Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το μείζον πρόβλημα της στέγης θα μπορούσε να λειτουργήσει ως καύσιμο για την συσπείρωση και αναπτέρωση των ευρωπαϊκών προοδευτικών κομμάτων, τονίζει η νέα έρευνα του Progressive Politics Research Network (PPRNet). 

Τουναντίον, η απαξίωση του θέματος κινδυνεύει να οδηγήσει ολοένα και πιο αγανακτισμένους ψηφοφόρους στην αγκαλιά της ακροδεξιάς.

Η έρευνα παρατηρεί μια ενδιαφέρουσα τάση: Οι κατακόρυφες αυξήσεις στο κόστος στέγαστης τα τελευταία χρονια είχαν ως αποτέλεσμα την απομάκρυνση των ψηφοφόρων από τα κεντροαριστερά κόμματα, τα οποία κάποτε πρωτοστατούσαν στο δικαίωμα της προσιτής στέγης, και παράλληλα (οι ψηφοφόροι) στήριξαν τα κόμματα της άκρας δεξιάς.

«Η προσιτότητα της κατοικίας έχει μετατραπεί σε κρίσιμο οικονομικό και πολιτικό ζήτημα», δήλωσε ο καθηγητής Έϊνταν Ρίγκαν του University College Dublin. «Με αξιόπιστες λύσεις, τα προοδευτικά κόμματα μπορούν να ανακτήσουν αυτόν τον χώρο και να φέρουν τους ψηφοφόρους κοντά τους – αλλά θα χρειαστεί πραγματική πολιτική βούληση».

Έρευνα του Ευρωβαρόμετρου πέρυσι διαπίστωσε ότι η άνοδος των τιμών και το κόστος ζωής – του οποίου το μεγαλύτερο επιμέρους μέρος είναι το κόστος στέγασης – έχουν εξελιχθεί στα πιο σημαντικά ζητήματα που διαμορφώνουν τις επιλογές των ψηφοφόρων στις εκλογές.

Τις τελευταίες δύο δεκαετίες, οι μέσες τιμές κατοικίας στην ΕΕ έχουν αυξηθεί σχεδόν κατά το ήμισυ, ενώ τα ενοίκια έχουν αυξηθεί σχεδόν κατά ένα τέταρτο. Μόνο στις μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις, το κόστος στέγασης αυξήθηκε κατά περίπου 50% μεταξύ 2015 και 2023.

Οι τιμές κατοικίας και τα ενοίκια έχουν ξεπεράσει κατά πολύ την αύξηση των μισθών και αποτελούν το μεγαλύτερο οικονομικό «αγκάθι» για τους περισσότερους ανθρώπους. Κατά μέσο όρο ανέρχονται στο 20% του εισοδήματος των νοικοκυριών στην ΕΕ, αλλά με τεράστιες αποκλίσεις. Στην Ιρλανδία και τη Δανία, για παράδειγμα, το κόστος είναι 80% πάνω από τον μέσο όρο.

Ωστόσο, σημειώνουν οι ερευνητές, καθώς η μεταπολεμική αντίληψη της στέγασης «ως κοινωνικό δικαίωμα» έχει σταδιακά υποχωρήσει υπέρ ενός μοντέλου στο οποίο η κατοικία θεωρείται κυρίως «χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο», η κατοικία αποτελεί επίσης για τους ιδιοκτήτες τη μεγαλύτερη πηγή πλούτου.

Ακόμη και υπό κεντροαριστερές κυβερνήσεις και τοπικές αρχές, οι μεταπολεμικές πολιτικές κοινωνικής κατοικίας και ελέγχου των ενοικίων έχουν σε μεγάλο βαθμό αντικατασταθεί από μαζικές εκποιήσεις δημόσιας κατοικίας, απορρύθμισης των στεγαστικών δανείων και φορολογικές πολιτικές που ευνοούν την ιδιοκτησία.

