώς Άσαντ κατέρρευσε, ενώ και το ίδιο το Ιράν βγήκε τραυματισμένο από τον πόλεμο των 12 ημερών.
Η Τεχεράνη, βέβαια, διαθέτει χιλιάδες πυραύλους ικανούς να πλήξουν στόχος σε όλο τον κόλπο και έχει δείξει ότι μπορεί να απαντήσει έστω και συμβολικά.
Την ίδια στιγμή, ρεπορτάζ της Wall Street Journal, σημειώνει ότι τα κράτη του Κόλπου παρακολουθούν με ανησυχία και χώρες όπως η Σαουδική Αραβία, το Ομάν και το Κατάρ φαίνεται πως πιέζουν παρασκηνιακά να αποφύγουν ένα χτύπημα που θα αποσταθεροποιούσε τις αγορές ενέργειες και την ευρύτερη περιοχή. Για ακόμη μια φορά στο επίκεντρο είναι τα Στενά του Ορμούζ με τις πετρελαιοπαραγωγές χώρες να τρέμουν μπροστά στην πιθανότητα να κλείσουν εκ νέου.
Ο μεγαλύτερος φόβος, φυσικά, είναι το «μετά». Οι συνέπειες διάλυσης κρατών όπως το Ιράκ και η Συρία παραμένουν νωπές, με προσφυγικά κύματα, παραεμπόριο όπλων και ναρκωτικών και ακραίες ομάδες να είναι μερικοί από τους παράγοντες ανησυχίας.
