Οι πρόσφατες πολιτικές της ελληνικής κυβέρνησης [τροπολογία για την αναστολή ασύλου, κατάργηση διάταξης για νομιμοποίηση, ποινικοποίηση του ασύλου, νομοσχέδιο για την παράνομη μετανάστευση1] καθώς και οι δηλώσεις του υπουργού Μετανάστευσης Θ. Πλεύρη [φυλακή ή επιστροφή2, περικοπή της οικονομικής βοήθειας των προσφύγων3, έλεγχος του μητρώου ΜΚΟ] ήγειραν σωρεία αντιδράσεων και αντιμετωπίστηκαν ως στροφή σε σκληρές αντιμεταναστευτικές πολιτικές. Ωστόσο η συζήτηση αυτή θα πρέπει να λάβει υπόψη της και τις ευρωπαϊκές πολιτικές για το άσυλο και τη μετανάστευση, για να μπορέσουμε να καταλάβουμε το μέγεθος και το είδος της στροφής.
Η ανθεκτικότητα
Από το 2020 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει δηλώσει ότι στόχος της είναι να καταστήσει την Ευρώπη και τα κράτη-μέλη της ανθεκτικά, ώστε να μπορούν να διαχειρίζονται με επιτυχία κάθε είδους «μεταναστευτική κρίση»4. Ταυτόχρονα η Ε.Ε. αναγνωρίζει τις σημαντικές ελλείψεις εργατικού δυναμικού στις ευρωπαϊκές αγορές εργασίας, γι’ αυτό και αναγκάζεται να θεσπίσει νέες νόμιμες οδούς εισόδου των μεταναστών που θα συμβάλουν στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας της. Η ανταγωνιστικότητα και η ασφάλεια αποτελούν τους δύο πόλους της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής, η οποία αποτυπώνεται και στην πολιτική συμφωνία που επιτεύχθηκε το 2023 για το Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Ασυλο.
Πρόκειται για ένα κείμενο που απαρτίζεται από νομοθετικό πλαίσιο και εργαλεία για την αναθεώρηση της μεταναστευτικής/προσφυγικής πολιτικής της Ε.Ε. Αναπαράγει με νέους όρους τη διαχείριση και την ταξινόμηση των μεταναστευτικών ροών και σκληραίνει το δίπολο μετανάστευση-άσυλο εντός της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής. Ο ένας πόλος της πολιτικής αφορά την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας της Ε.Ε. και αποτυπώνεται στην πολιτική της «νόμιμης μετανάστευσης».
Αφορά σκληρή εργασιοκεντρική πολιτική που στοχεύει αφενός στην πρόσβαση και στον έλεγχο της μεταναστευτικής εργατικής δύναμης και αφετέρου στην ταξινόμηση του μεταναστευτικού εργατικού δυναμικού με βάση τις δεξιότητές του και τον καταμερισμό του στις ευρωπαϊκές αγορές εργασίας με τη χρήση πλατφόρμας – talent pool στην υπηρεσία της ευρωπαϊκής εργοδοσίας.
Η νέα εργασιοκεντρική πολιτική που ακολουθεί η Ε.Ε. αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στην αναθεώρηση της Οδηγίας για την ενιαία άδεια διαμονής των πολιτών τρίτων χωρών που εισέρχονται με σκοπό την εργασία στα κράτη-μέλη της Ενωσης. Εισάγεται η κατάσταση της ανεργίας ως προϋπόθεση διαμονής, αφού επιτρέπει διαστήματα ανεργίας από 3 έως 6 μήνες, ανάλογα με τη διάρκεια της άδειας διαμονής του κατόχου της, προκειμένου να παραμείνει νόμιμα στα κράτη-μέλη. Ετσι η οικονομία και οι αγορές εργασίας καθίστανται οι αποκλειστικοί οργανωτές των μεταναστευτικών ροών και αυτή η οργανωτική δύναμη της οικονομίας συμπυκνώνεται στις ευρωπαϊκές μεταναστευτικές πολιτικές.
Η εφεύρεση
Ο άλλος πόλος αφορά την «παράνομη μετανάστευση», η οποία στην πράξη ταυτίζεται με τις προσφυγικές ροές. Οπως ρητά αναφέρεται, η ανθεκτικότητα της Ε.Ε. αφορά ισχυρή διακυβέρνηση των πολιτικών για τα σύνορα ως απάντηση στον κίνδυνο καταστάσεων κρίσης. Οι προσφυγικές ροές που έλαβαν χώρα το 2015 μετατόπισαν την Ε.Ε., ήδη από το 2020, προς τα ακροδεξιά.
Η εφεύρεση της έννοιας της «συνοριακής κρίσης» αποτελεί χαρακτηριστική εκδήλωση αυτής της στροφής. Ως εκ τούτου κατασκευάστηκε ένα πολεμικό κλίμα μέσα στο οποίο οι προσφυγικές/μεταναστευτικές ροές αντιμετωπίζονται σαν «υβριδική απειλή» για την εθνική κυριαρχία και την ασφάλεια στην Ευρώπη. Παρεπόμενο αυτού του κλίματος είναι η αναθεώρηση του συστήματος ασύλου της Ε.Ε. και εν τέλει η αμφισβήτηση της ίδιας της Συνθήκης της Γενεύης.
