Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ενα πρωινό του Αυγούστου του 1911, ο Γάλλος ζωγράφος Λουί Μπερού (Louis Béroud) πήγε στην εμβληματική αίθουσα του Λούβρου, το Salon Carré, για να κάνει ένα σχέδιο της «Μόνα Λίζα». Οταν έφτασε εκεί, διαπίστωσε ότι ο περίφημος πίνακας του Λεονάρντο ντα Βίντσι έλειπε από τη θέση του και ενημέρωσε αμέσως τον υπεύθυνο ασφαλείας της αίθουσας.

Εκείνος, όμως, αδιάφορα του είπε πως ο πίνακας πιθανόν είχε μεταφερθεί για συντήρηση ή για κάποια φωτογράφιση.

Λίγο αργότερα, ο Μπερού επέστρεψε, αλλά η Μόνα Λίζα ή Τζοκόντα –όπως αλλιώς είναι γνωστή η προσωπογραφία της γυναίκας με το αινιγματικό χαμόγελο– εξακολουθούσε να λείπει από τη θέση της. Τότε ο υπεύθυνος ασφαλείας θορυβήθηκε και άρχισε να ψάχνει για να διαπιστώσει ότι ο πίνακας δεν βρισκόταν ούτε στους συντηρητές ούτε στους φωτογράφους.

Σήμανε συναγερμός! Το αριστούργημα του Λεονάρντο ντα Βίντσι, που φιλοτεχνήθηκε μεταξύ 1503 και 1519, είχε κλαπεί.Ηταν η πρώτη μεγάλη κλοπή από το μουσείο του Λούβρου -πολύ πριν από την πρόσφατη υπόθεση με τα ανεκτίμητα κοσμήματα του Ναπολέοντα- και θεωρήθηκε η μεγαλύτερη κλοπή έργου τέχνης στον 20ό αιώνα. Αμέσως, το μουσείο εκκενώθηκε, οι πόρτες σφραγίστηκαν, τα σύνορα της Γαλλίας έκλεισαν και την υπόθεση ανέλαβε η αστυνομία.

Ωστόσο, οι έρευνες εξελίχθηκαν σε… Βατερλό για τη γαλλική αστυνομία. Οχι μόνο αγνόησαν κρίσιμα στοιχεία που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στον δράστη, αλλά έκαναν και λανθασμένες κινήσεις, κατηγορώντας άδικα τον Γκιγιόμ Απολινέρ (Guillaume Apollinaire), έναν από τους σημαντικότερους Γάλλους ποιητές του περασμένου αιώνα, και τον φίλο του, τον τότε ανερχόμενο Ισπανό ζωγράφο Πάμπλο Πικάσο.

Την ίδια ώρα, ο πραγματικός κλέφτης, ο Ιταλός Βιντσέντσο Περούτζα (Vincenzo Peruggia) ζούσε ανενόχλητος στο Παρίσι. Θα περνούσαν δύο ολόκληρα χρόνια μέχρι να συλληφθεί στην Ιταλία.

Ας δούμε, όμως, πώς εξελίχθηκαν τα γεγονότα της υπόθεσης, που ξεκίνησε τη Δευτέρα 21 Αυγούστου 1911, που όπως κάθε Δευτέρα το μουσείο ήταν κλειστό για το κοινό για να γίνονται εργασίες συντήρησης και καθαρισμού.

Εκείνο το πρωινό, περίπου στις 7, ο 30χρονος Περούτζα, που είχε εργαστεί στο Λούβρο τρία χρόνια νωρίτερα, μπήκε στο μουσείο από την πόρτα που εισέρχονταν οι εργάτες, φορώντας τη λευκή φόρμα των εργαζόμενων.

Κατευθύνθηκε στην αίθουσα, όπου εκτίθετο ο πολύτιμος πίνακας και, μέσα σε λίγα λεπτά, άνοιξε το προστατευτικό πλαίσιο, το οποίο γνώριζε καλά, αφού είχε βοηθήσει στην κατασκευή του. Αφαίρεσε τη ζωγραφιά, που είναι ζωγραφισμένη πάνω σε ξύλο, την τύλιξε σε ένα μπουφάν και έφυγε… Η κλοπή έγινε αντιληπτή την επόμενη μέρα, όπως προαναφέρθηκε. Στο Λούβρο έφθασαν περισσότεροι από 60 αστυνομικοί. Σύντομα βρέθηκε η κορνίζα της Μόνα Λίζα κάτω από μια σκάλα, κοντά στο σημείο όπου βρισκόταν ο πίνακας, και ξεκίνησαν έρευνες για τον εντοπισμό του δράστη- ή των δραστών- και φυσικά για την ανεύρεση του έργου.

