Το τελευταία χρόνια, ο δημόσιος διάλογος γύρω απο το κοινωνικό κράτος στην Ελλάδα έχει αποκτήσει ιδιαίτερη ένταση .Οι κοινωνικές ανάγκες μεταβάλλονται, οι οικονομικές συνθήκες επηρεάζουν βαθιά την καθημερινότητα των πολιτών και οι τοπικές κοινωνίες καλούνται να προσαρμοστούν σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον.Μέσα σε αυτό το πλαίσιο οι κοινωνικές δομές , απο την πρόνοια και την υγεία μέχρι την κοινωνική ένταξη και την υποστήριξη της απασχόλησης , αποκτούν ακόμη πιο καθοριστικό ρόλο, καθώς αποτελούν τη βάση πάνω στην οποία μπορεί να στηριχθεί η κοινωνική συνοχή.
Παράλληλα , γίνεται ολοένα πιο φανερό ότι η πορεία του κοινωνικού κράτους δεν μπορεί να εξετασθεί αποκομμένη απο την περιφερειακή ανάπτυξη.Οι ανισότητες μεταξύ κέντρου και περιφέρειας , η διαφοροποιημένη πρόσβαση σε υπηρεσίες και η δυναμική των τοπικών κοινοτήτων αναδεικνύουν την ανάγκη για μια διαφορετική προσέγγιση.
Έτσι η σύνδεση κοινωνικών δομών και περιφερειακών πολιτικών δεν αποτελεί απλώς ένα θεωρητικό σχήμα αλλά μια ουσιαστική προυπόθεση για την ενίσχυση της ισότητας και την προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης.
Σε αυτό το πλαίσιο , η σημερινή κατάσταση των κοινωνικών δομών στην Ελλάδα αποτυπώνει τόσο τις δυνατότητες όσο και τις αδυναμίες του συστήματος.Μια σειρά υπηρεσιών κοινωνικής προστασίας ιδιαίτερα σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο , λειτουργούν με σημαντικές έλλείψεις σε προσωπικό , υποδομές και σταθερούς μηχανισμούς στήριξης. Η άνιση κατανομή των πόρων εντείνει τις περιφερειακές ανοσότητες, ενώ η ποιότητα και η διαθεσιμότητα των υπηρεσίων διαφοροποιούνται ουσιαστικά απο περιοχή σε περιοχή.
Ένα απο τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της περιόδου των τελευταίων ετών είναι η αυξανόμενη εξάρτηση των κοινωνικών δομών απο τη χρηματοδότηση των ευρωπαικών προγραμμάτων, ιδιαίτερα μέσω του ΕΣΠΑ. Η ένταξη πολλών δομών , όπως κοινωνικές υπηρεσίες δήμων , κέντρα κοινότητας,προγράμματα στήριξης ευάλωτων ομάδων και δράσεις κοινωνικής ένταξης σε συγχρηματοδοτούμενα πλαίσια έχει επιτρέψει τη συνέχιση και την επέκταση κρίσιμων παροχών .Ωστόσο , η περιοδικότητα και η προσωρινότητα αυτών των χρηματοδοτήσεων διαμορφώνουν ένα πλαίσιο αστάθειας , όπου η λειτουργία βασικών υπηρεσιών εξαρτάται συχνά από την εκάστοτε προγραμματική περίοδο και όχι απο σταθερές εθνικές πολιτικές. Διαμορφώνοντας έτσι ένα ιδιαίτερο τοπίο για τις κοινωνικές δομές σε όλη τη χώρα. Απο τη μια πλευρά τα ευρωπαικά προγράμματα αποτέλεσαν σωσίβιο σε μια περίοδο δημοσιονομικών περιορισμών, εξασφαλίζοντας τη δημιουργία νέων υπηρεσιών και την ενίσχυση υφιστάμενων δομών που διαφορετικά θα είχαν υποβαθμιστεί ή ακόμη και διακοπεί. Από την άλλη πλευρά η συνεχής ανανέωση συμβάσεων η αβεβαιότητα σχετικά με το αν ένα πρόγραμμα θα επανενταχθεί στην επόμενη προγραμματική περίοδο και ουσιαστικά η απουσία εθνικού σχεδιασμού δημιουργούν ένα περιβάλλον εύθραστο και συχνα δυσλειτουργικό.
