Η πρώτη έφυγε για Αμερική, σπουδάζοντας στο Χάρβαρντ Πολιτική Θεωρία, Φιλοσοφία και Οικονομία, συνεχίζοντας με μεταπτυχιακές σπουδές στην Οξφόρδη. Εκείνος σπούδασε επίσης στο Χάρβαρντ Τέχνες και Κινηματογράφο, πριν ζήσει για κάποιο διάστημα στο Λος Αντζελες. Παρ’ όλα αυτά, δεν συνέχισαν τη ζωή τους στο εξωτερικό. Επέστρεψαν στην Ελλάδα πριν από λίγα χρόνια και δημιούργησαν μια συλλογική κινηματογραφική κολεκτίβα, την Pame Ligo Collective, ακριβώς γιατί βλέπουν (και) το σινεμά ως μέσο κοινωνικής αλλαγής και αλληλεγγύης. Η Χρυσιάννα Παπαδάκη με καταγωγή από την Ελλάδα και τη Νέα Ζηλανδία και ο Στέργιος Ντινόπουλος με καταγωγή από την Ελάτη Τρικάλων βρέθηκαν μαζί, συν-κινήθηκαν και συνδημιούργησαν την ταινία «Αρκουδότρυπα», αρχικά ως μικρού μήκους και μετά ως μεγάλου. Και οι δύο βραβεύτηκαν πολλάκις: η μικρού μήκους πήρε το μεγάλο βραβείο «Χρυσός Διόνυσος» στο 46ο Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας (2023), με μία εκ των πρωταγωνιστριών, τη Χαρά Κυριαζή, να κερδίζει το βραβείο γυναικείας ερμηνείας στο ίδιο φεστιβάλ.
Δύο χρόνια αργότερα, η ταινία «μεγάλωσε», έκανε πρεμιέρα στο φετινό, 82ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βενετίας (τμήμα Giornate degli Autori) και απέσπασε το βραβείο Europa Cinemas Label Καλύτερης Ευρωπαϊκής Ταινίας, ενώ προχθές, στη λήξη του 66ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης κέρδισε συνολικά επτά βραβεία: Βραβείο Καλύτερης Ελληνικής Πρεμιέρας FIPRESCI, Βραβείο της ΕΡΤ για την ταινία που επιλέγει η Διεθνής Ενωση Κριτικών Κινηματογράφου, Βραβείο ΕΚΚΟΜΕΔ Καλύτερου Πρωτοεμφανιζόμενου Σκηνοθέτη Ελληνικής Πρεμιέρας, ενώ η Χρυσιάννα Παπαδάκη βραβεύτηκε επιπλέον με το Βραβείο Καλύτερης Γυναικείας Συνεισφοράς για τη δημιουργική της παρουσία μπροστά ή πίσω από την κάμερα, στο πλαίσιο των τμημάτων Διεθνές Διαγωνιστικό, Meet the Neighbors+ και Film Forward. Η ηθοποιός Χαρά Κυριαζή τιμήθηκε από τη ΔΕΗ με το Βραβείο Καλύτερης Πρωτοεμφανιζόμενης Ηθοποιού, ενώ η ταινία απέσπασε το Ειδικό Βραβείο Επιτροπής της Νεότητας Φοιτητών Πανεπιστημίων Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ), καθώς και την Ειδική Μνεία του MERMAID AWARD, το οποίο απονέμεται στην καλύτερη ταινία με ΛΟΑΤΚΙ+ θεματική.
