ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ g.manteniotis
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Παρακολουθώ εδώ και δεκαετίες τις παλινωδίες της ελληνικής πολιτείας γύρω από την αγορά εργασίας, τον τρόπο διαμόρφωσης των μισθών, τον ρόλο των συνδικάτων και την περίφημη «ευελιξία» που παρουσιάζεται κάθε τόσο ως «εκσυγχρονισμός». Σπάνια, όμως, έχω δει μεγαλύτερο χάσμα ανάμεσα στη ρητορική της κυβέρνησης και την πραγματική ζωή των εργαζομένων από αυτό που παρατηρώ σήμερα, με αφορμή την «ιστορική» –όπως χαρακτηρίζεται– συμφωνία για τις συλλογικές συμβάσεις.

Η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει την Ελλάδα ως μια χώρα που έχει επιστρέψει στην «κανονικότητα» μετά από μια δεκαετία μνημονίων. Ωστόσο, η συμφωνία που ανακοίνωσε, με τη συναίνεση της ηγεσίας της ΓΣΕΕ και των λεγόμενων «κοινωνικών εταίρων», όχι μόνο δεν αποκαθιστά τα δικαιώματα που χάθηκαν, αλλά παγιώνει, με νέο περιτύλιγμα και εμφατικές δηλώσεις, το ίδιο μνημονιακό πλαίσιο που τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια αποδόμησε τις συλλογικές διαπραγματεύσεις στη χώρα.

Πίσω από το επικοινωνιακό κλίμα θριάμβου, η ουσία παραμένει αμετάβλητη: ο κατώτατος μισθός εξακολουθεί να καθορίζεται μονομερώς από την κυβέρνηση, αντί μέσω ελεύθερων διαπραγματεύσεων, η επεκτασιμότητα των κλαδικών συμβάσεων παραμένει εξαιρετικά δύσκολη, η αρχή της ευνοϊκότερης ρύθμισης έχει καταργηθεί· και οι επιχειρησιακές συμβάσεις μπορούν ακόμη να υπερισχύουν των κλαδικών, ακόμη κι όταν είναι δυσμενέστερες για τον εργαζόμενο. Με άλλα λόγια: τίποτα ουσιαστικό δεν αλλάζει προς όφελος της εργασίας.

Και η πραγματικότητα είναι αμείλικτη. Η πλειονότητα των εργαζομένων στη χώρα αμείβεται με καθαρά κάτω από 1.000 ευρώ, ενώ το κόστος ζωής έχει εκτοξευθεί: ενοίκια σε επίπεδα ευρωπαϊκών πρωτευουσών, συνεχείς αυξήσεις στο ρεύμα, ακρίβεια στα τρόφιμα. Κανένα επικοινωνιακό σύνθημα δεν μπορεί να κρύψει ότι οι μισθοί αυτοί δεν επαρκούν για να καλύψουν τις βασικές ανάγκες μιας αξιοπρεπούς διαβίωσης.

Ανεξάρτητοι αναλυτές, εργατολόγοι και συνδικαλιστές που παρακολουθούν τις εξελίξεις σημειώνουν ότι η συμφωνία διατηρεί τον μνημονιακό μηχανισμό που κρατά τους μισθούς παγωμένους, περιορίζει τις συλλογικές διαπραγματεύσεις και δημιουργεί ένα ασφυκτικό θεσμικό πλαίσιο που αποθαρρύνει την ανεξάρτητη δράση των Ομοσπονδιών, που βρίσκονται πλέον στη διάθεση μιας ΓΣΕΕ η οποία δεν συνεδρίασε καν για να εγκρίνει τη συμφωνία.

Υπογραμμίζουν ότι πρόκειται για μια «επαναφορά» μόνο κατ’ όνομα, αφού η ουσιαστική δύναμη των συλλογικών συμβάσεων παραμένει αποδυναμωμένη, όπως ακριβώς διαμορφώθηκε μέσα από τους νόμους των τελευταίων δεκαετιών.

Την ίδια στιγμή, πολλοί επισημαίνουν το παράδοξο: η συμφωνία παρουσιάστηκε εν κρυπτώ, μακριά από ευρύτερες διαδικασίες διαβούλευσης, ακριβώς όταν η κυβέρνηση ψήφιζε ρυθμίσεις που ανοίγουν τον δρόμο για 13ωρη εργασία. Πώς είναι δυνατόν να γιορτάζεται η ενίσχυση των εργασιακών δικαιωμάτων όταν ταυτόχρονα θεσπίζονται πλαίσια που παραπέμπουν σε εποχές που νομίζαμε ότι είχαμε αφήσει οριστικά πίσω;

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι ποιος κερδίζει επικοινωνιακά, αλλά τι χρειάζεται πραγματικά η χώρα για να αποκτήσει μια σύγχρονη και δίκαιη αγορά εργασίας. Η απάντηση δεν είναι δύσκολη: χρειαζόμαστε πραγματικές συλλογικές διαπραγματεύσεις, επαναφορά της επεκτασιμότητας, μισθολογικές αυξήσεις που να συμβαδίζουν με τον πληθωρισμό και, ουσιαστικά, ένα σταθερό πλαίσιο εργασίας που θα επιβεβαιώνει ότι ο εργαζόμενος δεν είναι αναλώσιμος. Στον 21ο αιώνα, οι πιο ώριμες ευρωπαϊκές οικονομίες προσανατολίζονται σε 7ωρο, 5ήμερο, 35ωρο, αναγνωρίζοντας ότι η παραγωγικότητα δεν αυξάνεται με εξάντληση, αλλά με οργάνωση, τεχνολογική αναβάθμιση και σεβασμό στην ανθρώπινη ζωή.

Η κυβέρνηση μπορεί να επιμείνει στους επικοινωνιακούς θριάμβους. Ομως η πραγματική δοκιμασία κάθε πολιτικής είναι η εφαρμογή της στην πράξη. Και όσο το θεσμικό πλαίσιο παραμένει αμετάβλητο, η «ιστορική συμφωνία» κινδυνεύει να αποδειχθεί απλώς ακόμη μια σελίδα πολιτικής διαφήμισης, ενώ οι εργαζόμενοι θα συνεχίσουν να παλεύουν για τα αυτονόητα.

*Ομότιμος καθηγητής ΕΜΠ, πρ. πρύτανης, γ.γ. Ευρωπαϊκής Ενωσης Ομότιμων Καθηγητών