Ο αποσταθεροποιητικός αναθεωρητισμός που εκπέμπει τα τελευταία χρόνια η Αγκυρα χρεώνεται στον Ερντογάν κυρίως, αλλά και στον Οζάλ.
Οταν ο Κεμάλ σήκωσε το λάβαρο της ανταρσίας κατά της Συνθήκης των Σεβρών το 1919, η Βουλή, σε μια απόφασή της που ονομάστηκε «εθνικός όρκος», προσδιόρισε τα σύνορα της Τουρκίας ως διαδόχου κράτους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Τα νότια σύνορα της Τουρκίας περιελάμβαναν το Χαλέπι και τη Μοσούλη, που σήμερα ανήκουν στη Συρία και στο Ιράκ αντίστοιχα.
Σε ό,τι αφορά τη Μοσούλη η Κοινωνία των Εθνών την επιδίκασε το 1926 στο υπό βρετανική διοίκηση Ιράκ.
Τότε ο Κεμάλ κατανόησε ότι οι τολμηρές δυτικότροπες μεταρρυθμίσεις είναι ασύμβατες με έναν επιθετικό περιφερειακό αναθεωρητισμό. Το συμπέρασμα αυτό το συνόψισε στη φράση «ειρήνη στον κόσμο, ειρήνη στη χώρα».
Ο Οζάλ έσπασε πρώτος το ταμπού της διεκδίκησης της συνέχειας της οθωμανικής παράδοσης με τη διαπίστωση ότι από την Αδριατική μέχρι το Σινικό Τείχος πρέπει να συγκροτηθεί μια ζώνη επιρροής της Τουρκίας.
Η αφύπνιση του Πολιτικού Ισλάμ με την ανατροπή του σάχη του Ιράν το 1979 και η κατάρρευση της ΕΣΣΔ το 1991 οδήγησαν στην επανεμφάνιση του παντουρανισμού και του πανισλαμισμού με τα «σύνορα της καρδιάς μας» του Ερντογάν να συμπληρώνουν τον πίνακα.
Είναι προφανές ότι ακόμη και αν διαψευσθεί η προσδοκία μετατροπής της Συρίας σε προτεκτοράτο της Τουρκίας η βορειοδυτική περιοχή της χώρας γύρω από το Χαλέπι θα παραμείνει υπό τον έλεγχο της Αγκυρας.
Η Λιβύη, που ανήκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία μέχρι το 1912, είχε εδαφική συνέχεια με την Αίγυπτο που ανήκε στον σουλτάνο μέχρι τη χειραφέτησή της υπό τον Μοχάμετ Αλι στις αρχές του 19ου αιώνα.
Εκ πρώτης όψεως το οθωμανικό παρελθόν ευνοεί την περιφερειακή επιρροή της Τουρκίας και κρατά υπό έλεγχο το μειοψηφικό σιικό Ισλάμ. Μια πιο προσεκτική ματιά αναδεικνύει το οθωμανικό παρελθόν σαν μια κατάκτηση που άνοιξε τον δρόμο στις ευρωπαϊκές δυνάμεις.
-980x552.jpg)