Στη Φιλολογία και στη Λογοτεχνία, αλλά και σε όλες τις επιστήμες, θεωρητικές και θετικές, που έχουν ως βάση τις γραπτές πηγές αλλά και μέσο μετάδοσης τον γραπτό λόγο, χρησιμοποιείται ένας τεχνικός όρος του οποίου η έννοια και η σημασία έχουν βαθύτατο νόημα. Αυτός είναι η λέξη «κείμενο». Είναι η λέξη εκείνη που σημαίνει ότι ο άυλος λόγος και η σκέψη του ανθρώπου οπτικοποιούνται μέσω της γραφής επάνω σε μια στέρεη επιφάνεια, που μπορεί να είναι μια πήλινη πινακίδα, μια πλάκα μεταλλική, μια κέρινη πινακίδα, μια μαρμάρινη στήλη, ένα φύλλο παπύρου, περγαμηνής ή χαρτιού. Μια ιδιαίτερη περίπτωση επιφάνειας στη σύγχρονή μας εποχή είναι η επιφάνεια της οθόνης του ηλεκτρονικού μας υπολογιστή. Επάνω σ’ αυτήν την επιφάνεια «καταστρώνεται» ο λόγος, ώστε να διατηρείται ως υλική οντότητα.
Εχει ενδιαφέρον να δούμε πως η ελληνική λέξη «κείμενο» μεταφράζεται στις λατινογενείς γλώσσες με λέξεις που έχουν τη ρίζα τους στο λατινικό ρήμα texo (= υφαίνω, πλέκω) και textum, textum dicendi (= το ύφασμα, το του λόγου ύφασμα). Επάνω στις δύο αυτές λέξεις μπορούν να διατυπωθούν ποικίλες απόψεις ως προς την εννοιολογική τους δυναμική. Η μεν πρώτη εκφράζει κάτι το αμετακίνητο και σταθερό, η δεύτερη μια πιο ενεργητική κατάσταση ως προϊόν κίνησης και πλοκής, κάτι όμως που επίσης ενυπάρχει ως έννοια και στην πρώτη λέξη, αν λάβουμε υπόψη μας την πράξη της γραφής και την κίνηση του χεριού για την πραγματοποίησή της. Και στις δύο περιπτώσεις, ούτως ή άλλως, έχουμε μπροστά μας μια σύνθετη εικόνα με γράμματα, που έχει παραχθεί ανάλογα με τη νοοτροπία του γραφέα ή του χαράκτη, το σχεδιαστικό ύφος που κατά τόπους και εποχές επικρατεί.
Στον κόσμο του βιβλίου η γενική αντίληψη που επικρατεί από τα παλαιότατα χρόνια, δηλαδή από την εποχή των πινακίδων, των παπύρινων κυλίνδρων, των περγαμηνών και των χάρτινων κωδίκων, είναι ότι αυτά δεν είναι απλά υλικά αντικείμενα, αλλά έμψυχα, τη στιγμή που είναι φορείς του λόγου, ανθρώπινου ή θεϊκού. Με αυτήν την έννοια επομένως το βιβλίο, χειρόγραφος κύλινδρος ή κώδικας, ή έντυπο παίρνει μια άλλη υπόσταση σε σχέση με το περιεχόμενό του, δηλαδή το κείμενο του επώνυμου ή ανώνυμου συγγραφέα, με τη χρήση του και τον σκοπό της παραγωγής του.
Ενα βιβλίο –ας χρησιμοποιήσουμε αυτόν τον γενικό όρο– με ιερά κείμενα πρέπει να είναι γραμμένο με μια επίσημη και μεγαλόπρεπη γραφή για να αποπνέει την ιερότητα του λόγου, ή ένα φιλοσοφικό ή θεολογικό να είναι γραμμένο με μια τυποποιημένη και αυστηρή γραφή, ώστε να αντιστοιχεί προς τη σπουδαιότητα και τη σοβαρότητα των νοημάτων, για να είναι αυτά εύκολα καταληπτά. Αναλόγως συμβαίνει και σε άλλες κατηγορίες κειμένων, όπως για παράδειγμα τα νομικά ή τα μουσικά. Εν τοιαύτη περιπτώσει ο βαθμός ευκρίνειας και αναγνωσιμότητας πρέπει να είναι υψηλός, η αισθητική εικόνα όχι μόνο να ικανοποιεί και να τέρπει την όραση, αλλά και να περιποιεί στον χρήστη-αναγνώστη τη διαβεβαίωση εγκυρότητας και υψηλής ποιότητας.
