Ο άγνωστος στρατιώτης κρυώνει κάτω απ’ το ψιλό χιονόνερο
Τάσος Λειβαδίτης, «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου»
«Οπου και να ταξιδέψω, η Ελλάδα με πληγώνει». Πολλές φορές ανεβαίνει στον νου μου ο στίχος αυτός του Γ. Σεφέρη. Μόνο που σήμερα δεν χρειάζεται να ταξιδέψει κανένας -είτε εντός είτε εκτός Ελλάδας- για να πληγωθεί. Φτάνει μια γρήγορη ανάγνωση της ειδησεογραφίας μιας ημέρας για να πλημμυρίσει η ψυχή του όχι μόνο με θλίψη, μα πιο πολύ με οργή. Αλλά τούτη η ανάγνωση μας πάει πιο πέρα: Δεν μας πληγώνει απλά η σημερινή Ελλάδα. Μας καταρρακώνει. Και φέρνει μέσα μας μιαν εξέγερση. Και σηκώνει μια διαδήλωση, που μας κάνει να θέλουμε να βγούμε στους δρόμους και να φωνάξουμε: Φύγετε επιτέλους. Αρκετά. Εγκληματείτε. Κάνατε σαν τα μούτρα σας την Ελλάδα. Δεν πάει άλλο. Δεν μπορεί να ’ναι αυτό η Ελλάδα. Δεν γίνεται να έχει καταντήσει ένα τσίρκο η Ελλάδα. Ενα κράτος στην κόψη του ξυραφιού, ένας λαός στην άκρη του γκρεμού. Θες να ουρλιάξεις, να βρίσεις, να σηκώσεις απ’ τις καρέκλες τον κόσμο και να τον βγάλεις στους δρόμους. Μέσα σ’ αυτή τη νοσηρή ατμόσφαιρα της σύγχυσης όπου επιχειρούν να μας μπλέξουν διαχέοντας παντού την ηττοπάθεια και τον συμβιβασμό, στρέφεις κλονισμένος το βλέμμα σου με τα δόντια σφιχτά στο «Σήμα κινδύνου» κι αισθάνεσαι πως άλλο πια δεν σου μένει παρά να τραβήξεις τη χειρολαβή και να φέρεις την αναστάτωση γύρω σου. Γιατί σε τρομάζει η εικόνα του «φιλήσυχου πολίτη» που, καρφωμένος στην καρέκλα του σαν τους αφελείς και ανυποψίαστους χαρτοπαίχτες, δεν παίρνει χαμπάρι τους κλέφτες που αρπάζουν πλάι του αδίσταχτα ό,τι βρίσκουν μπροστά τους.
Γεμίζει πληγές η Ελλάδα. Και πληγώνει βαθιά η ασθένειά της. Πληγώνει εκείνους που αληθινά την πονούν. Και δεν τους πληγώνουν αυτοί που την κυβερνούν. Αυτοί απλά τους εξοργίζουν. Μα τους πληγώνουν αυτοί που τους έδωσαν με την ψήφο τους την εξουσία να κάνουν ό,τι θέλουν, να μετατρέπουν το δίκαιο σε άδικο, να βαφτίζουν το άδικο δίκαιο και λογαριασμό πουθενά να μη δίνουν: ούτε στον νόμο ούτε στην ηθική. Πληγώνουν και αυτοί που -διασπώμενοι και ομφαλοσκοπούντες- τους επιτρέπουν να πιστεύουν πως το κράτος και τα ταμεία του είναι δικά τους και παρέχουν την άνεση στο αρχηγό τους να παραπέμπει με τον δικό του τρόπο σ’ εκείνη την παλιά και διάτρητη αυτοκρατορική πρόταση: «Το κράτος είμαι εγώ». Και βλέπουν τους φίλους του αρχηγού, τους αναίσχυντους και θρασύτατους, να την τρυγούν και να την ξεπουπουλιάζουν. Και να τη χώνουν βαθιά στην τσέπη τους πουλώντας τσαμπουκά κι από πάνω.
Κι έτσι, με την αίσθηση πως έχουν πια λυμένα τα χέρια τους, έχουν κάνει κλοτσοσκούφι τη χώρα. Παίζουν γενικώς με όλα τα θέματα που απασχολούν την ελληνική κοινωνία. Με πρώτη τους έγνοια και βασική τους προτεραιότητα την αρπαγή και τον γρήγορο πλουτισμό. Εξέλαβαν την πολιτική ως ένα παιχνίδι με κινούμενα σχέδια. Γι’ αυτό και κάποιοι από αυτούς φλυαρούν ασύστολα και ακατάσχετα σαν να τους αρέσει ν’ ακούν τη φωνή τους και σαν να ’χουν ξεχαστεί στα παιδικά τους χρόνια, όταν διάβαζαν πολύ εικονογραφημένα περιοδικά τύπου Lucky Luke και τους έμεινε. Δεν ξέρω ποιος φταίει πιο πολύ και ποιος πιο λίγο και επιστρέψαμε σε εποχές που κυριαρχούν δυναστείες και αυλές. Οπου συνωστίζονται πλήθος οι αυλικοί και οι αυλοκόλακες. Και αυτοί αγρυπνούν περιφερόμενοι λιβανίζοντας και προφητεύοντας λιμούς, σεισμούς και καταποντισμούς, για να κρατούν τον ημιθανή σουλτάνο ημιζώντανο, μπας και προλάβουν να κάνουν καλά τις δουλειές τους. Παρακολουθώντας τις ακρότητές τους, θαρρείς πως οι άνθρωποι αυτοί φαντασιώνονται ασύστολα και αντιγράφουν τους ήρωες των παιχνιδιών τους. Και το χειρότερο: ανασύρουν και αποθεώνουν τη ρωμαϊκή εποχή. Πολλοί Ρωμαίοι αυτοκράτορες, τον καιρό της παρακμής και της πτώσης, είχαν το βίτσιο να συνοδεύουν το όνομά τους με βαρύγδουπους τίτλους: Μεγαλοπρεπής, Μειλίχιος, Ευσεβέστατος, Μέγιστος, Αριστος, Διόνυσος, Ηρακλής… Και επιμένουν οι νυν αυτοκρατορικοί, μέσα στη θολούρα τους και την οίησή τους, να πείσουν τον λαό πως, επειδή αυτοί -μεγαλοπρεπείς, άριστοι και συναφείς- περνούν καλά, έτσι καλά περνάει κι αυτός, απλά δεν το καταλαβαίνει!
Οι ποικίλες αυτές γραφικότητες έχουν βέβαια τον σκοπό τους. Από τη μια παραμυθιάζουν τον κόσμο και τον αποχαυνώνουν. Κι από την άλλη, οι παραμυθάδες νέμονται με μαεστρία τα κονδύλια και τακτοποιούν τους προσωπικούς τους λογαριασμούς, αφήνοντας την κοινωνία να ονειρεύεται άρτον και θεάματα και να κυριαρχείται από άγρια ένστικτα σε βάρος της δημοκρατίας και του κοινοβουλευτισμού. Και απ’ την απέναντι όχθη ηγετίσκοι και ηγέτες συνομιλούν με τον εαυτό τους και τον δικό τους θεό αναζητώντας ακόμη απάντηση στο ερώτημα αν το Αγιο Πνεύμα εκπορεύεται και εκ του Υιού!
*Φιλόλογος, συγγραφέας