Οι βραβεύσεις είναι ένα ζήτημα – σημαντικό, αλλά όχι το σημαντικότερο. Το σπουδαίο με αυτή την ταινία είναι ο τρόπος που δημιουργήθηκε: «Στην Ελλάδα, και όχι μόνο, έχουμε μάθει να ξεχωρίζουμε τους σκηνοθέτες σε μια ταινία. Ομως αν δεν υπήρχαν οι άνθρωποι που έτρεξαν και δούλεψαν και έψαξαν και δημιούργησαν από το πιο απλό ώς το πιο σύνθετο, καμία ταινία δεν θα μπορούσε να υπάρξει. Εμείς κάναμε συναντήσεις και συνελεύσεις και τα δύο κορίτσια (σ.σ.: Χαρά Κυριαζή και Πάμελα Οικονομάκη) έδωσαν τη δική τους αισθητική και ηθική στο σενάριο. Δεν ήμασταν πολλοί, αλλά ήμασταν όλοι μαζί. Η ταινία είναι το σύμπλεγμα πολλών μικρών δημιουργικών αποφάσεων και εμείς, με τον Στέργιο, ήμασταν πολύ δεκτικοί στις απόψεις των συνεργατών μας που συνδιαμόρφωσαν το φιλμ,» μας λέει ο Στέργιος Ντινόπουλος. «Ολα αυτά παίρνουν χρόνο. Και επειδή έπρεπε να δουλεύουμε ταυτόχρονα, καθώς η ταινία έγινε με μικρό προϋπολογισμό, δεν ήταν εύκολο το να βρισκόμαστε όσο συχνά θα θέλαμε. Τα καταφέραμε μεν, ωστόσο πράγματι οι δημιουργοί στην Ελλάδα, και οι ανεξάρτητοι, έρχονται αντιμέτωποι με πολλά οικονομικά και θεσμικά προβλήματα, που θα μπορούσαν να είναι πολύ λιγότερα αν τα όσα ζητά η “Ορατότης Μηδέν” εισακουστούν και γίνουν αποδεκτά. Πάντως εμείς δράσαμε οριζόντια: ο συντονισμός και η ισότιμη συμμετοχή ενισχύουν το αποτέλεσμα και την ενότητα της ομάδας και η ανάγκη για συλλογικότητα και αλληλεγγύη είναι κομμάτι και του σινεμά: η παραγωγή ταινιών αλλά και η πορεία τους ώς την αίθουσα απαιτούν ομαδική προσπάθεια και συνεχή συνεργασία», συμπληρώνει η Χρυσιάννα Παπαδάκη.
Η ταινία πραγματεύεται τη σχέση δύο κοριτσιών στην ελληνική επαρχία: είμαστε στην Ελάτη (γνωστή και ως Τύρνα), όπου οι δύο φίλες, Αργυρώ (Χαρά Κυριαζή), μια νεαρή αγρότισσα, και Αννέτα (Πάμελα Οικονομάκη), μανικιουρίστα και δημοφιλής φιγούρα του χωριού, βρίσκονται σε μια αναζήτηση παρόντος, μέλλοντος και ταυτότητας. Η δεύτερη μένει έγκυος από τον επίσης δημοφιλή (λόγω επαγγέλματος και «αντριλικιού») αστυνομικού του χωριού και αποφασίζει να μετακομίσει στο σπίτι της μητέρας του στη Λάρισα. Η πρώτη αντιδρά και την καλεί να πάνε στην Αρκουδότρυπα, μια σπηλιά στην περιοχή που φέρει αφηγήσεις μεταφυσικές και τρομακτικές για όσους την περπατούν. Το τι θα συμβεί θα το δούμε το καλοκαίρι, όταν θα παιχτεί η ταινία στα σινεμά, καθώς έχει λάβει διανομή και αργότερα θα προβάλλεται στην πλατφόρμα του Cinobo. Η Αρκουδότρυπα υπάρχει στ’ αλήθεια: «Είναι μια σπηλιά με την είσοδό της να μοιάζει με μάτι, στα βουνά γύρω από την Ελάτη και ακούγονται πολλά γι’ αυτήν: πως είχε άγρια ζώα, κλέφτες, πως μπαίνεις και χάνεις το μυαλό σου», μας λέει ο Στέργιος που προέρχεται από τα μέρη αυτά και μεγάλωσε και με τις συγκεκριμένες μυθολογικές αναφορές. Μυθολογικές ή μεταφυσικές;
Στο φιλμ αφήνουν να εννοηθεί πως μπαίνοντας μέσα, ανοίγει το υποσυνείδητο και αυτό σε μετουσιώνει σε ό,τι πραγματικά είσαι, βγάζοντας στην επιφάνεια τα όνειρα, τους κρυφούς πόθους, τους εφιάλτες και τους φόβους σου… «Κοινωνία δεν το λέμε αυτό;», τους ρωτάμε. Γελάμε. Συμφωνούν πως πράγματι η Αρκουδότρυπα παραπέμπει σε ένα κρυφό, σκοτεινό μέρος, κομμάτι της φύσης όμως, και μπορεί να δράσει ως μεταφορά για το «απόκρυφο» της επιθυμίας ή της ταυτότητας. Για την αναγνώριση αυτού που είμαστε, που θέλουμε αλλά φοβόμαστε ή δεν αντέχουμε να είμαστε. «Θέλαμε να καταπιαστούμε με ζητήματα όπως η ταυτότητα τόπου, οικογένειας, μητρότητας, της ίδιας της ύπαρξής μας δηλαδή. Δίχως να το “φωνάζουμε”, καθώς δεν γράφουμε έτσι ούτε εγώ ούτε ο Στέργιος, νομίζω φαίνεται η δυσκολία ένταξης ακόμα και στον τόπο που μεγάλωσες. Η ασυνέχεια των κοινωνικών δεσμών βέβαια δεν είναι ίδιον της επαρχίας – πλέον τα ίδια ισχύουν παντού: από το χωριό μέχρι τις μητροπόλεις», μας λέει η Χρυσιάννα.
