ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ g.manteniotis
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η εγκαθίδρυση μιας αποτελεσματικής πολιτική ηθικής στον πολιτικό μικρόκοσμο, αν και απολύτως αναγκαία, δεν αρκεί για να επανέλθει στην πολιτική ζωή η σιωπηρή πλειοψηφία των πολιτών. Απαιτείται ένας νέος, αντισυστημικός, πολιτικός λόγος που απουσιάζει εκκωφαντικά σήμερα. Μιλώ για αυτό που, υιοθετώντας την ξύλινη τεχνοκρατική γλώσσα των συμβούλων επικοινωνίας τους, «επικυρωμένη» από την (κομματική) διανόηση που διψά για εξουσία, αποκαλούν οι πολιτικοί, τόσο προκλητικά και χωρίς να γνωρίζουν ακριβώς τι εννοούν, έλλειψη «αφηγήματος».

Η υλοποίηση ενός τέτοιου στόχου δεν είναι αδύνατη και κάθε προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση, πέραν πολλών άλλων, οφείλει να γνωρίζει μείζονος σημασίας δεδομένα που αγνοούνται ή/και ξεχνιούνται μέσα και μέσω της ρουτίνας των μηχανισμών της επαγγελματοποίησης της πολιτικής.

Ας θυμηθούμε, λοιπόν, κατ’ αρχάς πως σκοπός της πολιτικής δράσης είναι να παράγει «εικόνες» [νοητικές, λεκτικές, γραφι(στι)κές, ψηφιακές, «θεατρικές»] του κοινωνικού κόσμου, οι οποίες να είναι ικανές να επενεργήσουν στον κοινωνικό κόσμο επενεργώντας στην «εικόνα» που σχηματίζουν γι’ αυτόν οι ίδιοι οι πολίτες. Υπό αυτή την οπτική, η γέννηση ενός νέου πολιτικού λόγου προϋποθέτει έναν λόγο που να συνειδητοποιεί ότι η πολιτική ανατροπή προϋποθέτει μια γνωστική ανατροπή, μια μετατροπή της κατεστημένης κοσμοθεώρησης. Αυτή η ανατροπή χρειάζεται νέες μορφές αναπαράστασης των διαιρέσεων του κόσμου, νέα κατανοητικά σχήματα για τον τρόπο λειτουργίας του κόσμου και των μικρόκοσμων που τον συνθέτουν, νέες ταξινομικές κατηγορίες για τις προοπτικές του μέλλοντός του.

Η ειδική αυτή μετάνοια, με τη σειρά της, προϋποθέτει μια κρίση, μια κατάσταση, δηλαδή, η οποία οδηγεί πολλούς πολίτες να μην αισθάνονται «φυσικά και άνετα» μέσα στον κόσμο στον οποίο ζουν, να μην τον «καταλαβαίνουν πια», να μην τον βιώνουν ως αυτονόητο, να μη νιώθουν «σαν ψάρια στο νερό». Και αυτή η συνθήκη είναι δεδομένη εδώ και καιρό στην ελληνική κοινωνία. Είναι μια συνθήκη που δημιουργεί αναμονές για έναν έκ-τακτο λόγο, για έναν λόγο αποφασισμένο να εκφράσει όλα όσα ανήκουστα και ανείπωτα έχει δημιουργήσει αυτή η κρίση στους πολίτες. Για όλα αυτά, δηλαδή, που μόνο η έγκυρη και αυστηρή κοινωνική επιστήμη μπορεί να προσδιορίσει και όχι οι κάθε λογής πολιτολόγοι-εκλογολόγοι-δημοσκόποι, όλοι αυτοί οι επαγγελματίες κοινογνωμολόγοι με λόγο χωρίς Λόγο οι οποίοι έχουν εγκαθιδρύσει μια νέα μορφή ορθολογικής δημαγωγίας από και για την οποία ζουν.