Πιο συγκεκριμένα ,πολλές κοινωνικές δομές στελεχώνονται σχεδόν αποκλειστικά με προσωπικό που εργάζεται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες εξαρτώνται από την έγκριση χρηματοδότησης. Κάτι τέτοιο έχει ως αποτέλεσμα όχι μόνο την εργασιακή ανασφάλεια των εργαζομένων αλλά και τη δυσκολία διατήρησης σταθερών και έμπειρων ομάδων που απαιτούνται για την παροχή ποιοτικών κοινωνικών υπηρεσιών. Επιπλέον , η διοικητική διαδικασία των συνεχών αξιολογήσεων ,προκηρύξεων και εγκρίσεων , καθυστερεί τη λειτουργία
Κρίσιμων προγραμμάτων αφήνοντας κενά στην προστασία και την εξυπηρέτηση των πολιτών.
Παράλληλα , η λογική των ευρωπαικών χρηματοδοτήσεων έχει ροπή σε συγκεκριμένους τύπους δράσεων συνήθως βραχυπρόθεσμων, μετρήσιμων και εύκολα αξιολογήσιμων , κάτι που περιορίζει τη δυνατότητα των δομών να αναπτύξουν μακροπρόθεσμες στρατηγικές , προσαρμοσμένες στις ουσιαστικές ανάγκες των τοπικών κοινωνιών, ενώ το φαινόμενο των προτεραιοτήτων του ΕΣΠΑ συχνά δεν ταυτίζεται με τις ανάγκες ένος δήμου ή μιας περιφέρειας , οδηγόντας σε δράσεις που υλοποιούνται επειδή ΄΄χρηματοδοτούνται΄΄και όχι απαραίτητα επειδή είναι οι αναγκαίες,κάτι τέτοιο συμβαίνει κυριώς με τα προγράμματα οριζόντιας κλίμακας καθώς οι βασικές δράσεις και οι θεματικές απευθύνονται σε όλη τη χώρα χωρίς ωστόσο να διαφοροποιούνται σημαντικά ανά περιοχή.
Τέλος , η διαφορετική ικανότητα των περιφερειών και των δήμων να αξιοποιήσουν ευρωπαικούς πόρους είτε λόγω έλλειψης τεχνογνωσίας , -είτε λόγω έλλειψης προσωπικού ενισχύει ακόμα περισσότερο τις γεωγραφικές ανισότητες. Έτσι περιοχές με ισχυρότερη διοικητικη υποστήριξη καταφέρνουν να αναπτύξουν πληρέστερες κοινωνικές υπηρεσίες ενώ άλλες μένουν πίσω , δημιουργώντας ένα άνισο μωσαικό κοινωνικής προστασίας στη χώρα.
Για να διαμορφωθεί ένα σταθερότερο και βιώσιμο πλαίσιο κοινωνικής πολιτικής, περισσότερο μακροπρόθεσμο και με ολιστική θεώρηση της κοινωνικής προστάσιας ώστε να υπερβαίνονται περιορισμοί ευρωπαικών χρηματοδοτικών κύκλων , η προυπόθεση της ενίσχυσης ή και της δημιουργίας εθνικών μηχανισμών χρηματοδότησης κοινωνικών υπηρεσιών ώστε οι δομές να μπορούν να λειτουργούν και να εξελίσσονται ανεξάρτητα απο τις διακυμάνσεις των προγραμμάτων ΕΣΠΑ είναι αναγκαία. Ενώ σε επίπεδο περιφερειών η μετάβαση σε πιο σταθερό μοντέλο κοινωνικής πολιτικής είναι ικανή να λειτουργήσει ως μοχλός ισόρροπης γεωγραφικής ανάπτυξης. Όταν οι περιφέρειες διαθέτουν αξιόπιστες κοινωνικές δομές , σταθερή χρηματοδότηση και ενισχυμένη διοικητική ικανότητα , μπορούν να προσελκύουν περισσότερους πόρους , ανθρώπινο δυναμικό και επενδύσεις μειώνοντας το αναπτυξιακό χάσμα μεταξύ κέντρου και περιφέρειας.
Καταλήγοντας η ομοιόμορφη παροχή κοινωνικών υπηρεσιών ενισχύει την εσωτερική σύγκλιση , συμβάλλει στη συγκράτηση πληθυσμού σε απομακρυσμένες ή μειονεκτούσες , περιορίζοντας την εσωτερική μετανάστευση προς τα αστικά κέντρα.
Έτσι, η κοινωνική πολιτική δεν αποτελεί απλώς μια δαπάνη ,αλλά μετατρέπεται σε κρίσιμο αναπτυξιακό μοχλό πίεσης έναντι των οξυμένων ανισοτήτων.
*πολιτικός επιστήμονας
