ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Δημήτρης Σακκάς*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το κατά τη 10ετία του 1980 διαμορφωμένο στις ΗΠΑ νεοφιλελεύθερο οικονομικό σύστημα, γνωστό ως «οικονομικά της προσφοράς» ή «Reaganomics», που αντικατέστησε το από 50ετίας κυρίαρχο σύστημα του Κεϊνσιανισμού, αποτέλεσε, για τις δυτικές κυρίως χώρες, το πλαίσιο άσκησης της κοινωνικοοικονομικής τους πολιτικής.

Βασικό χαρακτηριστικό του νέου αυτού συστήματος αποτελούσε 1) ο δραστικός περιορισμός του ρόλου του κράτους υπέρ της ιδιωτικής οικονομίας και της ελεύθερης αγοράς και 2) η προώθηση των ιδιωτικών επενδύσεων, με περιορισμό της διαπραγματευτικής δύναμης των εργατικών συνδικάτων και κατάργηση των εμποδίων έγκρισής τους.

Το νεοφιλελεύθερο σύστημα συμπορεύθηκε διεθνώς με την παγκοσμιοποίηση που διαμορφώθηκε κατά το τελευταίο τέταρτο του 20ού αιώνα, ιδιαίτερα μετά τις γεωπολιτικές μεταβολές της 10ετίας του 1990. Πρόκειται για τις αυξήσεις στο διεθνές εμπόριο, τις επενδύσεις κεφαλαίου και χαρτοφυλακίου και τη μαζική ίδρυση θυγατρικών επιχειρήσεων. Στο τέλος του αιώνα λειτουργούσαν 44.000 κάθετα οργανωμένες πολυεθνικές επιχειρήσεις με σχεδόν 300.000 ξένες θυγατρικές και 12 εκατομμύρια απασχολούμενους.

Η διεθνής εφαρμογή του νεοφιλελεύθερου συστήματος συνεχίζει να δημιουργεί εκατομμυριούχους και δισεκατομμυριούχους με ταυτόχρονη φτωχοποίηση των οικονομικά ευάλωτων πολιτών και συστηματική αναβολή κάλυψης των διογκούμενων κοινωνικών αναγκών. Αντικοινωνικά αποτελέσματα επεφύλασσε η εφαρμογή του Νεοφιλελευθερισμού και στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Η παρατεταμένη δε υποστήριξη προς την πνέουσα τα λοίσθια ουκρανική οικονομία, καθώς και η τελικά επιζήμια για την ίδια την Ε.Ε. επιβολή κυρώσεων στη Ρωσία έχει περιορίσει τις παραγωγικές δυνατότητες και την ανταγωνιστική ικανότητα των δύο κυρίως οικονομικά ισχυρότερων χωρών (Γερμανία, Γαλλία) απέναντι στις ΗΠΑ και την Κίνα.

Το νεοφιλελεύθερο σύστημα μετά την 50ετή εφαρμογή του και τη συσσώρευση των κοινωνικοοικονομικών του αδιεξόδων έχει αρχίσει να εμφανίζει τάσεις πολιτικού αυταρχισμού και εμφανή δείγματα βαθμιαίας μετάλλαξης. Ενδειξη αυτής της τάσης αποτελεί η επιβολή κυρώσεων εναντίον όσων εναντιώνονται προς τα συμφέροντα της Δύσης ή η αυταρχική επιβολή εκ μέρους των ΗΠΑ των όρων διακρατικών ανταλλαγών υπέρ του αμερικανικού δημοσίου, κατά παράβαση των κανονισμών του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου και του κατ’ εξοχήν νεοφιλελεύθερου θεσμού της ελεύθερης αγοράς. Η εφαρμοζόμενη αυτή πρακτική παραπέμπει στην κυριαρχούσα κρατική νοοτροπία της μεσαιωνικής εποχής του Μερκαντιλισμού σύμφωνα με την οποία: «το κράτος μπορεί να αυξήσει τον πλούτο του μόνο εις βάρος άλλων κρατών». Κύριο επίμαχο στοιχείο του κυοφορούμενου νέου πολιτικοοικονομικού συστήματος αποτελεί, ως εκ τούτου, ο καθορισμός του αναβαθμισμένου νέου ρόλου του κράτους.

