Μαζική ήταν η συμμετοχή στην προχθεσινή εκδήλωση στην ΑΣΟΕΕ για τη «Β’ Πανελλαδική» – παρόλο που η εκδήλωση-συζήτηση τελείωσε κατά κάποιον τρόπο εσπευσμένα για έναν σημαντικό λόγο που δεν έχει ακόμη ευρέως συνειδητοποιηθεί.* Την εκδήλωση διοργάνωσε η οργάνωση Αναμέτρηση και στο πάνελ συμμετείχαν η Τόνια Κατερίνη, ο Αντώνης Μαούνης, ο Γιάννης Μηλιός και ο Αντώνης Νταβανέλος.
Τι σκαλίζουμε τώρα παλιές ιστορίες, θα αναρωτηθεί κανείς… Οι διοργανωτές με το Δελτίο Τύπου για την εκδήλωση και οι ομιλητές στην εκδήλωση είχαν κάποιες απαντήσεις σε αυτό – αλλά προφανώς όχι σε όλα τα πιθανά ερωτήματα.
Ειπώθηκε ότι η διάσπαση στη Νεολαία του ΚΚΕεσ. το 1978 και η δημιουργία της Β’ Πανελλαδικής ήταν η πιο ώριμη εκδήλωση μιας μακράς εσωκομματικής διεργασίας δημιουργίας αριστερής τάσης, η οποία ξεκινώντας από τα «αυτονόητα» της διάσπασης του ΚΚΕ το 1968 (χαρακτήρας των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού και σχέση με το σοβιετικό «κέντρο»), ωρίμασε πολιτικοϊδεολογικά ως το σημείο με τη Β’ Πανελλαδική να βάλει ζητήματα για τον χαρακτήρα της Μεταπολίτευσης ως διαδικασίας αστικού εκσυγχρονισμού και ανασυγκρότησης και να φέρει τις προβληματικές του ύστερου Μάη στο κίνημα της ελληνικής νεολαίας.
Η συμβολή της στο μεγάλο πολιτικό γεγονός των καταλήψεων του 1979 στα πανεπιστήμια, όταν ένα μαζικό φοιτητικό κίνημα κατάργησε ψηφισμένο νόμο του κράτους (τον 815 της Δεξιάς), υπήρξε σημαντική και αδιαμφισβήτητη. Η Β’ Πανελλαδική, πραγματοποιώντας τη ρήξη με τη συντηρητική πολιτική του ΚΚΕεσ. απέναντι στον νόμο 815, διεύρυνε τα πολιτικά όρια του «μπλοκ των καταλήψεων» πέρα από τις οργανώσεις της παραδοσιακής εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς της πρώιμης Μεταπολίτευσης, αλλά επίσης και τα ιδεολογικοπολιτικά όρια του νεολαίστικου κινήματος, εισάγοντας τη θεματολογία του ύστερου Μάη σε αντίθεση με τα συντηρητικά ιδελογικοπολιτικά πρότυπα των τελευταίων. Εν τέλει λειτούργησε σαν αμφίπλευρος ιδεολογικοπολιτικός καταλύτης, τόσο προς την πλευρά της παραδοσιακής εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς όσο και προς την πλευρά των μαζικών νεολαιών του ΠΑΣΟΚ και της κοινοβουλευτικής αριστεράς.
Η σύντομη περίοδος δράσης της (1978-1981) και η αυτοδιάλυσή της ανέδειξε τον χαρακτήρα της σαν καταλύτη: ήταν επιδραστική στην «αντίδραση» (τη μετατόπιση αριστερών τάσεων και τμημάτων της ελληνικής αριστεράς, κυρίως της εξωκοινοβουλευτικής αλλά όχι μόνο, στο ιδεολογικοπολιτικό φάσμα του ύστερου Μάη, που αποβλήθηκε με την ολοκλήρωση της «αντίδρασης». Στα επόμενα χρόνια, στελέχη της ανέλαβαν σημαντικές εκδοτικές προσπάθειες, που άφησαν επίσης το στίγμα τους στα χρόνια μετά το 1980: την έκδοση του πολιτικού περιοδικού «Σχολιαστής» και του θεωρητικού περιοδικού «Θέσεις».
