ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ από τη ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Λιτή στον λόγο και στις εκφράσεις της όταν η κάμερα «δεν γράφει», η Ιζαμπέλ Ιπέρ, εκείνη που σε κάθε ρόλο της μεταμορφώνεται και καταδύεται στην πολυπλοκότητα των ηρωίδων που ενσαρκώνει, η Γαλλίδα σταρ που επί μισό αιώνα έχει συνεργαστεί με κορυφαίους σκηνοθέτες του παγκόσμιου κινηματογράφου, ενώ έχει θριαμβεύσει και στο θεατρικό σανίδι, μίλησε χθες στον διεθνή Τύπο. Επίσημη προσκεκλημένη του 66ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, έφτασε σχεδόν με ημίωρη αργοπορία στην προγραμματισμένη συνέντευξη Τύπου και μίλησε για τις ταινίες, τις συνεργασίες, τους σπουδαίους κινηματογραφιστές με τους οποίους συνεργάστηκε και φυσικά τους ρόλους της.
«Επρεπε να κάνω επιλογές ανάμεσα σε πολλούς σημαντικούς σκηνοθέτες διεθνούς κύρους, ήταν μια εξαιρετική διαδρομή και φυσικά αγαπώ κάθε ρόλο που ερμήνευσα», είπε, για να ξεχωρίσει ανάμεσα σε εκείνους που την καθόρισαν την ερμηνεία της στη «Δασκάλα του πιάνου», του Χάνεκε. Θύμισε ότι πάντα ήθελε να κάνει ταινίες και εκτός της πατρίδας της για να ταξιδεύει και να γνωρίζει ανθρώπους και πολιτισμούς, ενώ αρνήθηκε ότι πήρε ρίσκα για τις τολμηρές, τις αντισυμβατικές επιλογές της. «Δεν είμαι αρκετά γενναία. Ισως φαίνεται πως υπάρχει ρίσκο αναλαμβάνοντας ερμηνείες δύσκολων χαρακτήρων, αλλά όταν κάνω ταινίες με τον Μίκαελ Χάνεκε ή τον Πολ Βερχόφεν δεν είναι ρίσκο. Είναι το εντελώς αντίθετο. Το πιο ασφαλές πράγμα στον κόσμο».
Η εμπιστοσύνη ανάμεσα στην ηθοποιό και τον σκηνοθέτη είναι το κλειδί για τη δουλειά της, όπως είπε. «Αν δεν υπάρχει αυτή, τότε είναι δύσκολα τα πράγματα. Πραγματικά δύσκολο είναι όταν συνεργάζεσαι με ανθρώπους που δεν καταλαβαίνεις, με ανθρώπους που δεν εμπιστεύεσαι». Οσο για την πολυπλοκότητα των χαρακτήρων που ερμήνευσε, σε περισσότερες από 110 ταινίες, ανέφερε «ποτέ δεν δυσκολεύτηκα στους ρόλους μου, μου έβγαιναν εύκολα» και το ίδιο ίσχυε ακόμα και όταν ήταν έγκυος και έπαιξε στην ταινία «Migrations» του Αλεξάντερ Πέτροβιτς. «Ε και; Δεν με επηρέασε αυτό», απάντησε σε σχετική ερώτηση και πρόσθεσε ότι ασφαλώς την ενδιαφέρει η υποδοχή που θα έχει κάθε ταινία από το κοινό. «Δεν φτιάχνουμε ταινίες για να τις βλέπουμε μόνοι μας σε ένα δωμάτιο», ωστόσο υπογράμμισε «είμαι απλά μια ηθοποιός. Δεν κουβαλάω τις ταινίες μαζί μου όταν τελειώνουν τα γυρίσματα. Με ενδιαφέρει να τις δει ο κόσμος, αλλά έως εκεί… Οταν τελειώνει μια ταινία την ξεχνάς εύκολα, παρόλο που ο κόσμος θεωρεί το αντίθετο. Είμαι πολύ άπιστη με τους ρόλους μου. Τελειώνουν για εμένα την ώρα που τους υποδύομαι».
