Το ενδεχόμενο να προσφύγει εκ νέου στο ΣτΕ κατά των ιδιωτικών πανεπιστημίων, αυτή τη φορά με αφορμή τις διαδικασίες πιστοποίησης των Προγραμμάτων Σπουδών, άφησε ανοιχτό ο καθηγητής Διοικητικού Δικαίου του ΕΚΠΑ, Πάνος Λαζαράτος. «Δεν μπορεί η λειτουργία μιας σχολής να ξεκινήσει αν το πρόγραμμα δεν έχει εγκριθεί στο σύνολό του. Ούτε με αστερίσκους ούτε με όρους ή αιρέσεις» δήλωσε, αμφισβητώντας σαφώς τη νομιμότητα και της δεύτερης -τρέχουσας- φάσης της αδειοδοτικής διαδικασίας των λεγόμενων «παραρτημάτων» ξένων πανεπιστημίων.
«Δεν είμαι καθόλου εναντίον των ιδιωτικών πανεπιστημίων, ούτε καμιάς μορφής παιδείας», ξεκαθάρισε κατά την τοποθέτησή του στη συζήτηση που διοργανώθηκε από το φοιτητικό περιοδικό «Νομικός Παλμός» του ΕΚΠΑ, με θέμα «Ιδιωτικά Πανεπιστήμια: Το νέο τοπίο στην ανώτατη εκπαίδευση». Ωστόσο, όπως τόνισε, δυο βασικές αρχές είναι αδιαπραγμάτευτες:
1. Η αυστηρή τήρηση του Συντάγματος – «Γι’ αυτό και κατέθεσα αίτηση ακυρώσεως μόνος μου, ώστε να είμαι σίγουρος ότι θα πω όσα πιστεύω».
2. Η ύπαρξη υψηλού επιπέδου εποπτείας – «Τα ιδιωτικά πανεπιστήμια πρέπει να λειτουργούν υπό ένα αυστηρό πλαίσιο ελέγχου, που θα διασφαλίζει ποιότητα και ακαδημαϊκή ελευθερία».
Το πλαίσιο της αναγκαίας και επιβεβλημένης «υψηλού επιπέδου εποπτείας» προσδιορίστηκε με ακρίβεια από τον καθηγητή, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα την έλλειψη αυτού από τις αρμόδιες αρχές κατά την όλη διαδικασία χορήγησης άδειας και λειτουργίας των ιδιωτικών πανεπιστημίων. Όπως επισήμανε, «η εποπτεία των ιδιωτικών πανεπιστημίων πρέπει να αφορά τουλάχιστον τρεις κρίσιμους τομείς:
●Το πρόγραμμα σπουδών, το οποίο πρέπει να έχει σαφές ακαδημαϊκό αντικείμενο και να μην αποκλίνει από τις επιστημονικές αρχές του γνωστικού πεδίου.
● Τις εγκαταστάσεις, ώστε «να μη γίνεται το μάθημα σε κοτέτσι».
● Το διδακτικό προσωπικό, που θα πρέπει να πληροί υψηλά επιστημονικά και επαγγελματικά πρότυπα».
«Η ΕΘΑΑΕ δεν μπορεί να δίνει πιστοποιήσεις «υπό όρους ή αιρέσεις», αλλά μόνο όταν τα προγράμματα είναι πλήρως αναγνωρισμένα τόσο από το μητρικό ίδρυμα όσο και από τις ελληνικές αρχές» τόνισε, δείχνοντας τις ευθύνες της Ανεξάρτητης Αρχής για την πρόχειρη, αμφιλεγόμενη, διάτρητη και, όπως σαφώς εννόησε, μη νόμιμη διαδικασία (και) της δεύτερης φάσης αδειοδότησης, τη λεγόμενη πιστοποίηση (validation) των προγραμμάτων σπουδών. Όπως είπε, «διορθώσεις ή αλλαγές «εν κινήσει» στα προγράμματα σπουδών δεν είναι νομικά επιτρεπτές, αφού ακόμη και η τροποποίηση ενός μαθήματος απαιτεί εκ νέου αναγνώριση από το μητρικό ίδρυμα, σύμφωνα με το άρθρο 140 του νόμου».
Ενδεικτικό ήταν και το παράδειγμα που έδωσε για διάφορα προγράμματα σπουδών που έχουν δημοσιευθεί στις ιστοσελίδες ορισμένων πανεπιστημίων και τα οποία «δεν ταυτίζονται με όσα έχουν κατατεθεί»: «Αυτό που έχει αναρτηθεί στην ιστοσελίδα ενός πανεπιστημίου δεν έχει καμία σχέση με το πρόγραμμα που δόθηκε στην ΕΘΑΑΕ. Κινδυνεύουμε να έχουμε τρία διαφορετικά προγράμματα: αυτό της ιστοσελίδας, αυτό που κατατέθηκε με την αίτηση και αυτό που τελικά εξετάζεται από την Αρχή». Οσον αφορά, δε, τις νομικές σχολές, παρατήρησε: «Σε ορισμένα προγράμματα νομικής απουσιάζει πλήρως το Διοικητικό Δίκαιο ή η Διοικητική Δικονομία, γεγονός που θέτει υπό αμφισβήτηση την ποιότητα των σπουδών». Σε αυτό συναίνεσαν και έθεσαν μείζον ζήτημα ποιότητας των σχετικών σπουδών και οι υπόλοιποι συνομιλητές, ο Δημήτρης Βερβεσός, Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και ο Γιώργος Κυριακόπουλος, Αναπληρωτής Κοσμήτορας της Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ.
Οσο για τον ιδρυτικό νόμο για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, κατά του οποίου είχε προσφύγει (μαζί με άλλους πανεπιστημιακούς αλλά και φορείς όπως η ΠΟΣΔΕΠ, η ΠΕΑΚ κ.ά.), δήλωσε ως νομικός: «Δεν έχω κανένα λόγο να μιλήσω κατά του νόμου ούτε κατά των ιδιωτικών πανεπιστημίων. Ό,τι είχαμε να πούμε για τον νόμο το είπαμε στο Συμβούλιο της Επικρατείας». Τότε, πάντως, είχε πει: «Η ερμηνεία του Συντάγματος πρέπει να παραμένει πιστή στην πρόθεση του νομοθέτη και στην αυστηρή διάταξη του άρθρου 16. Κάθε διαφορετική ερμηνεία κινδυνεύει να πλήξει τις θεμελιώδεις αρχές του Συντάγματος και να καταστήσει τις διατάξεις του ανίσχυρες».