Οι αρχές ερεύνησαν τους επιβάτες δύο υπερωκεάνιων πλοίων λίγο πριν αναχωρήσουν για τη Νέα Υόρκη, καθώς και τους κατώτερους υπαλλήλους του μουσείου, που εργάζονταν με πενιχρούς μισθούς, αλλά και εμπόρους τέχνης. Ομως, ο συντηρητικός επικεφαλής της Αστυνομίας του Παρισίου Λουί Λεπίν (Louis Jean-Baptiste Lépine) είχε αλλού την προσοχή του, στους νεαρούς καλλιτέχνες της αβάν-γκαρντ, της πρωτοπορίας και καινοτομίας, που αμφισβητούσαν την παραδοσιακή τέχνη. Ετσι, αντί να αξιολογηθούν προσεκτικά τα διαθέσιμα στοιχεία, στις 7 Σεπτεμβρίου 1911, η Αστυνομία ανακοίνωσε τη σύλληψη ως ύποπτων του διακεκριμένου Γαλλοπολωνού ποιητή Γκιγιόμ Απολινέρ και του ανερχόμενου Ισπανού ζωγράφου Πάμπλο Πικάσο!

Οι αστυνομικοί έφθασαν σε αυτούς εξαιτίας του Βέλγου γραμματέα του Απολινέρ, Ζερί Πιερέ (Géry Piéret), ο οποίος είχε κλέψει, το 1907, από το Λούβρο μερικά μικρά αρχαία ιβηρικά αγαλματίδια. Τρία από αυτά τα πούλησε στον Πικάσο, ο οποίος τα ενσωμάτωσε σε έργα του, ανάμεσά τους και στον διάσημο πίνακα «Οι Δεσποινίδες της Αβινιόν». Ωστόσο, σύμφωνα με κάποιες πηγές, η σύλληψη του Απολινέρ οφειλόταν κυρίως σε δηλώσεις του εναντίον της παραδοσιακής τέχνης και του Λούβρου, που τη φιλοξενούσε!

Ο Πικάσο αφέθηκε ελεύθερος την ίδια μέρα, ενώ ο Απολινέρ παρέμεινε στη φυλακή για μία εβδομάδα. Εκεί, τρομοκρατημένος, έπεσε σε μελαγχολία. Ομως, έγραψε στο κελί του ορισμένα ποιήματα, τα οποία συμπεριλήφθηκαν στη συλλογή που κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά με τίτλο «Le Bestiaire ou Cortège d’Orphée».

Μετά την αποφυλάκισή τους οι δύο καλλιτέχνες, θέλοντας να απαλλαγούν από τα αγαλματίδια, τα παρέδωσαν στα γραφεία της εφημερίδας «Paris Journal»

Τελικά, ο ανακριτής έκλεισε την υπόθεση, αφού δεν βρέθηκε καμία σχέση μεταξύ της κλοπής των αγαλματιδίων και στην «αρπαγή» της Μόνα Λίζα.

Την ίδια περίοδο, ο πραγματικός δράστης, ο Βιντσέντσο Περούτζα, είχε κληθεί –όπως και άλλοι περιστασιακοί εργαζόμενοι του Λούβρου– να παρουσιαστεί στο αστυνομικό τμήμα, αλλά δεν εμφανίστηκε ποτέ.

Ενας ντετέκτιβ πήγε τελικά στο σπίτι του. Ο Περούτζα τον έπεισε ότι την ημέρα της κλοπής εργαζόταν αλλού και ο αστυνομικός, χωρίς να υποψιαστεί τίποτα, δέχτηκε τις εξηγήσεις του. Μάλιστα, συνέταξε την έκθεσή του ακουμπώντας πάνω σε ένα τραπέζι, κάτω από το οποίο ο πίνακας ήταν κρυμμένος σε μια ειδική κοιλότητα!

Παρότι ο ανακριτής είχε διατάξει να εξεταστούν ιδιαίτερα, όσοι είχαν δουλέψει για την κατασκευή της προθήκης του πίνακα, μεταξύ αυτών και ο Περούτζα, η αστυνομία στράφηκε σε άλλες κατευθύνσεις.

Ετσι, ενώ ο Ιταλός είχε αφήσει δακτυλικό αποτύπωμα στο γυαλί που προστάτευε τον πίνακα, και ενώ τα δακτυλικά του αποτυπώματα και η φωτογραφία του υπήρχαν στα αστυνομικά αρχεία λόγω παλαιότερης σύλληψής του, οι αστυνομικοί ούτε του πήραν νέα αποτυπώματα, όπως έκαναν σε άλλους εργαζόμενους, ούτε και έκαναν σύγκριση με αυτά των αρχείων. Με τα λάθη αυτά, δεν άργησαν και οι ειρωνείες, με κάποιες εφημερίδες να πιθανολογούν ότι πίσω από την υπόθεση κρυβόταν ο… φανταστικός ληστής Αρσέν Λουπέν!

