Ψυχολογική κατάσταση, η οποία δεν προσφέρει ηδονή αλλά πόνο, είναι ο ορισμός που δίνει στον έρωτα, αποδοκιμάζοντάς τον, ο Ρωμαίος φιλόσοφος Λουκρήτιος. Η Laura Kipnis, στο πρόσφατο «Κατά του έρωτα», υποστηρίζει ότι η αγάπη μπορεί να είναι ένας μηχανισμός κοινωνικού ελέγχου, φορτίο, περιορισμός της προσωπικής ελευθερίας.
Λίγες δεκαετίες πριν, στην τελευταία σκηνή του «Alphaville» του Γκοντάρ, ο Λέμυ μαθαίνει στη ρέπλικα Νατάσα να λέει το «σ’ αγαπώ» φυτεύοντας τον θεμέλιο λίθο για την ανθρώπινη υπόσταση της γυναίκας του μέλλοντος. Είναι ο έρωτας το βασικό συστατικό που κάνει την ανθρώπινη ύπαρξη ανθρωπινή;
Ο Νικόλας Γκιμπιρίτης μας ξεναγεί στην ιστορία του έρωτα ως Ιδέα, και ξεκινά το ταξίδι από το «Έρως ανίκατε μάχαν» της Αντιγόνης και του αρχαίου κόσμου. «Αλλότρια δύναμη η οποία επιβάλλεται έξωθεν στους ανθρώπους, δίχως η δική τους βούληση να παίζει κανέναν απολύτως ρόλο» για τους αρχαίους Έλληνες, «υπερκόσμια δύναμη που ενώνει τον κόσμο» για τους Σουμέριους.
Ακολουθεί το δονζουανικό πρότυπο του άθεου εραστή, του δολοφόνου, που «θέλει να μεταμορφώσει την ηδονή σε αγάπη, να ενώσει τον πάνδημο έρωτα, αυτόν που δοκιμάζουν λίγο-πολύ όλοι, με τον ουράνιο έρωτα, αυτόν που επιφυλάσσει ένα ανώτερο επίπεδο για την ύπαρξη». Ο Μολιέρος, ο Μότσαρτ, ο Κίρκεγκωρ μας μιλούν για τον έρωτα που φωλιάζει στο σώμα και παλεύει να εκφραστεί.
Ο ρομαντισμός βρίσκει τον άνθρωπο σε έναν αγώνα ενάντια στο ρασιοναλισμό και στα αντικειμενικά όρια της πραγματικότητας, με οδηγό τον Έρωτα «στο μονοπάτι της αυθεντικότητας, της ενότητας, της αιωνιότητας». Έρωτας και θάνατος συμμαχούν ώστε το υποκείμενο να υπερβεί το φράγμα της ζωής και να βιώσει την ελευθερία μέσα από την ανθρώπινη ένωση. Ουάιλντ, Μπροντέ, Μπαλζάκ, το επιβεβαιώνουν.
Απαντούν οι σαδιστές λιμπερτίνοι που θεωρούν πως τα ευγενή συναισθήματα μαρτυρούν ανθρώπινη αδυναμία και τον Σαντ να ορίζει τον έρωτα ως εργαλείο για την υποταγή του άλλου στον δρόμο προς την απόλυτη δύναμη. Η ψυχή χάνει οποιαδήποτε υπόσταση και τα ηνία παίρνουν οι φυσικές ορμές. Το υπαρξιακό κενό αποτελεί συνέπεια της υπερίσχυσης των ενστίκτων καταστροφής.
Φτάνουμε στη σύγχρονη ρασιοναλιστική, μηχανιστική εποχή, στον άνθρωπο που, ανήμπορος να προσεγγίσει τον έρωτα, «απωθεί όλη την ερωτική του ενέργεια μέσω της σκληρότητας που απέκτησε η καρδιά του και τη μετουσιώνει σε μια αδιάκοπη δραστηριότητα προς τέρψιν της συσσώρευσης και της δύναμης». Η αντιερωτική δυστοπική εποχή οδηγεί σε ματαιώσεις και απογοητεύσεις όσο η ευτυχία παλεύει να βρει νόημα μέσα από μαθηματικές εξισώσεις.
Σήμερα, διανύοντας την εποχή του σεξουαλικού ακτιβισμού, άνθρωπος και έρωτας καταργούνται, ενώ αναδεικνύεται το δικαίωμα και η ικανότητα της κατανάλωσης εμπειριών και συντρόφων. Εκείνος που φλέγεται από ρομαντικά ιδεώδη βιώνει την απόλυτη συντριβή από την επικράτηση της αξίας της επιστήμης και της οικονομίας.
Η άποψη του συγγραφέα διατυπώνεται ξεκάθαρα στον επίλογο του έργου του όπου και υποδεικνύεται ενδεχόμενη διέξοδος από το σύγχρονο τέλμα των ερωτικών σχέσεων.
Λογοτεχνία, όπερα και θέατρο καταλαμβάνουν σημαντικό χώρο στο έργο, για να προσδώσουν γλαφυρότητα αλλά και να στηρίξουν την πυκνή φιλοσοφική και υπαρξιακή σκέψη του Νικόλα Γκιμπιρίτη. Ο λόγος, χωρίς να στερείται την απαραίτητη ακαδημαϊκή μορφή που ταιριάζει σε ένα δοκίμιο, μεταπηδά στο λυρισμό και τον αστεϊσμό δίνοντας μια χροιά ελαφρότητας και οικειότητας.
Δομή γεωμετρικά συμμετρική και ρυθμός που μοιάζει με καλπασμό αλόγου σε βρεγμένη άμμο που δεν σε αφήνει να το κλείσεις αν δεν φτάσεις στην τελευταία του σελίδα.
*Η Δέσποινα Μαντοπούλου είναι μεταφράστρια και υπεύθυνη εκδόσεων του Εκδοτικού οίκου Bookstars.