Με τεράστια γκάμα ερμηνευτικής δεινότητας, έχει υπηρετήσει όλα τα κινηματογραφικά είδη, από το θρίλερ και το δράμα μέχρι την κωμωδία, το ρομάντζο και τη σάτιρα. Πολυβραβευμένη με κορυφαίες διακρίσεις (ατέλειωτη η λίστα και ανάμεσα στα άλλα, βραβεία πρώτου γυναικείου ρόλου στα Φεστιβάλ των Κανών, της Βενετίας, του Βερολίνου, υποψήφια για Οσκαρ και 16 φορές υποψήφια στα βραβεία Σεζάρ, κατέχοντας το απόλυτο ρεκόρ στην ιστορία του θεσμού), έχει συνεργαστεί με εμβληματικούς σκηνοθέτες. Από τον Κλοντ Σαμπρόλ, τον Ζαν-Λικ Γκοντάρ και τον Αντρέ Τεσινέ μέχρι τους αδελφούς Ταβιάνι, τον Αντρέι Βάιντα, τον Μάρκο Μπελόκιο και πολλούς, πολλούς άλλους. Ενας ωστόσο της «ξέφυγε» με τον οποίο θα ήθελε πολύ να βρεθεί μαζί του στα κινηματογραφικά πλατό: ο Αλφρεντ Χίτσκοκ. «Ο μόνος σκηνοθέτης που θα ήθελα να δουλέψω και δεν θα μπορούσα ποτέ είναι ο Αλφρεντ Χίτσκοκ. Θα ήθελα να παίξω στον “Δεσμώτη του ιλίγγου”. Στην πραγματικότητα σε όλες του τις ταινίες. Δεν ξέρω αν θα ήμουν αρκετά ξανθιά γι’ αυτόν» είπε για να ξεσπάσει σε γέλια η αίθουσα.
Οσο για τη θέση της γυναίκας σήμερα στην κινηματογραφική βιομηχανία, είπε ότι σε σχέση με παλαιότερα έχουν γίνει πολλά βήματα, υπάρχουν πολλές που εργάζονται ως τεχνικοί σε όλες τις ειδικότητες και εξαιρετικές σκηνοθέτιδες φυσικά. «Η κατάσταση έχει βελτιωθεί πολύ. Αλλά πάντα υπάρχει περιθώριο για ακόμα περισσότερα». Υπερασπίστηκε τη σκοτεινή κινηματογραφική αίθουσα για να βλέπει το κοινό τις ταινίες. «Είναι ο σωστός χώρος και ας έχουν πολλαπλασιαστεί οι τρόποι προβολής». Οταν ρωτήθηκε για τη γενοκτονία των Παλαιστινίων, απάντησε με τη μοναδική φράση: «Ποτέ δεν υπάρχουν πολλές φωνές για ανθρώπους που υποφέρουν στον κόσμο».
Αυτή είναι η δεύτερη φορά που η Ιζαμπέλ Ιπέρ επισκέπτεται την «πανέμορφη Θεσσαλονίκη», όπως τη χαρακτήρισε, ως προσκεκλημένη του Φεστιβάλ Κινηματογράφου (την είχε φέρει και ο Μισέλ Δημόπουλος) και η έκτη που έρχεται στην Ελλάδα. Η τελευταία ήταν την περασμένη άνοιξη με την παράσταση «Βερενίκη» του Ρακίνα, σε σκηνοθεσία του Ρομέο Καστελούτσι. Το Φεστιβάλ μαζί με την Ιζαμπέλ Ιπέρ έχει επιλέξει να προβάλει 15 ταινίες, στο πλαίσιο του αφιερώματος που διοργανώνει, οι οποίες αποτυπώνουν την ικανότητά της να μεταμορφώνεται εσωτερικά για κάθε ρόλο, διατηρώντας πάντα την υποκριτική της ταυτότητα.
Κατά τα άλλα, έφτασε στη Θεσσαλονίκη την Κυριακή μαζί με την κόρη της Λολιτά Σαμά, επίσης ηθοποιό, και θα παραμείνει για τέσσερις ημέρες. Χθες βράδυ παρευρέθη στο «Ολύμπιον» στην προβολή της ταινίας «Η πιο πλούσια γυναίκα στον κόσμο» (πανελλήνια πρεμιέρα) του Τιερί Κλιφά, φιλμ βασισμένο στην υπόθεση Μπετανκούρ, ένα από τα πιο γνωστά πολιτικά σκάνδαλα της Γαλλίας. Η Ιπέρ υποδύεται τη Μαριάν Φαρέρ, μια πλούσια κληρονόμο της οποίας τα υπερβολικά δώρα σε έναν πολύ νεότερο καλλιτέχνη προκαλούν την οργή του κοινού. Αυτό που αρχικά φαίνεται ως μια ιδιωτική υπόθεση γρήγορα εξελίσσεται σε εθνικό σκάνδαλο…
Σήμερα θα δώσει το masterclass «Από τη σκηνή στην οθόνη» (ανοιχτό για το κοινό), με θέμα τις διαφορές στην ερμηνευτική προσέγγιση ανάμεσα στο σινεμά και το θέατρο, το οποίο θα συντονίσει η συγγραφέας Ερση Σωτηροπούλου.