Δύο χρόνια αργότερα αποκαλύφθηκε ο πραγματικός δράστης. Αφορμή ήταν μια αγγελία που δημοσίευσε το φθινόπωρο του 1913 ο Αλφρέντο Τζέρι (Alfredo Geri), ιδιοκτήτης γκαλερί στη Φλωρεντία, στην οποία έγραφε ότι ήταν «αγοραστής σε καλές τιμές αντικειμένων τέχνης». Λίγες μέρες μετά, ο Τζέρι έλαβε μια επιστολή με ημερομηνία 29 Νοεμβρίου (1913), στην οποία ο αποστολέας υπογράφοντας ως «Λεονάρντο» δήλωνε πως κατείχε τη Μόνα Λίζα. Ως διεύθυνση για απάντηση αναφερόταν μια ταχυδρομική θυρίδα στο Παρίσι. Ο Τζέρι ενημέρωσε τον διευθυντή του Μουσείου Ουφίτσι, τον Τζοβάνι Πότζι και συνεννοήθηκαν να απαντήσει εκδηλώνοντας ενδιαφέρον. Τελικά, συμφωνήθηκε να συναντηθούν στο Μιλάνο.

Η συνάντηση έγινε στις 10 Δεκεμβρίου 1913 στο ξενοδοχείο «Τρίπολι – Ιτάλια», όπου διέμενε ο υποτιθέμενος Λεονάρντο Βιντσέντσο. Ο αντικέρ και ο διευθυντής του μουσείου πήγαν στο δωμάτιο, όπου εκείνος είχε ένα ξύλινο μπαούλο. Το άνοιξε προσεκτικά, άδειασε το περιεχόμενό του και αποκάλυψε έναν διπλό πάτο. Από μέσα, φανερώθηκε ο πίνακας της Μόνα Λίζα. Ο Πότζι, προσποιούμενος ότι ήθελε να ελέγξει την αυθεντικότητα του έργου, πήρε τον πίνακα μαζί του ενώ οι καραμπινιέροι προχωρούσαν στη σύλληψη του «Λεονάρντο Βιντσέντσο», που δεν ήταν άλλος από τον Βιντσέντσο Περούτζα.

Ο Περούτζα ισχυρίστηκε ότι είχε κλέψει τη Μόνα Λίζα, για να την επιστρέψει στην Ιταλία, πιστεύοντας λανθασμένα ότι το έργο είχε κλαπεί από τον Ναπολέοντα. Στη πραγματικότητα η Μόνα Λίζα είχε μεταφερθεί στη Γαλλία το 1516 από τον Λεονάρντο ντα Βίντσι και στη συνέχεια πέρασε στα χέρια του βασιλιά Φραγκίσκου Α’.

Αντίθετα, ο Τζέρι υποστήριξε πως ο Περούτζα επεδίωκε οικονομική ανταμοιβή για την επιστροφή του πίνακα. Κατά μια εκδοχή, μάλιστα, του είχε ζητήσει 500.000 ιταλικές λίρες. Στη διάρκεια της δίκης ειπώθηκε, επίσης, ότι στα δύο χρόνια που κράτησε τον πίνακα ο Περούτζα έκανε αρκετές ανεπιτυχείς προσπάθειες να τον πωλήσει.

Ωστόσο, η κοινή γνώμη αντιμετώπισε τον Περούτζα με συμπάθεια, θεωρώντας την πράξη του πατριωτική, αφού πίστευε ότι το κίνητρό του ήταν να επιστρέψει τη Μόνα Λίζα στην Ιταλία. Το δικαστήριο τον έκρινε με επιείκεια και τον καταδίκασε σε φυλάκιση ενός έτους και δεκαπέντε ημερών. Τελικά, μετά την έφεση εξέτισε μόνο επτά μήνες.

Η Μόνα Λίζα παρέμεινε για περίπου έναν μήνα στην Ιταλία, όπου εκτέθηκε στο Μουσείο Ουφίτσι και σε άλλα μεγάλα ιταλικά μουσεία. Στις 31 Δεκεμβρίου 1913, περίπου 60.000 άνθρωποι συγκεντρώθηκαν στον σιδηροδρομικό σταθμό του Μιλάνου για να την αποχαιρετήσουν. Το έργο ταξίδεψε μέσα σε ειδικά φυλασσόμενο βαγόνι της ταχείας Μιλάνου – Παρισίων και στις 4 Ιανουαρίου 1914 επέστρεψε στο Λούβρο, όπου και εκτίθεται μέχρι σήμερα.

Ωστόσο, οι… περιπέτειες της Μόνα Λίζα δεν τελείωσαν εκεί. Κατά καιρούς, διάφοροι βάνδαλοι προσπάθησαν να καταστρέψουν το αριστούργημα του Ντα Βίντσι, με το 1956 να θεωρείται η χειρότερη χρονιά. Τότε, σε δύο ξεχωριστά περιστατικά, ένα άτομο πέταξε οξύ στον πίνακα, ενώ ένα άλλο του πέταξε μια πέτρα, προκαλώντας μια ελαφρά αλλά ορατή φθορά.

Μετά από αυτές τις επιθέσεις, τοποθετήθηκε αλεξίσφαιρο τζάμι, το οποίο έκτοτε προστατεύει τη Μόνα Λίζα. Χάρη σε αυτό, ο πίνακας έμεινε αλώβητος από επόμενες απόπειρες βανδαλισμού, όπως μια με σπρέι το 1974 και μια άλλη με φλιτζάνι καφέ το 2009.