ΡΩΜΗ
Η υπόθεση του Γκαμπριέλε Νουντσιάτι συνέβαλε σημαντικά στο να μπορέσει να ξεκινήσει μια ειλικρινής συζήτηση για το πού βαδίζει σήμερα η ευρωπαϊκή δημοσιογραφία. Πρόκειται για τον νεαρό Ιταλό ανταποκριτή από τις Βρυξέλλες, ο οποίος πριν από λίγες ημέρες έχασε τη δουλειά του επειδή απηύθυνε στην Κομισιόν ερώτηση την οποία οι εργοδότες του έκριναν «μη πρέπουσα». Ρώτησε αν θα έπρεπε -όπως απαιτείται από τη Ρωσία για την Ουκρανία- να πληρώσει και το Ισραήλ για την ανοικοδόμηση της Γάζας.
Η εκπρόσωπος της Επιτροπής έκρινε την ερώτηση «ενδιαφέρουσα», αλλά πρόσθεσε ότι δεν διαθέτει απάντηση. Και ο δημοσιογράφος ειδοποιήθηκε ότι η συνεργασία του με το ιταλικό πρακτορείο ειδήσεων Nova διακόπτεται.
To πρακτορείο απάντησε στις αντιδράσεις έμπρακτης αλληλεγγύης προς τον Νουντσιάτι, λέγοντας ότι «η ερώτηση ήταν λανθασμένη» και ότι «τους έβαλε σε δύσκολη θέση». Πρόσθεσε, δε, ότι δεν μπορεί να γίνει παραλληλισμός ανάμεσα στην Ουκρανία και στη Γάζα, διότι η Ρωσία ευθύνεται για επίθεση κατά του Κιέβου, ενώ το Ισραήλ δέχθηκε επίθεση από τη Χαμάς. Η Διεθνής Ενωση Τύπου, όμως, εξέφρασε τη βαθιά της ανησυχία για την απόλυση.
Ειρωνεία της τύχης: ακριβώς κατά τη διάρκεια επίσκεψής του στις Βρυξέλλες, πριν από τρεις εβδομάδες, ο Ιταλός πρόεδρος της Δημοκρατίας, Σέρτζιο Ματαρέλα, είχε δηλώσει ότι «η δημοσιογραφία λειτουργεί ως απαραίτητο οχυρό υπέρ της δημοκρατικής ζωής». Με τον τρόπο αυτό, καταδίκασε την επίθεση με έκρηξη βόμβας μπροστά στο σπίτι του δημοσιογράφου της RAI, Σιγκφρίντο Ρανούτσι. Ενα ξεκάθαρο μήνυμα εκφοβισμού το οποίο φέρει, όπως φαίνεται, την υπογραφή του οργανωμένου εγκλήματος.
Στην περίπτωση του Νουντσιάτι, το πρόβλημα δεν είναι οι βόμβες, αλλά η λογοκρισία και η ολοένα και αυξανόμενη υποκρισία. Επί σειρά μηνών, ο ιταλικός Τύπος υποβάθμισε τη σημασία των όσων συνέβαιναν στη Λωρίδα της Γάζας. Η κάλυψη των γεγονότων γινόταν, φυσικά, από την Ιερουσαλήμ, με κύριο βάρος στις θέσεις της ισραηλινής πλευράς.
Οι ειδήσεις για την τραγική έλλειψη φαγητού, για τη σχεδόν ισοπεδωμένη Λωρίδα και για την ανθρωπιστική καταστροφή που επιτελέστηκε άρχισαν να μεταδίδονται λεπτομερώς μόνον τους τελευταίους μήνες, όταν σχεδόν κανείς πλέον δεν μπορούσε να συνεχίσει να προσποιείται ότι «δεν γνώριζε». Και τώρα ακόμη, σε μια φάση που τα πάντα συνεχίζουν να είναι αβέβαια, η πληροφόρηση για τη Γάζα και τη Δυτική Οχθη συνεχίζει να είναι αποσπασματική.
Με την ερώτησή του, ο Νουντσιάτι διεκδίκησε το δικαίωμα στην ελευθερία συνείδησης του δημοσιογράφου και υπενθύμισε σε όλους μας ότι δεν υπάρχουν «λανθασμένες ερωτήσεις».
Ο Ιταλός ανταποκριτής απ’ ό,τι φαίνεται θα ξαναβρεί δουλειά, αφού χάρη στον θόρυβο που δημιουργήθηκε αρκετοί συνάδελφοι, με χρόνια εμπειρίας στην πλάτη τους, του πρότειναν να συνεργαστεί μαζί τους σε εφημερίδες και τηλεοπτικά κανάλια.
Το κύριο πρόβλημα, όμως, είναι πού βαδίζει η δημοσιογραφία. Αν πρέπει να δεχθούμε, χωρίς περιθώρια αντίδρασης, ότι οι συνεντεύξεις Τύπου με πραγματικά ελεύθερη πρόσβαση θα συνεχίσουν να μειώνονται και ότι όποιος τολμά να κάνει μη αρεστές ερωτήσεις μπορεί να χάσει τη δουλειά του. Πρόκειται σίγουρα για ευθύνη όλων μας, με έναν κύριο στόχο: να δώσουμε μάχη για να συνεχίσουν να υπάρχουν λόγος και αντίλογος και αμφισβήτηση της mainstream εκδοχής και για να επιβιώσουν, για πολύ καιρό ακόμη, και οι άβολες ερωτήσεις.
