ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Χριστίνα Πάντζου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το 2017, λίγο μετά που ο Ντόναλντ Τραμπ ανέλαβε την πρώτη του προεδρική θητεία, η Λίντια ΝτεΦελίτσε αποφάσισε να φύγει από τις ΗΠΑ. Ηταν μόλις 17 χρόνων, η πατρίδα της ήταν διχασμένη με την ανέλιξη στην πολιτική ηγεσία ενός μισογύνη υπερσυντηρητικού κι εκείνη ένιωθε ότι το μέλλον της ως γυναίκα και πολίτης υπονομευόταν. Οκτώ χρόνια μετά, μιλώντας στους Times του Λονδίνου, δηλώνει πως δεν υπάρχει περίπτωση να επιστρέψει στις ΗΠΑ, με την οπισθοδρομική στροφή που έχει κάνει η χώρα.

Η ΝτεΦελίτσε είναι μια από τα εκατομμύρια Αμερικανίδες που θέλουν να μεταναστεύσουν μόνιμα από τις ΗΠΑ ωθούμενες από τις πολιτικές του Τραμπ, τον περιορισμό και τις απαγορεύσεις των αμβλώσεων και τη διάβρωση των θεσμών επί της προεδρίας του.

Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της εταιρείας δημοσκοπήσεων Gallup, το 40% των Αμερικανίδων ηλικίας 15 – 44 ετών σκέφτεται να μεταναστεύσει δίχως επιστροφή, ποσοστό τετραπλάσιο απ’ ό,τι πριν από μια δεκαετία. Και υπερδιπλάσιο από τους Αμερικανούς ίδιας ηλικίας, που μόνο κατά 19% επιθυμούν κάτι τέτοιο.

Πρόκειται για το μεγαλύτερο έμφυλο χάσμα (άνω των 20 μονάδων) που έχει καταγράψει η Gallup από το 2007, όταν για πρώτη φορά διατύπωσε το σχετικό ερώτημα. Μεγαλύτερο μάλιστα παγκοσμίως, αφού δεν έχει σημειωθεί άλλοτε σε οποιαδήποτε από τις 160 χώρες που μετέχουν στις έρευνες της εταιρείας.

Κι ενώ στο παρελθόν υπήρχε μια σημαντική διαφορά στα ποσοστά των γυναικών που ήθελαν να φύγουν από τη χώρα ανάλογα με το αν ήταν μόνες (κι άρα με λιγότερες δεσμεύσεις) ή παντρεμένες, σήμερα αυτές οι διαφορές είναι πολύ μικρές. Τα ποσοστά των Αμερικανίδων που θα έριχναν μαύρη πέτρα πίσω τους αν είχαν τη δυνατότητα είναι 45% για τις μόνες, 41% για τις παντρεμένες, 44% για όσες δεν έχουν παιδιά και 40% για τις μητέρες.

Δεν εμπιστεύονται τους θεσμούς

Μέχρι το 2016 οι Αμερικανίδες έτειναν λιγότερο από τους Αμερικανούς να θέλουν να φύγουν μόνιμα από την πατρίδα τους. Το χάσμα άρχισε να διευρύνεται το καλοκαίρι του 2016 με την επιθετική προεκλογική εκστρατεία του Τραμπ, αυξήθηκε τον Νοέμβριο εκείνης της χρονιάς όταν εκλέχτηκε στην προεδρία, συνέχισε να αυξάνει και επί Μπάιντεν ιδίως μετά το 2022 όταν το Ανώτατο Δικαστήριο κατάργησε το δικαίωμα άμβλωσης των γυναικών σε ομοσπονδιακό επίπεδο («θέλημα Θεού», πανηγύρισε ο Τραμπ) και κορυφώνεται τώρα με τη δεύτερη θητεία του.

«Οι νέες γυναίκες είναι λιγότερο ικανοποιημένες και εμπιστεύονται πολύ λιγότερο το σύστημα Δικαιοσύνης, τους θεσμούς, τον στρατό ή την κυβέρνηση», εξηγεί η Τζούλι Ρέι, διευθύντρια στην Gallup, σημειώνοντας πως την τελευταία δεκαετία η εμπιστοσύνη των Αμερικανίδων 15 – 44 ετών στους θεσμούς έχει μειωθεί κατά 17 μονάδες ενώ των Αμερικανών της ίδιας ηλικιακής ομάδας έχει παραμείνει σταθερή, με μείωση μόλις μίας μονάδας.

