Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Δύο χρόνια μετά την καταστροφική πλημμύρα που εκτόπισε χιλιάδες ανθρώπους στη Θεσσαλία, η «προσωρινή» λύση των κοντέινερ έχει πλέον παγιωθεί, επιβεβαιώνοντας τη ρήση «ουδέν μονιμότερον του προσωρινού». Προκατασκευασμένοι οικίσκοι απλώνονται στη δομή του Κουτσόχερου, η οποία είχε δημιουργηθεί αρχικά για πρόσφυγες και αιτούντες άσυλο. Σήμερα, φιλοξενούνται εκεί και Έλληνες πλημμυροπαθείς, ξένοι στον ίδιο τους τον τόπο. Η δομή είναι διχοτομημένη: από τη μία οι πλημμυροπαθείς, από την άλλη οι πρόσφυγες, με έναν δρόμο στη μέση που λειτουργεί ως νοητό αλλά απτό σύνορο. Παιδιά μεγαλώνουν σε λίγα τετραγωνικά, ηλικιωμένοι παλεύουν με την υγρασία, εργαζόμενοι διανύουν διαδρομές-οδύσσειες για να μη χάσουν τη δουλειά τους και όλοι θέτουν το ίδιο ερώτημα: πότε και πώς θα τελειώσει αυτό;

Η μεγάλη έρευνα που είδε πρόσφατα το φως της δημοσιότητας από τον ανεξάρτητο, μη κερδοσκοπικό δημοσιογραφικό οργανισμό «Solomon» κατέγραψε με ακρίβεια αυτό που οι ίδιοι οι άνθρωποι επαναλαμβάνουν: οι κυβερνητικές υποσχέσεις περί ταχείας αποκατάστασης, οι έκτακτες ενισχύσεις και τα προσωρινά επιδόματα δεν έγιναν συνεκτική πολιτική στέγασης, αποκατάστασης εισοδήματος, ψυχικής υποστήριξης και ανασυγκρότησης της κοινότητας. Έτσι, η «προσωρινότητα» κανονικοποιήθηκε και η ζωή στο Κουτσόχερο μοιάζει μέχρι σήμερα με άσκηση επιβίωσης.

Όταν το «προσωρινό» μετατρέπεται σε πολυετή συνθήκη, παύει να αποτελεί τεχνική διευθέτηση και γίνεται πολιτική επιλογή με σοβαρές κοινωνικές συνέπειες. Εκτοπισμός δεν σημαίνει μόνο απώλεια στέγης· σημαίνει και αποσύνδεση από τον τόπο και τα δίκτυα που κρατούν μια κοινότητα ζωντανή. Στις καθημερινές προκλήσεις των πλημμυροπαθών έρχεται να προστεθεί ο διοικητικός λαβύρινθος: διαρκείς αλλαγές στα μέτρα και στις προθεσμίες, επίμονες απαιτήσεις τεκμηρίωσης, χρονοβόρες διαδικασίες και «κατά περίπτωση» διαχείριση που γεννά αίσθηση αδικίας και ψυχική εξάντληση.

Η αθέατη διάσταση: Ψυχικό τραύμα

Από το σύνολο των ερευνητικών δεδομένων για τις επιπτώσεις των καταστροφικών πλημμυρών στην ψυχική υγεία και τη συνοχή των κοινοτήτων προκύπτουν τρεις κύριες διαπιστώσεις: (α) όσο βαθύτερη και ταχύτερη είναι η κατάκλυση και όσο συσσωρεύονται οι απώλειες και αυξάνονται οι δευτερογενείς στρεσογόνοι παράγοντες τόσο μεγαλύτερη είναι η ψυχική επιβάρυνση· (β) το αποτύπωμα δεν είναι στιγμιαίο, αλλά μπορεί να διαρκέσει χρόνια· (γ) η ανθεκτικότητα δεν αποτελεί μια αφηρημένη έννοια, αλλά οικοδομείται με συγκεκριμένες πρακτικές, όπως η έγκαιρη και έγκυρη πληροφόρηση, οι απλές και γρήγορες διαδικασίες αποζημιώσεων και η ψυχοκοινωνική στήριξη σε επίπεδο κοινότητας και όχι μόνο ατόμου.

