ΡΩΜΗ
Η σύγκρουση με τη Δικαιοσύνη είχε ξεκινήσει πριν από τριάντα χρόνια, με την πρώτη κυβέρνηση Μπερλουσκόνι και συνεχίζεται σήμερα με πρωθυπουργό την Τζόρτζια Μελόνι. Το Κοινοβούλιο της Ρώμης, έπειτα από τέσσερις ξεχωριστές ψηφοφορίες, ενέκρινε τη μεταρρύθμιση του δικαστικού συστήματος, με στόχο την τροποποίηση νόμων και κανόνων που αποτελούν μέρος του Συντάγματος. Η σημαντικότερη αλλαγή αφορά την κατάργηση της δυνατότητας που προσφέρεται στους δικαστές -στα πρώτα δέκα χρόνια της καριέρας τους- να αλλάζουν ρόλο και να αναλαμβάνουν καθήκοντα εισαγγελέα, όπως και το αντίστροφο.
Παράλληλα, θεσπίζεται ειδικό «πειθαρχικό δικαστήριο» το οποίο θα επιβάλλει κυρώσεις σε δικαστικούς που διαπράττουν ουσιαστικά λάθη κατά την επαγγελματική τους σταδιοδρομία και αποδυναμώνεται το δικαίωμα «αυτοδιακυβέρνησης» του δικαστικού κλάδου. Βάσει της μεταρρύθμισης Μελόνι, το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο (του οποίου προεδρεύει ο εκάστοτε πρόεδρος της Δημοκρατίας και κρίνει κύριας σημασίας ζητήματα, όπως τις μεταθέσεις και προαγωγές των δικαστικών) θα πρέπει να χωριστεί στα δύο: ένα συμβούλιο θα είναι αρμόδιο για τους δικαστές και το άλλο για τους εισαγγελείς.
Η όλη λογική της ιταλικής υπερσυντηρητικής κυβέρνησης είναι, προφανώς, ότι πρέπει «να σπάσει» η εγγύτητα εισαγγελέων και δικαστών, για να μην επηρεάζεται η έκβαση των διαφόρων υποθέσεων. Το ιταλικό Κοινοβούλιο, όμως, ενέκρινε τη συγκεκριμένη μεταρρύθμιση με λιγότερο από τα δύο τρίτα των ψήφων των βουλευτών και γερουσιαστών του. Κάτι που σημαίνει ότι, για να μπορέσει να τεθεί σε ισχύ, θα πρέπει να λάβει την έγκριση της πλειοψηφίας των πολιτών που θα πάρουν μέρος σε «επικυρωτικό δημοψήφισμα» το οποίο θα οργανωθεί -όπως φαίνεται, την ερχόμενη άνοιξη.
Κάτι που σημαίνει ότι έχουμε μπροστά μας ένα εξάμηνο έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης. Η Μελόνι έσπευσε να δηλώσει πως όποιο και να είναι το αποτέλεσμα της λαϊκής ετυμηγορίας, δεν πρόκειται να παραιτηθεί και ότι η κυβέρνηση θα κριθεί με τις βουλευτικές εκλογές του 2027. Ολοι οι στενότεροι συνεργάτες της -αρχίζοντας από τον υπουργό Δικαιοσύνης, Κάρλο Νόρντιο- είναι της άποψης ότι πρέπει να αποφευχθεί, με κάθε τρόπο, η ταύτιση του δημοψηφίσματος με ένα κάλεσμα για συνολική απόρριψη ή έγκριση του κυβερνητικού έργου.
Η αντιπολίτευση
Από τη μεριά του το μεγαλύτερο μέρος της αντιπολίτευσης τάσσεται κατά των αλλαγών και θεωρεί ότι η κυβέρνηση προσπαθεί να περιορίσει την αυτονομία του δικαστικού κλάδου και να εξασφαλίσει «πλήρεις εξουσίες». Αυτή είναι η θέση του κεντροαριστερού Δημοκρατικού Κόμματος, της Ιταλικής Αριστεράς και των Οικολόγων, όπως και του Κινήματος Πέντε Αστέρων. Σε ό,τι αφορά τις μικρότερες κεντρώες δυνάμεις, η Ζωντανή Ιταλία του Ματέο Ρέντσι διάλεξε την αποχή, ενώ το κόμμα Azione (Δράση) πρόκειται να συμπορευθεί με την κυβερνητική πλειοψηφία.
Η Φόρτσα Ιτάλια θα προσπαθήσει να συγκινήσει τους θιασώτες του μακαρίτη Σίλβιο Μπερλουσκόνι και να τους ζητήσει να στηρίξουν την όλη προσπάθεια, στο όνομα της σφοδρότατης κόντρας του «καβαλιέρε» με τη Δικαιοσύνη. Από την αντίπερα όχθη, δικαστές, καθηγητές πανεπιστημίου, δικηγόροι και μέλη της κοινωνίας των πολιτών δημιούργησαν ήδη την επιτροπή «Είναι σωστό να πούμε όχι». Οπως εξηγούν, «η μεταρρύθμιση αυτή δεν θα φέρει κανένα ουσιαστικό όφελος στους Ιταλούς και δεν θα μειώσει τη μέση διάρκεια της κάθε δίκης, αλλά πρόκειται μόνο να πλήξει τα δικαιώματα και τις εγγυήσεις που προστατεύουν τους πολίτες». Πρόεδρος της επιτροπής του «όχι» είναι ο γνωστός συνταγματολόγος και ποινικολόγος Ενρίκο Γκρόσο.
Δεν είναι εύκολο, πάντως, να γίνει μια πρόβλεψη σχετικά με το τελικό αποτέλεσμα: τον Αύγουστο, οι δημοσκοπήσεις έδειχναν ότι οι Ιταλοί που ήταν έτοιμοι εγκρίνουν τη μεταρρύθμιση της Δικαιοσύνης δεν ξεπερνούσαν το 50%. Τώρα, το τελευταίο γκάλοπ του ιδιωτικού καναλιού «La 7» ανεβάζει το ποσοστό αυτό στο 70%. Οι αναλυτές θεωρούν ότι μπορεί να πρόκειται για «πρόσκαιρο ενθουσιασμό» ο οποίος συνδέεται με το «πράσινο φως» του Κοινοβουλίου. Είναι σαφές, όμως, ότι και η καμπάνια των τηλεοράσεων του ομίλου Μπερλουσκόνι, με συνεχείς κριτικές σε δικαστές και εισαγγελείς έβαλε το λιθαράκι της. Και η έντασή της, φυσικά, τους επόμενους μήνες πρόκειται κάθε άλλο παρά να μειωθεί…