Αυτή η τάση είναι προϊόν της πολιτικής δυσαρέσκειας των γυναικών. Η κυριαρχία του Τραμπ στην πολιτική σκηνή απωθεί τις νέες γυναίκες με τον σεξισμό, τις απαξιωτικές δηλώσεις του γι’ αυτές, την έπαρσή του για τα σεξουαλικά του σκάνδαλα και την ανάδειξή του σε «ήρωα και πρωταγωνιστή» στα βίντεο και τα podcasts της αποκαλούμενης «ανδρόσφαιρας» (manosphere): ένα ευρύ και επιδραστικό δίκτυο ψηφιακών κοινοτήτων αντρών που ξεσαλώνουν κατά των γυναικών και των δικαιωμάτων τους.

Τα στοιχεία δείχνουν πως όσες και όσοι θέλουν να φύγουν είναι κυρίως πολίτες που διαφωνούν με την ηγεσία και την πολιτική κατεύθυνση της κυβέρνησης: μόνο το 4% των γυναικών και αντρών οπαδών του Τραμπ σκέφτεται την πιθανότητα να μεταναστεύσει μόνιμα, ενώ αυτό το ποσοστό ανεβαίνει στο 29% για όσους απορρίπτουν τη διακυβέρνησή του.

Η γενιά Ζ πρωτοστατεί

Αυτές οι ηλικίες αποτελούνται από τους millennials και τη γενιά Z, με τις γυναίκες που ανήκουν σε αυτήν την τελευταία, σύμφωνα με όλες τις έρευνες, να αποτελούν μια από τις πιο προοδευτικές ομάδες των ΗΠΑ. Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότεροι νέοι άντρες εγκαταλείπουν το Δημοκρατικό Κόμμα ενώ αυξάνει μαζικά η στράτευση των νέων γυναικών σε αυτό. Σήμερα το 60% των νέων Αμερικανίδων είναι Δημοκρατικές ή τείνουν να στηρίζουν αυτό το κόμμα, έναντι του 39% των νέων Αμερικανών.

Η πολιτική κατάσταση είναι αυτή που βαρύνει στην επιθυμία της Αλάινα Μπολόριερ, κοινωνική λειτουργό στο Κολοράντο, να θέλει να «αυτοεξοριστεί» όπως λέει, αν της δοθεί η ευκαιρία. Ο συνδυασμός της βίας από την ανεξέλεγκτη οπλοκατοχή, το κλίμα πόλωσης και δίωξης των διαφορετικών απόψεων, η επιθετική ρητορική και πράξη κατά των προοδευτικών πολιτών και των κοινωνικών διεκδικήσεων αλλά και η κατάργηση του δικαιώματος στην άμβλωση σε ομοσπονδιακό επίπεδο, που επέτρεψε σε πολλές Πολιτείες τη σχεδόν πλήρη απαγόρευσή της, είναι οι βασικοί λόγοι που θέλει να φύγει μόνιμα από τις ΗΠΑ.

«Είμαι σοκαρισμένη με τους νόμους που κάθε μέρα υιοθετούνται και ότι αδιαφορούν για τα παιδιά που βγαίνουν από τη μήτρα μας. Τους ενδιαφέρει μόνο ο έλεγχος που ασκούν πάνω στις γυναίκες». Εχοντας ζήσει δύο χρόνια στην Ισπανία και βλέποντας τις τεράστιες διαφορές, μαζί με τον σύζυγό της, υποβάλουν αιτήσεις για διάφορες διεθνείς θέσεις εργασίας αδημονώντας να βρεθεί κάτι που θα τους επιτρέψει να φύγουν.

Οπως εκατομμύρια άλλες Αμερικανίδες που βλέπουν την πατρίδα τους να διολισθαίνει στον αυταρχισμό, τα δικαιώματά τους να συρρικνώνονται και τις δημοκρατικές αξίες να βάλλονται από παντού, δεν μπορούν να φανταστούν ένα καλύτερο μέλλον, παρά εκτός συνόρων.