Παράλληλα, θα προλογίσει αρκετές από τις ταινίες του αφιερώματος, ενώ θα παρουσιάσει την κωμωδία «Copacabana» (2010) του Μαρκ Φιτουσί, στην οποία συμπρωταγωνιστεί μαζί με την κόρη της, Λολιτά Σαμά. «Ηταν λίγο δύσκολο στην αρχή μέχρι να το συνηθίσουμε. Γελάγαμε πολύ. Αλλά στη συνέχεια ήταν πολύ ωραία». Απόψε το βράδυ στο «Ολύμπιον» θα τιμηθεί με τον Χρυσό Αλέξανδρο για τη συνολική προσφορά της στον κινηματογράφο και θα ακολουθήσει η προβολή της ταινίας «Elle».
Μέρες και νύχτες στο Φεστιβάλ
Εν αρχή του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, και κάθε φεστιβάλ, είναι οι ταινίες του. Οι οσκαρικές που πάντα βρίσκουν διανομή στις αίθουσες αλλά, συνήθως, θέλεις να είσαι από τους πρώτους που θα δεις. Τα διαμαντάκια που δεν θα συναντήσεις πουθενά αλλού, γι’ αυτό τα «κυνηγάς», όπως και ταινίες περασμένων δεκαετιών που εντάσσονται στα αφιερώματα και φυσικά, οι νέες ελληνικές παραγωγές. Από την Πέμπτη που ξεκίνησε η διοργάνωση μέχρι και χθες, γεμάτες οι αίθουσες από νωρίς το μεσημέρι μέχρι αργά το βράδυ για τις επιλογές του καλλιτεχνικού διευθυντή Ορέστη Ανδρεαδάκη και των συνεργατών του, που κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον των θεατών και πρωτίστως των νέων.
● Μεγάλο το ενδιαφέρον για το αφιέρωμα στον Γιώργο Τσεμπερόπουλο και τις ταινίες του στο πλαίσιο της ρετροσπεκτίβας που διοργανώνεται και θα ολοκληρωθεί το Σάββατο με masterclass του σκηνοθέτη, ο οποίος θα τιμηθεί με τον Χρυσό Αλέξανδρο για το σύνολο του έργου του. Το αδιαχώρητο στην αίθουσα «Παύλος Ζάννας» για την προβολή της ταινίας «Ασπρο – μαύρο» σε σκηνοθεσία Θανάση Ρεντζή και Νίκου Ζερβού (1973), με πρωταγωνιστή τον αγαπημένο σκηνοθέτη. «Την είχα σχεδόν ξεχάσει. Την είχα απωθήσει. Τότε ήθελα να μάθω σινεμά αλλά δεν ήθελα να είμαι μπροστά από την κάμερα. Ο Σάκης Μανιάτης, διευθυντής φωτογραφίας και φίλος μου, με είχε συστήσει στον Θανάση Ρεντζή. Οταν με είδε μου πρότεινε να παίξω τον πρωταγωνιστικό ρόλο καθώς δεν είχε προχωρήσει η συνεργασία με τον πρωταγωνιστή. Εγώ όμως δεν ήθελα να παίξω. Ο Θανάσης επέμενε και είχε δηλώσει ότι αν δεν έπαιζα δεν θα γινόταν καθόλου η ταινία. Ετσι είπα το ναι, αλλά παρέμεινα βοηθός σκηνοθέτη. Ετοιμάζαμε τη σκηνή, χτυπούσα την κλακέτα και έμπαινα στο πλάνο» είπε μεταξύ άλλων ο Γιώργος Τσεμπερόπουλος, ενθουσιάζοντας τους θεατές. Η προβολή αφιερώθηκε, φυσικά, στον Θανάση Ρεντζή, που πέθανε το καλοκαίρι.