Για τις πολιτικές αποκλεισμού του προσφυγικού πληθυσμού χρειάστηκε να αναθεωρηθούν πέντε νομοθετικές πράξεις της Ε.Ε.5 οι οποίες απαρτίζουν το σύμφωνο για τη μετανάστευση και το άσυλο και δημιουργούν μια νέα «επιχειρησιακή πραγματικότητα». Περιεχόμενό της αποτελεί η επιλογή και διαλογή των αιτούντων άσυλο στα σύνορα και ο έλεγχος των βιομετρικών στοιχείων αλλά και εικόνων των μεταναστών/προσφύγων.
Ακολούθως η υποχρεωτική ταχεία διαδικασία εξέτασης των αιτήσεων ασύλου στα εξωτερικά σύνορα της Ε.Ε., που θα ισχύει για μετανάστες που αποτελούν «κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια» και οι οποίοι θα κρατούνται σε εγκαταστάσεις στα σύνορα, και οι κανόνες για καταστάσεις εξαίρεσης που θα ενεργοποιηθούν όταν το σύστημα ασύλου απειλείται από ξαφνική και μαζική άφιξη προσφύγων ή από μια κατάσταση ανωτέρας βίας (π.χ. η πανδημία του COVID 19), δίνοντας τη δυνατότητα στα κράτη-μέλη να εφαρμόζουν αυστηρότερα μέτρα όπως η μεγαλύτερη περίοδος κράτησης.
Ο «εξευρωπαϊσμός» και η εναρμόνιση των μεταναστευτικών πολιτικών των κρατών-μελών της Ε.Ε. εντάσσονται πλέον σε ένα πλαίσιο όπου η οικονομία οργανώνει τη διαχείριση των πληθυσμιακών ροών και η ασφάλεια τις αποτρέπει. Εξω από τις αγορές εργασίας οι μεταναστευτικοί πληθυσμοί αντιμετωπίζονται ως «απειλή» και «κίνδυνο». Για τον σκοπό αυτό η ισχυρή διακυβέρνηση της Ε.Ε. για τη μετανάστευση και τα σύνορα απαιτεί τη λεγόμενη «no regret policy», για να είναι αποτελεσματική.
Η «εναρμόνιση»
Δεν θα πρέπει λοιπόν να μας ξαφνιάζει το γεγονός ότι η ελληνική κυβέρνηση εναρμονίζεται πλήρως με τα ως άνω. Ηδη από την αρχή της θητείας της πρώτης κυβέρνησης Μητσοτάκη, το 2019, εφαρμόζει σκληρή μεταναστευτική πολιτική. Η φύλαξη των συνόρων, η επιτάχυνση των διαδικασιών ασύλου, οι αυξημένες επιστροφές και τα κλειστά προαναχωρησιακά κέντρα6 εφαρμόστηκαν από τον πρώτο υπουργό Μετανάστευσης και Ασύλου της Ν.Δ., τον Ν. Μηταράκη, ο οποίος δήλωσε ότι «βάλαμε φραγμούς στην παράνομη μετανάστευση. Στόχος η στήριξη της νόμιμης μετανάστευσης»7.
Η πολιτική της ad hoc νομιμοποίησης των παράτυπα διαμενόντων μεταναστ(ρι)ών, που υλοποιήθηκε από τον πρώην υπουργό Δ. Καιρίδη, νομιμοποίηση η οποία για πρώτη φορά συνδέεται με την προσφορά εργασίας από τον εργοδότη, δεν αποτελεί χαλάρωση της σκληρής μεταναστευτικής πολιτικής της κυβέρνησης. Είναι η απάντηση της κυβέρνησης στις αυξημένες ελλείψεις σε εργατικό δυναμικό της ελληνικής αγοράς εργασίας, που εμφανίστηκαν στην μεταπανδημική περίοδο και παραμένουν έντονες σε κλάδους όπως η αγροτική οικονομία, οι κατασκευές, ο τουρισμός, η μεταποίηση και οι υπηρεσίες φροντίδας.
Η Ακροδεξιά
Τη συνέχεια αυτής της δήθεν «φιλελεύθερης» αλλά σκληρά εργασιοκεντρικής πολιτικής ανέλαβαν οι υπουργοί Μ. Βορίδης και Θ. Πλεύρης, οι εκφραστές της ακροδεξιάς πτέρυγας της Ν.Δ. Εμφανίζονται ως οι εκφραστές της «στροφής» της κυβερνητικής μεταναστευτικής πολιτικής, εντούτοις η σκληρή κυβερνητική αντιμεταναστευτική πολιτική ήταν προδιαγεγραμμένη.
Οι πρόσφατες νομοθετικές παρεμβάσεις, όπως ο χαρακτηρισμός της Τουρκίας ως «ασφαλούς χώρας», η κατάργηση της ρύθμισης για τη νομιμοποίηση μεταναστ(ρι)ών, οι δηλώσεις για επανεξέταση των παροχών και των επιδομάτων, ο έλεγχος των ΜΚΟ, η τρίμηνη αναστολή του ασύλου για άτομα που εισέρχονται «παράνομα» από τη Βόρεια Αφρική, μας υπενθυμίζουν ότι οι αντιμεταναστευτικές πολιτικές ασκούνται με συνέπεια και συνέχεια και είναι σε πλήρη εναρμόνιση με το ευρωπαϊκό πλαίσιο μεταναστευτικής πολιτικής. Ομως οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι η άσκηση αυτής της κυβερνητικής πολιτικής αντικειμενικά τοποθετεί την Ελλάδα πίσω από χώρες όπως η Ουγγαρία, η Τσεχία και η Πολωνία.