Οι μεταπολιτευτικές ελληνικές κυβερνήσεις με εξαίρεση τη «σοσιαλμανιακή» κυβέρνηση 1974-1977 και την πρώτη κυβέρνηση του Α. Παπανδρέου, εφάρμοσαν γενικά και από το 2019 με ιδιαίτερο ζήλο τις βασικές αρχές του νεοφιλελευθερισμού. Με την αντικατάσταση του κρατικά παρεμβατικού προτύπου από τον άκρατο ανταγωνισμό στο πλαίσιο του «Φονταμενταλισμού της αγοράς» επακολούθησε ή παραχώρηση προς εκμετάλλευση νευραλγικών τομέων της δημόσιας περιουσίας (λιμάνια, αεροδρόμια, ΔΕΗ, ΟΤΕ, εθνικοί οδοί κ.λπ.). Εφαρμόζοντας δε τις βασικές αρχές του νέου οικονομικού προτύπου μειώθηκαν οι κρατικές δαπάνες για τη δημόσια υγεία, παιδεία και κοινωνική πρόνοια διευκολύνοντας την ιδιωτική πρωτοβουλία να καλύψει τα δημιουργούμενα κενά.

Με τον παραγκωνισμό της παρεμβατικής λειτουργίας του κράτους και την ουσιαστική ανάθεση του έργου της οικονομικής ανάπτυξης στην ιδιωτική πρωτοβουλία εγκαταλείφτηκε συγχρόνως κάθε ιδέα σύνταξης 5ετών αναπτυξιακών προγραμμάτων και συνακόλουθα σταδιακής ανασυγκρότησης του αναποτελεσματικού παραγωγικού μας συστήματος. Οι επιπτώσεις της αντικατάστασης του κρατικά παρεμβατικού προτύπου από το νεοφιλελεύθερο σύστημα είναι πλέον γνωστές και προβάλλονται από όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης (περιορισμός της παραγωγής υλικών προϊόντων, εμπορικό έλλειμμα, ανισοκατανομή εισοδήματος, ποσοστό πτώχευσης, δημογραφικό πρόβλημα, ερήμωση της υπαίθρου, υποβάθμιση δημόσιας υγείας και παιδείας, φυγή των νέων επιστημόνων). Η Ελλάδα, εις πείσμα των τελευταίων κυβερνητικών πανηγυρισμών, εξακολουθεί να καταλαμβάνει σταθερά την τελευταία ή, κατά περίπτωση, την… ευνοϊκότερη προτελευταία θέση στον πίνακα οικονομικών δεικτών της ευρωζώνης. Η συνεχιζόμενη όξυνση των οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων που νομοτελειακά δημιουργεί το υπάρχον αναποτελεσματικό παραγωγικό μας σύστημα σε συνδυασμό με την εφαρμοζόμενη νεοφιλελεύθερη πολιτική έχει ήδη οδηγήσει τη χώρα στα όρια του σημερινού κοινωνικοοικονομικού, εν πολλοίς και πολιτικού, αδιεξόδου.

Δεδομένου ότι τόσο η συνέχιση των χρηματικών μεταβιβάσεων από τα ευρωπαϊκά ταμεία όσο και η εξασφάλιση της προστατευτικής ασπίδας των ΗΠΑ και της Ε.Ε. έναντι της εξ Ανατολών απειλής εξαρτώνται από την κάθε φορά επικρατούσα συγκυρία και τα ειδικότερα εθνικά συμφέροντα των «προστάτιδων» αυτών χωρών γι’ αυτό και δεν προσφέρονται ως ασφαλή δεδομένα για τον μακροπρόθεσμο εθνικό προγραμματισμό της χώρας. Επ’ ευκαιρία της ανατρεπτικής παρέμβασης του πρώην πρωθυπουργού κ. Τσίπρα επείγει η έγκαιρη αναδιοργάνωση του προοδευτικού χώρου με ανάδειξη του δημόσιου τομέα ως αποφασιστικού παράγοντα ανασυγκρότησης της εθνικής παραγωγής και συνακόλουθα της αυτοτροφοδοτούμενης οικονομικής ανάπτυξης. Η εκθρόνιση του Νεοφιλελευθερισμού αποτελεί επιτακτική κοινωνική αλλά και καλώς εννοούμενη εθνική ανάγκη.

Κατά παράφραση της γνωστής 11ης θέσης του Μαρξ κατά Φόιερμπαχ: «οι Ελληνες πολιτικοί περιέγραψαν ήδη τα προβλήματα της χώρας, απομένει τώρα να τα λύσουν».

* Ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Πατρών