Οι αναμονές αυτές προδιαθέτουν τους πολίτες να αναγνωρίσουν και να αποδεχτούν έναν ανατρεπτικό πολιτικό λόγο μόνο αν είναι ικανός να παραγάγει έναν νέο κοινό νου, να εισαγάγει σ’ αυτόν τις πολλές και πολύμορφες σιωπηρές ή απωθημένες εμπειρίες και πρακτικές πολλών και διαφορετικών κοινωνικών ομάδων της σημερινής ελληνικής κοινωνίας· ένας λόγος που θα αναδύει τις σιωπηρές και συχνά συγκεχυμένες εμπειρίες δυσφορίας, οδύνης και εξέγερσης, που θα επιτρέψει σε πολίτες να ανακαλύψουν πως έχουν κοινές ιδιότητες, πέρα από τις επιμέρους διαφορές τους οι οποίες τους απομονώνουν, τους διαιρούν και τους αδρανοποιούν, πως ανήκουν σε μια κοινή τάξη πραγμάτων, υποβοηθώντας τους να δημιουργήσουν ως ομάδα μια ενωτική έκφραση των εμπειριών της.

Η αναζήτηση της αποτελεσματικότητας, ωστόσο, αυτού του αιρετικού πολιτικού λόγου δεν θα πρέπει να αναζητηθεί και να βασιστεί, υποθέτοντας ένα είδος μαγικής δύναμής της, ούτε στην ίδια τη νέα γλώσσα, στις νέες λέξεις που θα τον δομήσουν και θα έρθουν να αντικαταστήσουν το χρεοκοπημένο πολιτικό λεξιλόγιο, ούτε στο πρόσωπο ενός αυτοδημιούργητου δημιουργού, στη χαρισματικότητα του εκφραστή της, όπως συνήθως πιστεύεται. Αντίθετα με αυτές τις δύο συσκοτιστικές αντιλήψεις που μας εμποδίζουν να διερευνήσουμε τα αίτια των αποτελεσμάτων τα οποία και οι δύο απλώς περιγράφουν, η αποτελεσματικότητα οφείλει να εδράζεται στη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στην πολιτική γλώσσα που δίνει υπόσταση και κύρος στην ομάδα των πολιτών, στην οποία στοχεύει να ακουστεί, και στα χαρακτηριστικά των μελών της ομάδας που δίνει εξουσία στη γλώσσα αυτήν. Η διαλεκτική αυτή σχέση πραγματοποιείται μέσω μιας κατάλληλης εργασίας διατύπωσης και εμφάνισης του ακατονόμαστου, του άλεκτου, του μη παρατηρήσιμου, του μη κοινωνήσιμου, του μη αντικειμενικοποιημένου. Είναι η πραγμάτωση αυτής της σχέσης που δημιουργεί τον πολιτικό προφήτη, αυτόν δηλαδή που επιτρέπει την επιστροφή του ατομικού και συλλογικού απωθημένου, ενάντια στους τυπικούς και άτυπους μηχανισμούς πολιτικής λογοκρισίας, αποσυντονίζοντας και ρίχνοντας σε ανυποληψία όσους τους συντηρούν και τους υπερασπίζονται.

Στον σημερινό πολιτικό κόσμο η πολιτική ακυρώνεται μέσα σε έναν απολιτικοποιημένο και ουδετεροποιημένο πολιτικό-τεχνικοκρατιστικό-οικονομίστικο λόγο, υποστηριζόμενο από ένα προσχηματικό ήθος της ευπρέπειας και της κοσμιότητας και από μια ρητορική πλαστής ηθικοπρακτικής επιστημονικής ουδετερότητας. Απέναντι σε αυτόν τον κόσμο, ο σημερινός κομματικός κατακερματισμός και η αυξημένη πολιτική απάθεια και αποχή, που συνδέονται με την κρίση εκπροσώπησης και την απομάγευση της πολιτικής στη χώρα μας, καταδηλώνουν με συνεχή και δραματοποιημένο τρόπο την έλλειψη αλλά και την ανάγκη για μια πολιτική δύναμη αλλαγής. Είναι ο καιρός αυτής της ανάγκης, της παραγωγής ενός πολιτικού αιρετικού λόγου ικανού να εκμεταλλευτεί τη δυνατότητα να αλλάξει κάποιος τον κοινωνικό κόσμο αλλάζοντας την παράσταση αυτού του κόσμου.

*Καθ. Κοινωνιολογίας, ΕΚΠΑ