Τα μνημόσυνα σαν παρηγορητική διαδικασία επανοικειοποίησης της μνήμης του νεκρού μικρή σημασία έχουν στην πολιτική. Το ζήτημα είναι πάντα τι διδασκόμαστε από τις παλιές απόπειρες και εμπειρίες. Με αυτό το κριτήριο, λοιπόν, λίγες και πολύ αδρές σκέψεις:
- Η γέννηση της Β’ Πανελλαδικής συμπίπτει με το δεύτερο «κύμα» αμφισβήτησης των πολιτικών συντεταγμένων της πρώιμης, πριν το 1980, μεταπολίτευσης: το κίνημα των φοιτητικών καταλήψεων του 1979. Το πρώτο κύμα ήταν οι σκληροί εργατικοί αγώνες της περιόδου 1975-77, μέσα από μαχητικά εργοστασιακά σωματεία βάσης. Ήταν οι μόνες σημαντικές απόπειρες να διεκδικηθεί ένα άλλο περιεχόμενο της Μεταπολίτευσης, στη συνέχεια του «νοήματος» της εξέγερσης του Πολυτεχνείου κι όχι του αστικού εκσυγχρονισμού με φιλολαϊκές και δημοκρατικές «αντιπαροχές» από τη Δεξιά και το ΠΑΣΟΚ. Αμφότερα τα «κύματα» αυτά αποδείχθηκαν, ως προς την εμβέλειά τους σημαντικές εκλάμψεις: η διάταξη των πολιτικών δυνάμεων στο πλαίσιο του αστικού εκσυγχρονισμού, όπου η Δεξιά επένδυε και πίεζε για την κρατική ανασυγκρότηση στην εκδοχή μιας πειθαρχημένης ευρωπαϊκής δημοκρατίας και η κοινοβουλευτική Αριστερά ζητούσε περισσότερο εκδημοκρατισμό και δικαιώματα, ισοδυναμούσε με ένα αδιαπέραστο φράγμα, που δεν επέτρεπε σε αυτά τα «κύματα» να δημιουργήσουν ευρύτερες δυναμικές. Το Πολυτεχνείο του ’80, με τη δολοφονία των Κουμή – Κανελλοπούλου, την επαίσχυντη στάση του ΠΑΣΟΚ («ήπιο κλίμα») ήταν η απόδειξη ότι τα μεγάλα «λουκέτα» της Μεταπολίτευσης έμεναν απαραβίαστα.
- Η πιο δύσκολη πολιτική άσκηση είναι πάντα να δεις την πολύ μεγάλη εικόνα και τη θέση σου μέσα σε αυτήν. Λόγω της χούντας των συνταγματαρχών η Ελλάδα δεν έζησε τον δικό της Μάη του ’68, η ελληνική αριστερά και η ελληνική νεολαία το ίδιο. Δεν έζησε τον Μάη σαν μαζικό εξεγερσιακό γεγονός μεγάλης κοινωνικής κλίμακας. Ο δικός μας Μάης, ενταγμένος σε εντελώς διαφορετικές ιδεολογικοπολιτικές συντεταγμένες, ήταν η εξέγερση του Πολυτεχνείου. Δεν ήταν όμως μια εξέγερση ενάντια στον ώριμο μεταπολεμικό αστισμό και τις συνέπειες της εξάντλησης του μεταπολεμικού οικονομικού θαύματος, αλλά ενάντια στον καταργημένο κοινοβουλευτισμό και τα εγκλήματα της ελληνικής άκρας δεξιάς και του κράτους των δωσιλόγων και των χουνταίων. Σε αυτό το πλαίσιο, η ιδεολογικοπολιτική κεντρομόλος της Αντίστασης, του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ και του εμφυλίου ήταν καταλυτική και, ταυτόχρονα, ριζοσπαστική και αποπροσανατολιστική.