Έργο σοσιαλδημοκρατικό

Ο Μάρτιν Λάρσεν από το Πανεπιστήμιο Aarhus δήλωσε ότι τα στοιχεία από τη Δανία – και άλλες χώρες – δείχνουν ότι η δραματική επιβράδυνση της κατασκευής κοινωνικών κατοικιών από τη δεκαετία του 1980 δεν προκλήθηκε κυρίως από δεξιά κόμματα, αλλά από τους Σοσιαλδημοκράτες.

«Η έρευνά μας δείχνει ότι, μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1990, ο σοσιαλδημοκρατικός έλεγχος των τοπικών συμβουλίων δεν μεταφραζόταν πλέον σε περισσότερη κοινωνική κατοικία», δήλωσε ο Λάρσεν. «Η πολιτική προσπάθεια να επεκταθεί η κοινωνική κατοικία ουσιαστικά εξαφανίστηκε».

Αυτό, είπε, αντικατοπτρίζει τις αλλαγές στο «ποιοι ζουν κυρίως σε κοινωνικές κατοικίες και ποιοι ψηφίζουν Σοσιαλδημοκράτες». Οι πρώτοι είναι ολοένα και περισσότερο χαμηλότερου εισοδήματος και μεταναστευτικής προέλευσης, ενώ οι δεύτεροι γίνονται πιο μορφωμένοι και εύποροι.

Ωστόσο, ο Λάρσεν πρόσθεσε ότι η σημερινή κλίμακα της στεγαστικής κρίσης σημαίνει πως υπάρχει πλέον «μια πραγματική ευκαιρία για τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα», επειδή πολλοί αριστερόστροφοι ψηφοφόροι όπως δάσκαλοι και νοσηλευτές «ουσιαστικά αποκλείονται από τις πόλεις».

Υπάρχουν εμπόδια, όπως το υψηλό κόστος νέων κατασκευών, το φαινόμενο «nimbyism», οι αυστηρότεροι κανόνες επιλεξιμότητας που δυσκολεύουν την προβολή της κοινωνικής κατοικίας ως αγαθού για τη μεσαία τάξη, καθώς και η αφήγηση ότι η κοινωνική κατοικία ωφελεί κυρίως μεταναστευτικές κοινότητες.

Παράλληλα, ανέφερε και πιθανές λύσεις, όπως υψηλότερα ενοίκια κοινωνικής κατοικίας – αρκεί να παραμένουν χαμηλότερα από τα ιδιωτικά. «Ο κόσμος το θέλει αυτό», είπε. «Η κοινωνική κατοικία μπορεί να ξαναγίνει ένα πιο καθολικό αγαθό, όχι μόνο δίχτυ ασφαλείας».

Επαναπροσδιορισμός της έννοιας της ιδιοκτησίας

Ο Ρίγκαν υποστήριξε ότι παρόμοιο αποτέλεσμα θα είχαν τα κεντροαριστερά κόμματα που θα κατάφερναν να διευρύνουν την πρόσβαση στην προσιτή ιδιοκτησία – το προτιμώμενο μοντέλο για τους περισσότερους Ευρωπαίους. Σε ολόκληρη την ΕΕ, μόνο η Γερμανία έχει περισσότερα σπίτια προς ενοικίαση παρά ιδιόκτητα.

Η ιδιοκτησία στην Ευρώπη, ιδιαίτερα μεταξύ των χαμηλότερων εισοδημάτων και των νέων, έχει μειωθεί τις τελευταίες δύο δεκαετίες, πρόσθεσε, και πραγματικά εκλογικά οφέλη αναμένουν τα κόμματα που μπορούν να την κάνουν «προσιτή, προσβάσιμη και αποσυνδεδεμένη από την κερδοσκοπία».

Για να το πετύχουν αυτό, είπε ο Ρίγκαν, τα κεντροαριστερά κόμματα θα πρέπει να επαναπροσδιορίσουν την έννοια της ιδιοκτησίας ως «μακροπρόθεσμη ασφάλεια για τα νοικοκυριά χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, όχι ως όχημα κερδοσκοπικού πλούτου. Θα πρέπει να συμπληρώνει, όχι να υποκαθιστά, τους δημόσιους και μη κερδοσκοπικούς τομείς ενοικίασης».

