Πώς αξιολογούν οι πολίτες τις παροχές υπηρεσιών στους αρχαιολογικούς χώρους; Πόσο σημαντική θεωρούν τη συμβολή τους στη βελτίωση της ποιότητας της ζωής τους; Ποια είναι η εμπειρία τους σε θέματα προσβασιμότητας, καθαριότητας, γνώσεων του προσωπικού αλλά και του κόστους του εισιτηρίου; Σε αυτά και άλλα ερωτήματα δίνει απαντήσεις η πανελλαδική έρευνα «Αναβάθμιση των παρεχόμενων υπηρεσιών στους αρχαιολογικούς χώρους και ο αντίκτυπός τους στο κοινωνικό σύνολο». Εγινε για λογαριασμό του υπουργείου Πολιτισμού και της Γεν. Δ/νσης Αρχαιοτήτων & Πολ. Κληρονομιάς από την εταιρεία Pulse. Τα στοιχεία, που δείχνουν ότι όλα πηγαίνουν περίφημα, δόθηκαν στη δημοσιότητα χτες, στο αμφιθέατρο της Εθνικής Πινακοθήκης / Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου, παρουσία της υπουργού Πολιτισμού, Λίνας Μενδώνη, της Ολυμπίας Βικάτου, προϊσταμένης της διεύθυνσης και στελεχών του ΥΠΠΟ και της εταιρείας.
Τα στοιχεία παρουσίασε ο γενικός διευθυντής της εταιρείας, Γιώργος Αράπογλου, και σύμφωνα με αυτά η ικανοποίηση των πολιτών ξεπερνά κάθε προσδοκία. Οι πολιτικές και τα έργα που χαράσσει η πολιτική ηγεσία από τον πέμπτο όροφο της Μπουμπουλίνας, έχουν κερδίσει την εμπιστοσύνη των πολιτών, με τους δείκτες της ικανοποίησης να αγγίζουν το 70%! Εξαιρετικό ποσοστό, που σαφώς δεν αντικατοπτρίζει εικόνες συνωστισμού και ταλαιπωρίας, καταγγελίες επαγγελματιών για υποστελέχωση προσωπικού φύλαξης και καθαριότητας, για ελλείψεις σε ψύκτες ή μηχανήματα νερού, για πρόσβαση σε καθαρούς υγειονομικούς χώρους κ.ο.κ. Η έρευνα διεξήχθη από τις 14/09 έως την 01/10/2025, είναι η πρώτη που πραγματοποιείται και συμμετείχαν 1.062 ενήλικοι Ελληνες.
Εντυπωσιακό και ελπιδοφόρο είναι ότι στην ερώτηση πόσο σημαντική θεωρείται η συμβολή των αρχαιολογικών χώρων, των μνημείων και των μουσείων στη βελτίωση της ποιότητας της ζωής τους, το 54% των ερωτηθέντων απάντησε από αρκετά έως πολύ. Και μαζί με το ποσοστό που θεωρεί μέτριο το αποτέλεσμα είναι «ότι το 77% των Ελλήνων θεωρούν ότι οι αρχαιολογικοί χώροι συμβάλλουν στη βελτίωση της ποιότητας ζωής τους». Μάλιστα αυτή η αντίληψη αφορά το σύνολο των περιοχών της χώρας. Πραγματικά υψηλό ποσοστό, που σημαίνει ότι μεγάλη μερίδα Ελλήνων επισκέπτονται τους χώρους, τακτικά. Είναι ακριβώς έτσι; Στο ερώτημα για τη συχνότητα επίσκεψης σε μνημεία, αρχαιολογικούς χώρους και μουσεία, το 50% είπε ότι τα επισκέπτεται περιστασιακά, μία έως δύο φορές τον χρόνο. Το 30% πως είναι τακτικοί επισκέπτες, από μία έως δύο φορές στο εξάμηνο έως και σχεδόν κάθε μήνα, ενώ το 17% απάντησε ποτέ.