- Μένοντας στην ίδια πολιτική άσκηση, της κατανόησης της πολύ μεγάλης εικόνας, ήταν ακόμη πιο δύσκολο να αναγνωσθεί ότι ο παγκόσμιος Μάης είχε ήδη ηττηθεί ενώ εμείς ζούσαμε την πρώιμη Μεταπολίτευση και ήδη στα ’78-’79 η ήττα είχε αρχίσει να παράγει εκφυλιστικά αποτελέσματα και «συμπτώματα». Περαιτέρω, αν η ήττα του Μάη ήταν η μία πλευρά, η άλλη ήταν η άνοδος του νεοφιλευθερισμού ως το σημείο να μετατραπεί σε διεθνές ηγεμονικό ρεύμα. Η πτώση των καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού», που έμελλε να κάνει την ανοδική δυναμική του νεοφιλελευθερισμού σαρωτικά ηγεμονική ήταν πολύ κοντά, αλλά ποιος μπορούσε να την εκτιμήσει; Ενώ η ελληνική φοιτητική νεολαία ζούσε τη μέθη των καταλήψεων και το ΠΑΣΟΚ ερχόταν με φόρα, το διεθνές καθοδικό κύμα έχτιζε τη δυναμική του…
- Κάποιος κακεντρεχής θα έλεγε ότι η Β’ Πανελλαδική έκανε μια διάσπαση, έλαμψε σαν διάττων αστήρ για τρία χρόνια και αυτοδιαλύθηκε χωρίς να διανοηθεί καν να θέσει ένα στοίχημα (ανα)συγκρότησης. Μια τέτοια κριτική θα ήταν άδικη και ισοπεδωτική. Οι ηγεσίες των κοινοβουλευτικών κομμάτων της Αριστεράς (και όχι μόνο αυτών…) έχουν μακρά εμπειρία στο πώς να κάνουν τις διασπάσεις αναπόφευκτες ή και ζήτημα συλλογικής αξιοπρέπειας όταν προκύπτει σοβαρή διαφωνία στις γραμμές τους (με την περιθωριοποίηση και συκοφάντηση διαφωνούντων, τη φραξιολογία, τους αποκλεισμούς και τελικά των εξώθηση). Ευτύχησε όμως να βγει στο φως σε μια παραγωγική στο χώρο της νεολαίας συγκυρία – και η θετική της συνεισφορά είναι αδιαμφισβήτητη. Όσο για τον στόχο της (ανα)συγκρότησης, η εποχή ήταν πολύ άγονη – είχε αρχίσει το μακρύ καθοδικό κύμα. Πέρα από αυτό όμως, η συγκρότηση είναι σκληρό πράγμα, που απαιτούσε νέα θεωρητική και οργανωτική πειθαρχία και νέα στρατηγική ταυτότητα. Ήταν πολύ βαριά καθήκοντα, σε πολύ «θολό» ιστορικό περιβάλλον.
Δέκα χρόνια αργότερα, μια άλλη επιβεβλημένη διάσπαση, αυτή τη φορά στη νεολαία του ΚΚΕ, την ΚΝΕ, με τη δημιουργία του Νέου Αριστερού Ρεύματος, ήρθε πάνω στο σημείο της πτώσης των καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού», σε μια συγκυρία που τέθηκαν για την Αριστερά υπαρξιακά ερωτήματα.
Σήμερα, μερικές δεκαετίες ύστερα από αυτά τα γεγονότα, σε ένα τοπίο πολύ πιο σκληρό για την Αριστερά, το αίτημα είναι περισσότερο και από υπαρξιακό: χρειαζόμαστε (ανα)συγκρότηση, θεωρητική και οργανωτική πειθαρχία και στρατηγική ταυτότητα. Η Ιστορία έχει αποδείξει επαρκλώς ότι αν δεν είμαστε ικανοί νγια τα μεγάλα, δεν είμαστε ικανοί ούτε για τα μικρά.
Όπως δεν δικαιώνονται όλες οι διασπάσεις, έτσι δεν δικαιώνονται και όλες οι ενότητες (εντός ή εκτός εισαγωγικών). Κι αν ο τίτλος της προχθεσινής εκδήλωσης ήταν υπερβολικά αυτοεγκωμιαστικός («Η νεολαία που δεν κατάφερε να αλλάξει τον κόσμο, άλλαξε όμως την Αριστερά»), η στρατηγική αναζήτηση που ώριμο τέκνο της ήταν η Β’ Πανελλαδική, μένει να δικαιωθεί όχι σαν επίτευγμα του συγκεκριμένου ρεύματος, αλλά σαν επίτευγμα της αντικαπιταλιστικής αριστεράς στα τέλη του πρώτου τετάρτου του νέου αιώνα.
*Στο πλαίσιο της απόπειρας πλήρους πειθάρχησης των πανεπιστημίων και δημιουργίας «υγειονομικής ζώνης» ενάντια σε κάθε μορφή συνδικαλιστικής ή πολιτικής δραστηριότητας, ακόμη και απλής χρήσης πανεπιστημιακών αιθουσών για εκδηλώσεις, η διοίκηση της ΑΣΟΕ κλείνει το ίδρυμα την 9η βραδινή, καθιστώντας προσωπικά υπεύθυνους τους φύλακες αν ξεπεραστεί αυτό το χρονικό όριο. Ήδη τα πειθαρχικά κάθε είδους κάνουν θραύση στα πανεπιστήμια, κατά φοιτητών/τριών για συμμετοχή σε φοιτητικές καταλήψεις, αλλά και κατά… κοσμητόρων για αμέλεια στην εκπλήρωση των πειθαρχικών τους καθηκόντων, ενώ η εισβολή των δυνάμεων καταστολής στους πανεπιστημιακούς χώρους ύστερα από πρσόκληση πρυτανικών αρχών και οι συλλήψεις φοιτητών/τριών επειδή υλοποιούν αποφάσεις των Γενικών τους Συνελεύσεων για κατάληψη άρχισε να κανονικοποιείται.