Με αφορμή τα παραπάνω, ρωτάμε και τους δύο γιατί αποφάσισαν να επιστρέψουν στην Ελλάδα, στις «ρίζες» τους όπως κάνουν και οι κοπέλες στην ταινία: «Στις ΗΠΑ υπάρχουν τεράστιες αντιφάσεις: από τη μια είναι ίσως η πλουσιότερη χώρα του κόσμου, ως ομοσπονδία κρατών, αλλά οι πολίτες της φτωχοποιούνται με γεωμετρική πρόοδο. Υπάρχει αυτό που λέμε “cognitive dissonance”, δηλαδή για να επιβιώσεις ως μη φτωχός εκεί, πρέπει να μη βλέπεις. Να μη βλέπεις τι γίνεται γύρω σου, να “αυτοτυφλώνεσαι” με κάποιο τρόπο, αλλιώς δεν αντέχεις την πραγματικότητα. Ανθρώπους παρατημένους από το κράτος, παρατημένους από τους συνανθρώπους τους. Προσωπικά μου ήταν πολύ δύσκολο να αποδεχθώ αυτή την τόσο έντονη κοινωνική ανισότητα μέσα σε ένα τόσο πλούσιο περιβάλλον», απαντά η Χρυσιάννα.
«Οι γονείς μας έζησαν κάποια χρόνια στις ΗΠΑ τις δεκαετίες του ‘80 και του ‘90, όπου ο Ρέιγκαν και παρόμοιες πολιτικές έδειχναν το πού πάμε. Η επίδραση του νεοφιλελευθερισμού που ξεκίνησε από τότε είναι εξαιρετικά έντονη και τη βλέπεις παντού», συνέχισε ο Στέργιος. «Στην Ελλάδα ακόμα μπορούν να δημιουργηθούν κοινότητες. Κι εμείς και όλος ο κόσμος βαδίζουμε προς το αμερικανικό μοντέλο, αλλά κάτι ακόμη σώζεται εδώ. Τώρα γιατί οι άνθρωποι επιλέγουν αυτούς τους ηγέτες όπως ο Τραμπ και παρόμοιοι… νομίζω η βαθιά “κουλτούρα” της διαφθοράς και η συνεχής υποβάθμισης της ζωής σε όλα της τα επίπεδα (κοινωνικό, οικονομικό, πολιτισμικό, υπαρξιακό) σε αλλοτριώνουν και τελικά πας προς τα εκεί που πιστεύεις πως θα βρεις ασφάλεια – φυσικά όλο αυτό είναι μια ψευδαίσθηση», συνεχίζει ο ίδιος.
«Γι’ αυτό μιλάμε και το λέγαμε πολλές φορές και στις συναντήσεις της ομάδας, για την επαναφορά της φαντασίας στο προσκήνιο. Ο φασισμός έχει περάσει παντού, έτσι είναι, οπότε αν θέλεις να διαφοροποιηθείς, τι κάνεις; Κάπως σαν να έχουμε χάσει την αίσθηση της αλήθειας, σαν ο υπερατομικισμός να έχει γίνει το κυρίαρχο πρόταγμα, μα μόνος σου πώς να υπάρξεις; Διαλύεσαι», απαντά η Χρυσιάννα.