Η ενότητα της έρευνας που αφορά τις αξιολογήσεις σε παρεχόμενες υπηρεσίες, τα «σπάει», αφού για το θέμα της πληροφόρησης του προσωπικού και των πληροφοριών που παρείχε στους επισκέπτες, το 56% δίνει υψηλή βαθμολογία και το 77% από μέση και άνω. Στο θέμα της καθαριότητας το 53% έδωσε υψηλή βαθμολογία και το 80% από μεσαία και άνω. Οσο για το κόστος του εισιτηρίου, το 31% έδωσε υψηλή βαθμολογία, το 25% αξιολόγησε με χαμηλή βαθμολογία, ενώ το 65% έδωσε από μεσαία βαθμολογία και άνω. Υψηλός είναι και ο δείκτης ευκολίας πρόσβασης με το 60% να θεωρεί ότι έχει βελτιωθεί.
Θετικά αξιολογούν οι πολίτες και τη συμβολή των αρχαιολογικών στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας, με το 73% να απαντά από αρκετά έως πολύ και το 90% από μέτρια έως πολύ. «Πρόκειται για μια εδραιωμένη πεποίθηση. Ουσιαστικά το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας αναγνωρίζει τη σημασία των αρχαιολογικών χώρων στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας μας, ανεξαρτήτως αν είναι κάποιος τακτικός ή περιστασιακός επισκέπτης» αναφέρθηκε από τον ομιλητή κατά την παρουσίαση.
«Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της έρευνας είναι ότι όλοι οι δείκτες, ακόμη και οι πιο δύσκολοι, αυστηροί, τουλάχιστον στους τακτικούς επισκέπτες που αποτελούν ίσως την πιο ενδιαφέρουσα ομάδα, λόγω της συχνότητας των επισκέψεων, είναι πάνω από το 50% και μάλιστα καταγράφουν αξιόλογη και επιβεβαιωμένη βελτίωση σε βάθος χρόνου, όσο κανείς πηγαίνει προς τα πίσω για να δει αποτελέσματα που είχαμε από το παρελθόν» ανέφερε ο Γιώργος Αράπογλου.
Από την πλευρά της η υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη, δήλωσε ότι η δημοσκόπηση εισάγει «τεχνοκρατική νοοτροπία και, κυρίως, λογική λογοδοσίας, καθώς καλούμε την κοινωνία να μας αξιολογήσει για το τι κάνουμε καλά και τι χρειάζεται βελτίωση. Παράλληλα, μελέτες όπως αυτή των κοινωνικοοικονομικών επιπτώσεων δείχνουν την αναλογία επένδυσης 1 προς 3,44 ευρώ και υπογραμμίζουν ότι ο πολιτισμός, πέρα από συναισθηματική αξία, είναι και οικονομική διαδικασία που απαιτεί αξιολόγηση. Τα αποτελέσματα της έρευνας δείχνουν θετικά ποσοστά άνω του 70%, ακόμη και στο θέμα του εισιτηρίου, κάτι που αποδεικνύει ότι γίνονται σωστά βήματα. Ωστόσο, υπάρχει μεγάλος χώρος βελτίωσης, ειδικά στην αύξηση της επισκεψιμότητας και στη βελτίωση της εμπειρίας των επισκεπτών, Ελλήνων και ξένων. Η αντίληψη για το εισιτήριο ως εμπόδιο δεν αντικατοπτρίζεται στην πραγματικότητα. Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν σημαντική αύξηση των εισιτήριων ελεύθερης εισόδου, αποδεικνύοντας ότι οι πολιτικές διεύρυνσης έχουν θετικό αντίκτυπο… ».
Οσο για την πρόσφατη αλλαγή στην τιμολογιακή πολιτική του εισιτηρίου, «έχει ήδη πάνω από 50% αποδοχή, ενώ η έρευνα έγινε πριν από την εφαρμογή του χειμερινού τιμολογίου» είπε μεταξύ άλλων η Λίνα Μενδώνη και ευλόγησε την πολιτική της, καθώς «η βελτίωση των υπηρεσιών, η επένδυση στις υποδομές και η τεχνοκρατική προσέγγιση στον πολιτισμό αποδεικνύουν ότι η πολιτική μας ενισχύει την εμπειρία των επισκεπτών, την οικονομία και την κοινωνική αποδοχή των πολιτιστικών αγαθών».