● Εντυπωσιακή η προσέλευση νεαρών κοριτσιών και αγοριών (μέσος όρος ηλικίας 25 χρόνων) και για τα «Μέγαρα», ένα από τα σημαντικότερα ελληνικά ντοκιμαντέρ των τελευταίων πενήντα χρόνων. Γυρίστηκε κατά τη διάρκεια της χούντας σε σκηνοθεσία Σάκη Μανιάτη και Γιώργου Τσεμπερόπουλου -ήταν 30 ετών και 23 αντίστοιχα-, οι οποίοι έβαλαν στόχο να αποτυπώσουν τον αγώνα των Μεγαρέων να κρατήσουν τη γη τους όταν οι συνταγματάρχες θέλησαν να την παραχωρήσουν στον εφοπλιστή Στρατή Ανδρεάδη για να φτιάξει διυλιστήρια. Το τελευταίο μέρος της ταινίας αποτυπώνει την απόφαση των αγροτών να ενωθούν με τους φοιτητές του Πολυτεχνείου τον Νοέμβριο του 1973. Τα γυρίσματα κράτησαν έναν χρόνο και όπως είπε ο Γιώργος Τσεμπερόπουλος, εκείνο που έλεγαν στις επιτροπές που είχαν συστήσει οι χουντικοί ήταν «γυρίζουμε ταινία για τη γέννηση, τη ζωή και τον θάνατο του ελαιόδεντρου στην Ελλάδα»!
Ενώ ο Σάκης Μανιάτης θυμήθηκε ότι κατάφεραν να βγάλουν την ταινία στο εξωτερικό και να προβληθεί στο Φεστιβάλ του Βερολίνου. «Μετά την προβολή οι θεατές χειροκροτούσαν όρθιοι για μισή ώρα. Στη συνέχεια ακολούθησε πορεία διαμαρτυρίας προς την ελληνική πρεσβεία για τη χούντα στην Ελλάδα».
● Ηταν όλοι τους εκεί. Και όσοι δεν κατάφεραν να έρθουν έστειλαν το μήνυμά τους. Χθες το απόγευμα το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης σε συνεργασία με τη Finos Film τίμησαν τους εμβληματικούς ηθοποιούς που πρωταγωνίστησαν στο ελληνικό σινεμά τη δεκαετία του 1960. Ανάμεσά τους οι Αννα Φόνσου, Χλόη Λάσκου, Μπέτυ Αρβανίτη, Μπέτυ Λιβανού, Αιμιλία Υψηλάντη, Γιώργος Κωνσταντίνου, Δημήτρης Καλλιβωκάς, Βασίλης Καΐλας, Σωτήρης Τζεβελέκος, Αγγελος Αντωνόπουλος, Ελένη Ανουσάκη, Νόρα Βαλσάμη, Γιάννης Βογιατζής, Μάρθα Βούρτση, Μέλπω Ζαρόκωστα, Ξένια Καλογεροπούλου, Λάκης Κομνηνός, Μάρω Κοντού, Τζένη Ρουσσέα, Ζωζώ Σαπουντζάκη, Ελλη Φωτίου, κ.ά.
● Τον κριτικό κινηματογράφου Νίνο Φένεκ Μικελίδη για το σύνολο της προσφοράς του τίμησε το Φεστιβάλ σε μια σεμνή τελετή-έκπληξη το βράδυ της Κυριακής! Ο Νίνος δεν γνώριζε τίποτα, ήταν το κοινό μυστικό για τους παλαίμαχους κριτικούς και δημοσιογράφους. Ο Νίνος είχε προσκληθεί για να προλογίσει την ταινία « Ζωή σαν σινεμά» του Σιλβέν Σομέ, η οποία αφορά τον Μαρσέλ Πανιόλ. Παρόντες ο Ορέστης Ανδρεαδάκης και ο Ζήνος Παναγιωτίδης, διευθυντής της εταιρείας διανομής Rosebud 21. «Δεν ήρθα με την ιδιότητα του διανομέα της ταινίας, όπως ακριβώς δεν έχουν έρθει με την ιδιότητα του δημοσιογράφου οι συνάδελφοι του Νίνου. Διότι σήμερα βρισκόμαστε όλοι εδώ για να τιμήσουμε τον Νίνο, σε μια μεγάλη έκπληξη εκ μέρους του Φεστιβάλ. Μου ζήτησαν, ως τον μεγαλύτερο σε ηλικία εν ενεργεία διανομέα, να απονείμω τιμητική πλακέτα στον Νίνο, τον μεγαλύτερο σε ηλικία εν ενεργεία κριτικό κινηματογράφου», είπε και ακολούθησε το εκτεταμένο και θερμό χειροκρότημα από το κοινό. «Σας ευχαριστώ πολύ. Πολλοί από εσάς αγαπάτε τον κινηματογράφο όπως κι εγώ και ελπίζω να λάβετε κάποτε κι εσείς μια πλακέτα γιατί στηρίζετε αυτό που αγαπάτε» είπε συγκινημένος ο Νίνος Μικελίδης και μας αφιέρωσε το βραβείο.