Ισως γι’ αυτό και να δρουν κολεκτιβίστικα τα παιδιά, μέσω μιας καλλιτεχνικής συλλογικότητας. Τους ρωτάμε γι’ αυτό, όπως και για το πόσο τολμηροί αποφάσισαν να γίνουν: φαντάζει σχεδόν επιστημονική φαντασία ένα νέο, όμορφο κορίτσι να δηλώνει δημόσια πως η ίδια είναι κυρίαρχος του κορμιού της και να καταδεικνύει την υποκρισία των γύρω της – πόσο μάλλον το να συμβεί αυτό στην επαρχία! «Το έχουν αυτό οι ταινίες: ανοίγουν διάλογο. Οσα μπορεί να μας φαίνονται επιστημονική φαντασία, όταν τα δούμε να συμβαίνουν στο σινεμά, νομίζω κάπως μπορεί να μας επηρεάσουν και στην καθημερινότητα. Στην οπτική μας για τον κόσμο και για μας τους ίδιους». «Κάνε τη ζωή σου σινεμά, δηλαδή στην κυριολεξία;», ρωτάμε τον Στέργιο. «Ναι. Αναλόγως το σινεμά βέβαια, καθώς πρόκειται για ένα μέσο που μπορεί να είναι επαναστατικό αλλά και βαθιά συντηρητικό», μας λέει. «Αλλά γι’ αυτό γίναμε κινηματογραφιστές, πιστεύω: δεν μπορώ να σκεφτώ πιο άμεσο τρόπο επικοινωνίας σε πολλαπλά επίπεδα με ανθρώπους που ξέρω και που δεν ξέρω. Μιλάς για τα ανείπωτα, είναι μια γλώσσα ανοιχτή και ελεύθερη – αν και εφόσον το θέλεις ή σε αφήσουν να είναι έτσι φυσικά», συμπληρώνει η Χρυσιάννα.
Από τα όσα μάς λένε, καταλαβαίνουμε γιατί θεωρείται τόσο επικίνδυνος ο κινηματογράφος ως τέχνη και είναι από τα πρώτα που επηρεάζονται από αυταρχικά ή συντηρητικά καθεστώτα – κάτι που ισχύει ιστορικά και δυστυχώς σε μεγάλο βαθμό και σήμερα: «Αν μαζευόμαστε να δημιουργήσουμε κάτι, ναι, τότε ειδικά είμαστε πιο επικίνδυνοι», μας λέει ο Στέργιος. «Θέλαμε η ταινία να φέρει ένα αισιόδοξο και τρυφερό τέλος. Ανοιχτό μεν, αλλά με μια αίσθηση χαράς και αγάπης. Αν τα λες αυτά “επικίνδυνα” για κάποιους ή κάποιες μορφές εξουσίας, τότε ναι, είναι. Δεν ξέρω αν ήταν συνειδητά στις προθέσεις μας, αλλά η ελπίδα, η συντροφικότητα, η ουσιαστική επαφή με τον άλλον (και τη φύση, αν θες) είναι έννοιες ουσιαστικές για την κοινωνική αλλαγή. Δεν είχαμε καμία ανάγκη να “επιβάλουμε” μηνύματα. Πράγματι η αισιοδοξία μπορεί να νοηθεί ως ριζοσπαστισμός. Ωστόσο αυτό που θέλαμε είναι να υπάρξει χώρος για την αίσθηση και τη φαντασία. Και μια εσωτερική ελευθερία, που είναι ένα στοίχημα πώς τελικά την εξωτερικεύουμε στις ζωές μας», καταλήγει η Χρυσιάννα.
● «Αρκουδότρυπα»
Η ταινία έχει πάρει διανομή και θα προβληθεί στις αίθουσες το καλοκαίρι και μετά μέσω του cinobo.com. Διεύθυνση φωτογραφίας: Αρσινόη Πηλού. Μοντάζ: Ευάγγελος Κατσαρός. Hχος: Νικόλ Ασήμωση, Arielle Esther. Μουσική: John Tournas. Κοστούμια: Μαριάνθη Χρηστοδούλου. Σκηνοθεσία/σενάριο: Χρυσιάννα Παπαδάκη-Στέργιος Ντινόπουλος. Παραγωγή: Pame Ligo Collective.
