Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής βιώνει εδώ και ενάμιση σχεδόν χρόνο συνθήκες διοικητικής κρίσης, η οποία πλέον παράγει εκφυλιστικά φαινόμενα. Ο πρύτανης Παναγιώτης Καλδής έχει χάσει την εμπιστοσύνη του ανώτατου διοικητικού οργάνου του ιδρύματος, του Συμβουλίου Διοίκησης (Σ.Δ.), έχει αναπτύξει «πολεμικές» σχέσεις με την πλειοψηφία του οργάνου και για να βρει στηρίγματα μετέρχεται ενεργειών οι οποίες, όπως θα φανεί σε όσα θα εκθέσουμε στη συνέχεια, ουδεμία σχέση έχουν με διαφάνεια, συλλογικότητα και θεσμική ευθύνη· αντίθετα, οδηγούν σε πλήρη εκφυλισμό τη διοικητική λειτουργία.

Ξεπερνώντας λοιπόν όλες τις «κόκκινες γραμμές», ο κ. Καλδής φέρεται να πιέζει φορτικά μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας να υπογράψουν δηλώσεις μετανοίας για τη θεσμική τους στάση όλο το προηγούμενο διάστημα, ώστε, ταπεινώνοντάς τους, να «αποκαταστήσει» το κύρος του!

Η «Εφ.Συν.» αποκαλύπτει κατ’ αποκλειστικότητα επιστολή του κ. Ξάνθου, αντιπρύτανη του ΠΑΔΑ, η οποία περιγράφει με «ανατριχιαστικές λεπτομέρειες» πώς ο πρύτανης Παναγιώτης Καλδής τον πίεσε αφόρητα να υπογράψει μια τέτοια «δήλωση μετανοίας».

Προς τιμήν του ο κ. Ξάνθος δεν ενέδωσε στις πιέσεις, οι οποίες μάλιστα ασκήθηκαν ενώ ζούσε μια σοβαρή περιπέτεια υγείας, επιδεικνύοντας σθένος και θεσμική ακεραιότητα – εξάλλου, ο κ. Καλδής απέτυχε παταγωδώς και σε όλες τις άλλες περιπτώσεις να εξασφαλίσει τέτοιες δηλώσεις.

Η μακρά διαδρομή της διοικητικής κρίσης στο ΠΑΔΑ

Η Εφημερίδα των Συντακτών δημοσιοποίησε επανειλημμένα ρεπορτάζ για τα ζητήματα που σχετίζονται με τη διοικητική κρίση στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής. Εδώ επιχειρούμε μια περιεκτική σύνοψη, περιλαμβάνοντας και τα πιο πρόσφατα γεγονότα.

Σημείο εκκίνησης της αντιπαράθεσης στο Σ.Δ. του ΠΑΔΑ αποτέλεσε η περίπτωση του ακινήτου στον Σκαραμαγκά, για το οποίο ο Πρύτανης κ. Καλδής επέμενε εμμονικά για περισσότερο από έναν χρόνο να αγοραστεί, παρά την αντικειμενική ακαταλληλότητά του λόγω παλαιότητας, έλλειψης πολεοδομικού φακέλου και μελέτης στατικής επάρκειας, με έτος κατασκευής περισσότερο του μισού αιώνα και συνεπώς χωρίς υπαγωγή στο σύγχρονο αντισεισμικό κανονισμό κ.λπ. και βεβαίως με πολύ υπερτιμημένη αξία (υπερδιπλάσια της αντικειμενικής).

Για τους λόγους αυτούς, η πλειοψηφία του ΣΔ επανειλημμένα και με επιτακτικά γραπτά αιτήματα προς τον πρύτανη αιτούνταν συζήτηση για την απόσυρση του συγκεκριμένου κτηρίου και τη διάθεση του τεράστιου ποσού των 8.5 εκ σε κάποιο άλλο καταλληλότερο, πραγματικής τέτοιας αξίας κτήριο και άρα σύγχρονων προδιαγραφών για τους φοιτητές, ή στην αναδιάθεσή του σε άλλους ζωτικής σημασίας για ένα νέο Πανεπιστήμιο τομείς όπως η έρευνα και η καινοτομία.

Η εμμονή του κ. Καλδή στην αγορά του συγκεκριμένου κτηρίου, καθώς και η σταθερή άρνησή του να εξεταστεί οποιοδήποτε εναλλακτικό σχέδιο, όπως προαναφέρθηκε, έχουν οδηγήσει επί μακρόν το ζήτημα σε στασιμότητα, εγκυμονώντας πλέον σοβαρό και άμεσο κίνδυνο απώλειας της προβλεπόμενης χρηματοδότησης των 8,5 εκατ. ευρώ. Φυσικά κάτι τέτοιο θα αποτελούσε ένα δεύτερο και ακόμη μεγαλύτερο σκάνδαλο. Το πανεπιστήμιο έχει ανάγκη από δημόσια χρηματοδότηση για επωφελή έργα για τους φοιτητές και την ακαδημαϊκή κοινότητα. Ανακύπτει λοιπόν το ερώτημα τι είδους δημόσιο συμφέρον εξυπηρετεί ο κ. Καλδής.