Όπως έχουν τα πράγματα, η ανισότητα είναι «ενσωματωμένη», είπε. «Οι ιδιοκτήτες προστατεύονται από τα κέρδη του πλούτου τους· οι ενοικιαστές εγκλωβίζονται σε υψηλά κόστη και μικρές πιθανότητες ιδιοκτησίας· και οι νεότερες γενιές χωρίς γονική στήριξη αποκλείονται εντελώς».

Οι άνθρωποι θέλουν «ένα μέρος να ζουν που να είναι σταθερό, ασφαλές και προσιτό», είπε. «Είναι κάτι βασικό. Αλλά υπάρχει ολόκληρη γενιά που δεν το έχει, που πληρώνει υπέρογκα ενοίκια και δεν έχει καμία ελπίδα να αγοράσει σπίτι σύντομα».

Ο Ρίγκαν παραδέχθηκε ότι τα εμπόδια – όπως η αναθεώρηση των συστημάτων στεγαστικών δανείων ώστε να επιτρέπουν προσιτή ιδιοκτησία χωρίς να τροφοδοτούν την κερδοσκοπία – είναι σημαντικά. Αλλά, πάνω απ’ όλα, «πρέπει να αλλάξει η αφήγηση», είπε.

«Η επαναδιατύπωση της κατοικίας ως βασικής δημόσιας υποδομής είναι το κλειδί. Η στέγαση είναι ο τομέας όπου η αριστερά μπορεί να μετατρέψει πραγματικούς υλικούς αγώνες σε πολιτική δύναμη και να ξαναχτίσει μια νικηφόρα εκλογική συμμαχία».

Εάν δεν το κάνει, προειδοποιούν οι ερευνητές του PPRNet, τα ακροδεξιά κόμματα της Ευρώπης θα ωφεληθούν. «Δεν υπάρχουν στοιχεία από χώρες όπως η Ουγγαρία ή η Αυστρία ότι οι άνθρωποι ψηφίζουν την άκρα δεξιά λόγω των στεγαστικών της πολιτικών», ανέφερε η Ντόροθι Μπόϊλι του Πανεπιστημίου της Βιέννης.

«Υπάρχουν όμως πολλά στοιχεία ότι η στεγαστική κρίση τροφοδοτεί την αυξανόμενη υποστήριξη σε αυτά τα κόμματα. Σε περιοχές όπου οι τιμές κατοικίας σταθεροποιούνται ή πέφτουν, οι ψηφοφόροι στρέφονται στους λαϊκιστές της δεξιάς. Το ίδιο και μεταξύ χαμηλότερου εισοδήματος ψηφοφόρων σε περιοχές όπου τα τοπικά ενοίκια ανεβαίνουν».

Επιπλέον, είπε η Μπόϊλι, τα ακροδεξιά κόμματα «επαναπροσδιορίζουν τη στέγαση όχι ως κοινωνικό δικαίωμα αλλά ως ζήτημα εθνικής ταυτότητας, οικογενειακών αξιών, σταθερότητας και ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Στοχεύουν τη μεσαία τάξη και τους ‘άξιους φτωχούς’».

Πρόσθεσε ότι η ανάλυσή της για τα ριζοσπαστικά δεξιά κόμματα σε Ουγγαρία, Αυστρία, Δανία, Γερμανία και Πολωνία αποκάλυψε μια κοινή ιδεολογία που συνοψίζεται ως «στέγαση ως κληρονομιά», συνδέοντας την ανισότητα στην κατοικία με τον νατιβισμό και τις «οικογενειακές αξίες».

Η Μπόϊλι ανέφερε ως παράδειγμα το κόμμα Fidesz στην Ουγγαρία. Έχει συνδέσει τη στέγαση με την προγεννητική του ατζέντα, προσφέροντας μη επιστρεπτέες επιχορηγήσεις σε ουγγρικές οικογένειες που δεσμεύονται να αποκτήσουν παιδιά. «Πρόκειται για τη χρήση της στέγασης ώστε να ενισχυθούν υπάρχουσες ανισότητες – και να δημιουργηθούν νέες», είπε.