Θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ένα ωραίο παραμύθι – δεν είναι. Είναι απολύτως αληθινή (μη αληθοφανής μεν, αληθινότατη δε) ιστορία. Θα μπορούσε να γίνει ταινία, μάλιστα εξαιρετική για βωβό σινεμά – κακώς δεν έχει γίνει ακόμα. Θα μπορούσε να γίνει βιβλίο – έγινε. Δύο βιβλία μάλιστα. Θα μπορούσε να γίνει θεατρικό: Εγινε. Για τρία χρόνια το έργο «Αγωνία ιερή/upward panic – Εύα Palmer Σικελιανού», σε σύλληψη και ερμηνεία Ελένης Νιωτάκη, δραματουργία και σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Αβράμη, παρουσιάστηκε σε αρχαιολογικούς χώρους και σε θέατρα ανά την Ελλάδα και στο εξωτερικό και τώρα, για οκτώ μόνο παραστάσεις, μόλις ανέβηκε στο θέατρο ΕΛΕΡ.
Είναι ένα έργο-μαρτυρία… το υπέροχο είναι πως δεν μαθαίνουμε μόνο την ιστορία της Εύας Πάλμερ, αλλά άγνωστες πτυχές (εξαιρετικά ενδιαφέρουσες) γύρω από την ίδια τη γυναίκα ως ταυτοτικό ον. Μέσα από τα όσα δεν ξέρουμε για τη μοναδική αυτή γυναίκα, που από τα πλούτη έγινε υφάντρα στην Ελλάδα και στήριξε όχι μόνο τον άντρα που αγαπούσε, τον Αγγελο Σικελιανό, αλλά και την ίδια τη χώρα του (η ίδια είχε μιλήσει στον Ρούσβελτ, παρακαλώντας τον να αναγνωρίσει την Κυβέρνηση του Βουνού, δίχως αποτέλεσμα φυσικά – αλλά το έκανε!), μέσα από την ιστορία της για την οποία ελάχιστα γνωρίζουμε, η παράσταση φανερώνει το τι σημαίνει να είσαι γυναίκα, να μάχεσαι γι’ αυτό που είσαι, πέρα από τα πρέπει και τα θέλω όλων των άλλων, κυρίως ανδρών.
Η «Αγωνία Ιερή» έχει τη γενναιότητα να μην αγιοποιεί την ηρωίδα της. Αντιθέτως, αναδεικνύει την επικίνδυνη πλευρά του απόλυτου ιδανισμού: τη μοναξιά, την ακαμψία, την απόσταση από την πραγματικότητα. Η Εύα Πάλμερ παρουσιάζεται ως μορφή βαθιά αντιφατική – και ακριβώς γι’ αυτό σύγχρονη. Σε μια εποχή που η τέχνη συχνά εξαντλείται στη διαχείριση εντυπώσεων, η μορφή της έρχεται να υπενθυμίσει τι σημαίνει να πιστεύεις σε κάτι μέχρι τέλους, ακόμη κι αν το τέλος είναι οδυνηρό. Και όλα αυτά, εξιστορώντας περίτεχνα (μέσα από χιούμορ, εξαιρετικό χιούμορ, πρόζα, αλλά και τη συμμετοχή επί σκηνής της ξεχωριστής μουσικού, συνθέτριας και ερμηνεύτριας κλασικού τραγουδιού Δέσποινας Γεώργα) την αλήθεια γύρω από την Εύα Πάλμερ, μια γυναίκα που τόλμησε να ζήσει όπως πίστευε, που δεν αναβίωσε μόνο το παρελθόν, οργανώνοντας και χρηματοδοτώντας τις Δελφικές Εορτές, αλλά έζησε μια ζωή κόντρα ακόμα και στο μέλλον και σίγουρα στην εποχή της, ακολουθώντας μέχρι τέλους το παράτολμο όραμά της. «Βρισκόταν σε διαρκή αναζήτηση» μας λέει η Ελένη Νιωτάκη που την υποδύεται. «Υπήρξε πρωτοπόρος ως προς την αγωνιστικότητά της και υποταγμένη ως προς τα όνειρά της. Πέρα από την ανάγκη της να ενώσει τα θραύσματα που χάνονται στον χρόνο του παρελθόντος κόσμου, δεν έχασε την επαφή της και με την κατεπείγουσα πραγματικότητα της εποχής της, και αυτό την κάνει σημερινή σε κάθε εποχή».
«Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της ήταν ο εαυτός της» μας λέει ο σκηνοθέτης, ένα νέο, πολύ ταλαντούχο και πολύ μορφωμένο παιδί, ο Κωνσταντίνος Αβράμης, μιλώντας για την Πάλμερ. «Οσες χορογραφίες, όσα αγγεία κι αν μελέτησε, όλη η βυζαντινή μουσική -για την ηχογράφηση και την καταγραφή της οποίας ευθύνεται εκείνη, αλλιώς δεν θα είχαμε τίποτα σήμερα- και όλοι οι αργαλειοί της δεν ύφαναν εν τέλει παρά ένα πράγμα: την ιέρεια των Δελφών, την ίδια την Εύα. Αυτό δεν είναι όσο κενό ή ματαιόδοξο ηχεί. Ποτέ δεν αυτοπροβλήθηκε. Οπως οι σπουδαίοι άνθρωποι, αντί να διδάξει, επέλεξε να σμιλέψει τον εαυτό της σε ένα παράδειγμα αυτού που ήθελε να δει στον κόσμο. Εδώ είναι που η αγωνία της Εύας ανάγεται σε κάτι “ιερό”, όπως το γράφουν, από εντελώς αντίθετες τροχιές, ο Θανάσης Τριαρίδης και ο Δημήτρης Δημητριάδης: ιερός είναι ο πόνος των ανθρώπων, η σάρκα, το αίμα, το σπέρμα αβοήθητων, έρημων ανθρώπων. Αντί αυτοβιογραφίας, η Εύα έγραψε τη βιογραφία μιας ιδέας, θεωρώντας πως σε αυτήν αφιέρωσε όλη της τη ζωή και, άρα, πως η ιστορία της ιδέας είναι η ιστορία της ίδιας. Την ιδέα αυτή την ονόμασε “upward panic”. Γι’ αυτό το “panic” έχει σπαταληθεί πολύ μελάνι και ακόμα περισσότερο σάλιο. Δεν είναι ένας κατασταλτικός “πανικός”· τουναντίον, είναι μια εκστατική αγωνία που εμπνέεται και σύμφωνα με την ετυμολογική καταγωγή από τον θεό Πάνα.
»Οταν μια γυναίκα θυσιάζει τον χρόνο, τον κόπο, τη γλώσσα, την ταυτότητά της στον βωμό της ειρήνευσης και της πολιτισμικής απο-αποικιοποίησης, ο αγώνας της δεν είναι ιδιοτελής, δεν είναι απλώς “μη κερδοσκοπικός” ή “κοινωφελής”. Η παράστασή μας διέρχεται μέσα από τα διάφορα νήματα της ζωής της για να τα συνθέσει όλα στη στιγμή των Δελφικών Εορτών, στη διεκδίκηση της μίας και μόνης συλλογικής συγκίνησης. Αυτό είναι το σημείο της παράστασής μας όπου φωνή και σώμα, κοινό και λόγος γίνονται ένα· η Εύα ανοίγει τη δόνηση από την ορχήστρα του θεάτρου προς το κοίλον και, για πρώτη φορά, αναζητά μια πρωταρχική ενότητα. Το πέτυχε; Το πετυχαίνουμε;».
Θέλουμε να του πούμε «ναι». Αντ’ αυτού ρωτάμε την Ελένη Νιωτάκη: Αν το έργο είναι μια κραυγή, σε ποιον απευθύνεται; «Στο βαθύτερο σημείο του θυμικού μας» είναι η απάντησή της. Και η αλήθεια της παράστασης.
ℹ️ Για λίγες μόνο παραστάσεις, κάθε Δευτ., Τρ., στις 21.00 στο θέατρο ΕΛΕΡ (Φρυνίχου 10, Πλάκα). Με αγγλικούς υπέρτιτλους. Εως 6/1/2026. Προπώληση: www.more.com