Ωστόσο, το ζήτημα του κτηρίου δεν είναι το μόνο «αγκάθι» στην ομαλή λειτουργία του Συμβουλίου Διοίκησης. Σύμφωνα με όσα έχουν καταγγείλει τα μέλη του Σ.Δ. που προχώρησαν στην καθαίρεσή του, ο τρόπος διοίκησης που ασκεί ο προεδρεύων του Συμβουλίου πρύτανης κ. Καλδής, είναι απαξιωτικός προς την πλειοψηφία των μελών και, γενικότερα, αυταρχικός και αυθαίρετος. Ενδεικτικά, όπως καταγγέλλεται, ο κ. Καλδής έχει επανειλημμένα αρνηθεί την εισαγωγή θεμάτων σε συνεδριάσεις -ένα εξ αυτών είναι το κτήριο-, δεν συμμορφώνεται με αποφάσεις του ΣΔ, αλλοιώνει τα πρακτικά, δεν εξασφαλίζει την απαραίτητη νομική υποστήριξη του οργάνου, ενώ έχουν σημειωθεί ακόμη και διακοπές συνεδριάσεων ή κλείσιμο μικροφώνων.
Όλα αυτά, και πολλά ακόμη, οδήγησαν το Σ.Δ. από τον πρώτο κιόλας χρόνο να προχωρήσει σε πρόταση δυσπιστίας προς το πρόσωπο του Πρύτανη, πριν από περίπου ένα έτος. Όπως έχει καταγραφεί αναλυτικά στην πρόταση δυσπιστίας, αλλά και σε διάφορες αναφορές της πλειοψηφίας των μελών του ΣΔ προς τις αρχές και το υπουργείο Παιδείας, ο κ. Καλδής ενεργεί καταφανώς εκτός του προβλεπόμενου θεσμικού τρόπου λειτουργίας σε πλείστες περιπτώσεις.

Ωστόσο, ο κ. Καλδής, αρνούμενος να αποδεχθεί τη βούληση της πλειοψηφίας του Συμβουλίου, προσέφυγε στο ΣτΕ και παρέμεινε στη θέση του αποκλειστικά για τυπικούς λόγους. Η εξέλιξη αυτή δημιούργησε νέα προβλήματα στη λειτουργία του Πανεπιστημίου και, σύμφωνα με τις ίδιες μαρτυρίες, αντί να τον οδηγήσει σε μια πιο θεσμική και ισορροπημένη άσκηση διοίκησης προς όφελος του Ιδρύματος, τον έκανε ακόμη πιο επιθετικό.

Πρόσφατη συνέντευξη που παραχώρησε, είναι χαρακτηριστική, δείχνοντας πως δεν έχει αντιληφθεί τίποτα από όσα έχουν προηγηθεί. Μετά την απόφαση του ΣτΕ, ο κ. Καλδής, προχώρησε μετακινήσεις διοικητικών υπαλλήλων – μετακινήσεις που οδήγησαν και πάλι εργαζόμενους στο ΣτΕ για να διεκδικήσουν το δίκιο τους.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο κ. Καλδής έχει από καιρό υποβάλει μηνύσεις (για σύσταση εγκληματικής οργάνωσης!) κατά της πλειοψηφίας των μελών του Συμβουλίου Διοίκησης, έχει ασκήσει πειθαρχικές διώξεις και παραπέμψει την πλειοψηφία παρατύπως στην Επιτροπή Δεοντολογίας.

Το αποκορύφωμα αυτής της πρακτικής συνοδεύεται από φαινόμενα εκφοβισμού που ξεπερνούν κάθε θεσμικό όριο και κάθε προηγούμενο. Ακαδημαϊκά και διοικητικά στελέχη με ενεργή παρουσία και άποψη στον δημόσιο διάλογο φέρονται να λαμβάνουν από τον Πρύτανη προσωπικές επιστολές με περιεχόμενο που προσομοιάζει με “δηλώσεις μετάνοιας” για τις θέσεις ή τις πράξεις τους.
Προφανώς, τέτοιες συμπεριφορές δε συνάδουν ούτε με την ακαδημαϊκή ελευθερία ούτε με το διοικητικό ήθος. Παραπέμπουν σε πρακτικές αυταρχισμού που δεν έχουν καμία θέση σε πανεπιστημιακό ίδρυμα.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Αντιπρύτανη κ. Θεόδωρου Ξάνθου, ο οποίος είχε προεδρεύσει στη διαδικασία της δυσπιστίας.

Κατόπιν όλων αυτών, το ερώτημα είναι: Γιατί το υπουργείο καλύπτει με ζέση κάποιον που προβαίνει σε τέτοιες ενέργειες και επιδεικνύει τέτοια διοικητική πρακτική;