Ο ρόλος των πρωτογραμμάτων στις αρχές των παραγράφων ή των επί μέρους κεφαλαίων σχετίζεται άμεσα με την αρχή ενός κεφαλαίου ή μιας παραγράφου. Τόσο στα επίτιτλα κοσμήματα, όταν μιλάμε για πολυτελή χειρόγραφα, όσο και στα πρωτογράμματα, τα οποία σχεδιάζονται με λαμπρό καλλιτεχνικό τρόπο, ο διακοσμητής (που δεν αποκλείεται να είναι μερικές φορές και ο γραφέας, ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία του, βρίσκει τρόπους να ξεφεύγει από συμβατικά μοντέλα και να εκφράζει τις δικές του προτιμήσεις, είτε σχεδιαστικές είτε συμβολικές.
Βασίζεται στη δομή του γράμματος ως σχεδίου και εκεί πάνω κάνει τις παρεκβολές του, μεταποιώντας ευθείες και καμπύλες σε ανθρωπόμορφες, ζωόμορφες και φυτόμορφες παραστάσεις ή ακόμη και σύνθετες, των οποίων πολλές φορές οι συμβολισμοί είναι κρυφοί και ανεξιχνίαστοι. Για παράδειγμα στο Ε η μεσαία οριζόντια γραμμή παίρνει τη μορφή ενός χεριού με την παλάμη σε κίνηση ευλογίας, ή βλέπουμε το γράμμα Τ να παίρνει τη μορφή ενός αρθρωτού πολύχρωμου στύλου και από τις άκρες της οριζόντιας κεραίας να κρέμονται καντήλες, ή ακόμη το γράμμα Β να μετασχηματίζεται σε μια πλοκή φιδιών. Αυτό συμβαίνει συχνά με τα πρωτογράμματα στα χειρόγραφα Ευαγγέλια, όπου οι αναγινωσκόμενες περικοπές αρχίζουν ως επί το πλείστον από τα γράμματα Ε (= Εἶπεν ὁ Κύριος…) ή Τ (=Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ…). Σε άλλες μεμονωμένες περικοπές συναντούμε τα γράμματα Α, Β, Ο, Π.
Ιδιαίτερη κατηγορία χειρογράφων όπου τα πρωτογράμματα παίζουν σημαίνοντα ρόλο είναι οι πολυτελείς Τρεῖς Λειτουργίες, κατ’ εξοχήν δε αυτών που έχουν παραχθεί στη Μολδοβλαχία ακριβώς στα τέλη του 16ου αι. αναγινωσκόμενες καθ’ όλον τον 17ο αιώνα, από δύο σπουδαίους καλλιγράφους, τον Ματθαίο εκ Πωγωνιανής της Ηπείρου επίσκοπο Μυρέων και τον Λουκά τον Κύπριο επίσκοπο Μποζέου, των οποίων τα σχέδια κατέστησαν υποδείγματα για πολλούς μεταγενέστερους κωδικογράφους. Ιδιαίτερα του πρώτου οι σχεδιαστικές εμπνεύσεις προέρχονται ακόμη και από παραστάσεις χαρτοπαιγνίων με δρακοντόμορφες παραστάσεις.
Θέλω να επισημάνω ότι το θέμα των πρωτογραμμάτων σε χειρόγραφα ή σε έντυπα είναι ελκυστικό για πολλές εικαστικές παρατηρήσεις και έρευνες σε ποικίλους συμβολισμούς, όπως ταυτόχρονα είναι και προκλητικό ώστε ο αναγνώστης να βαδίσει σε μυστικές ατραπούς συμβολισμών και κυρίως να μεταφερθεί στη στιγμή της έμπνευσης του σχεδιαστή και να την ερμηνεύσει. Μια άλλη κατηγορία χειρογράφων με ιδιαίτερο εικαστικό ενδιαφέρον είναι τα μουσικά χειρόγραφα κυρίως από τον 18ο έως και τον 19ο αι. Κατά το πλείστον τα πρωτογράμματα εδώ είναι σχεδιασμένα με κόκκινο μελάνι και το όλο σχέδιο του γράμματος έχει γεμίσματα και προεκτάσεις με φυλλοφόρους κλάδους.
Οπως ήδη αναφέρθηκε, το θέμα των πρωτογραμμάτων από εικαστικής πλευράς είναι σπουδαίο και ακόμη ανεξερεύνητο στις πλήρεις διαστάσεις του, οπότε υπάρχει ευρύτατο πεδίο έρευνας, έμπνευσης και αναπαραγωγής ή μετασχηματισμών.
Για μια πλούσια ενημέρωση για το θέμα αυτό μπορεί κανείς να ανατρέξει στην έκδοση του Σωτ. Καδά, «Θησαυροί του Αγίου Ορους: Εικονογραφημένα Χειρόγραφα» της Εκδοτικής Αθηνών και στον «Κατάλογο μικρογραφιών Βυζαντινών Χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος», Ακαδημία Αθηνών, των Αννας Μαράβα-Χατζηνικολάου και Χριστίνας Τουφεξή-Πάσχου.
* Φιλόλογος-παλαιογράφος, επίτιμος δρ του ΔΠΘ