Αναφορικά με τις ψυχικές διαταραχές που συνδέονται με πλημμυρικά φαινόμενα, μια συστηματική ανασκόπηση 83 μελετών καταδεικνύει αυξημένα συμπτώματα διαταραχής μετατραυματικού στρες (PTSD), κατάθλιψης και άγχους στους πληγέντες, τόσο σε σύγκριση με την προπλημμυρική τους κατάσταση όσο και σε σχέση με κατοίκους περιοχών που δεν επλήγησαν. Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα συμπτώματα επιμένουν για 2 έως 5 χρόνια μετά την πλημμύρα. Επιπλέον, καταγράφεται έκπτωση της ψυχοκοινωνικής λειτουργικότητας και αύξηση της χρήσης ψυχοτρόπων ουσιών. 

Η ψυχική επιβάρυνση επιτείνεται όταν απαιτείται εκκένωση της περιοχής και εγκατάλειψη της εστίας, απειλείται η ζωή, υπάρχει σωματικός τραυματισμός, διαπιστώνεται απώλεια οικείων προσώπων ή ζώων, προκαλούνται ζημιές στην κατοικία ή/και την περιουσία, δεν καθίσταται δυνατή η διάσωση προσωπικών αντικειμένων, διαταράσσεται η καθημερινή ρουτίνα (π.χ. διακοπή εργασίας ή σχολείου) και παρεμβάλλονται γραφειοκρατικά εμπόδια στην καταβολή των αποζημιώσεων. Η ύπαρξη προϋπάρχουσας ψυχικής ή/και σωματικής νόσου, η χαμηλή κοινωνικοοικονομική θέση και οι ενδοοικογενειακές εντάσεις ενισχύουν περαιτέρω την ευαλωτότητα.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το εύρημα ότι ο αντίκτυπος της πλημμύρας στην ψυχική υγεία δεν εξαρτάται μόνο από το ύψος της στάθμης του νερού, αλλά και από τον συνδυασμό ταχύτητας ροής και βάθους. Συγκεκριμένα, όταν η στάθμη των υδάτων ανεβαίνει γρήγορα και ψηλά, η ψυχική επιβάρυνση αυξάνεται δραματικά.

Επίσης, η έκθεση σε πολλαπλούς στρεσογόνους παράγοντες δρα αθροιστικά: όσο περισσότερες τραυματικές εμπειρίες τόσο μεγαλύτερος ο κίνδυνος εμφάνισης μετατραυματικού στρες. Σε γαλλική μελέτη, πέντε χρόνια μετά την πλημμύρα, όσοι είχαν υποστεί περισσότερες και σοβαρότερες απώλειες παρουσίαζαν υψηλότερα επίπεδα μετατραυματικού στρες.

Τι σημαίνουν όλα αυτά για την αποκατάσταση; 

Η Θεσσαλία δεν χρειάζεται μόνο τεχνικά έργα. Προέχει ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο αποκατάστασης, με διαφάνεια, μετρήσιμους στόχους, ενεργή συμμετοχή των πολιτών και σαφή χρονοδιαγράμματα. Απαιτούνται, επίσης, παρεμβάσεις ψυχικής υγείας και ψυχοκοινωνικής υποστήριξης εστιασμένες στο τραύμα και στις ιδιαίτερες ανάγκες του πληθυσμού. Παράλληλα, χρειάζεται ένα σχέδιο πρόληψης, διαμορφωμένο από την κοινότητα, με την κοινότητα, για την κοινότητα, το οποίο να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, εκπαίδευση σε δεξιότητες αυτοπροστασίας και αυτοφροντίδας, καθώς και παροχή Πρώτων Βοηθειών Ψυχικής Υγείας μετά από φυσικές καταστροφές και ανθρωπογενείς κρίσεις. Η γνώση και η ετοιμότητα καλλιεργούν αίσθημα ασφάλειας απέναντι στο απρόβλεπτο, ακόμη κι αν αυτό δεν συμβεί ποτέ.

Η επιστροφή στην «προτέρα κατάσταση» δεν είναι εφικτή. Το διακύβευμα είναι η δίκαιη μετάβαση σε μια πιο ανθεκτική, συμπεριληπτική και ασφαλή καθημερινότητα. Η Θεσσαλία μπορεί να γίνει παράδειγμα όχι λήθης, αλλά συλλογικής ανάταξης. Αυτό, όμως, προϋποθέτει πολιτική βούληση, δημόσιο έλεγχο, λογοδοσία, κοινωνική συμμετοχή και τη σαφή δέσμευση πως η «προσωρινότητα» δεν θα καταστεί ποτέ πεπρωμένο. 

* Διδάκτωρ Κοινωνικής Ψυχολογίας, Αναπληρωτής Γραμματέας του Τομέα Ψυχικής Υγείας του ΠΑΣΟΚ, κάτοικος Βόλου και πλημμυροπαθής.